Ο Ευδαίμων Περπατέας
σηκώθηκε όρθιος και έτριψε τη μέση του.
-Συγγνώμη, αλλά με
κούρασε να κάθομαι τόση ώρα σε μια τόσο άβολη στάση, είπε με την ιδιότυπη φωνή
του.
-Αν προτιμάτε να στέκεστε
όρθιος, δεν έχω αντίρρηση.
-Όχι, εντάξει, θα καθίσω,
νιώθω καλύτερα τώρα.
Πήρε την καρέκλα, τη
γύρισε στο πλάι και κάθισε στραβά πάνω της.
-Σας έλεγα λοιπόν, ότι
εγώ έχω την ευθύνη που χάλασε εκείνη η βραδιά. Η Κλειώ δεν σταματούσε να
πειράζει τους καλεσμένους της με τον δικό της προσβλητικό τρόπο, ενώ οι
καλεσμένοι δεν αντιδρούσαμε. Ήμασταν συνηθισμένοι, βλέπετε. Απλά ανταλλάσσαμε
βλέμματα και κάποια βεβιασμένα χαμόγελα
κατανόησης του στιλ «είναι μια γριά ξεμωραμένη, δεν δίνουμε σημασία». Πρώτα
πρόσβαλε τον ανιψιό της λέγοντάς του ότι θα περιμένει πολλά χρόνια ακόμα, μέχρι
να την κληρονομήσει και να ξεκοκαλίσει την περιουσία της. Μετά πρόσβαλε τον ποιητή
λέγοντάς του ότι και οι ποιητές εργάζονται και δεν περιμένουν να ζήσουν από το
χαρτζιλίκι των γονιών τους. Και έφερε ως
παράδειγμα τον εαυτό της που εργάστηκε επί τριάντα χρόνια ως επιμελήτρια
κειμένων στον εκδοτικό οίκο «Σπερχειός». Τέλος πρόσβαλε τον εκδότη της λέγοντάς
του ότι, αν δεν ήταν αυτή να τον στηρίζει, η επιχείρησή του θα είχε φαλιρίσει
προ πολλού.
-Μα αυτή τον φλέρταρε
είπαμε.
Ο Περπατέας χαμογέλασε:
-Του το είπε γλυκά γλυκά,
καθώς χάιδευε το μούσι του, αλλά ο εκδότης άλλαξε χρώμα. Τον γελοιοποίησε σας
λέω!
-Εσάς δεν σας πρόσβαλε;
-Με μένα συνέβη το εξής:
επειδή το πράγμα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, θέλησα να επέμβω και με την
άνεση της φιλίας που μας έδενε εδώ και αρκετά χρόνια, την επέπληξα.
-Κάνατε μια τόσο γενναία
πράξη;
-Της είπα: «Κλειώ, το
έχεις παρακάνει απόψε, θα μας κάτσει το κότσι στο λαιμό. Ας πούμε κάτι άλλο να
ευθυμήσουμε». Και τότε η Κλειώ μού επιτέθηκε.
-Σας χτύπησε;
-Όχι, εννοώ μου επιτέθηκε
φραστικά. Με είπε αχάριστο και τεμπέλη και ανάξιο της φιλίας της. Ένιωσα πολύ
προσβεβλημένος. Σηκώθηκα από τη θέση μου και ανακοίνωσα ότι αποχωρώ από ένα
σπίτι, στο οποίο θεωρούμαι ανεπιθύμητος. Την ίδια στιγμή σηκώθηκαν και οι υπόλοιποι.
Η Κλειώ σε έξαλλη κατάσταση μάς έβρισε όλους συλλήβδην. Μας έστειλε στο διάολο
και είπε ότι δεν θέλει να μας ξαναδεί στα μάτια της.
-Μα τόσο πια στριμμένη
ήταν αυτή η γυναίκα;
Ο Περπατέας κούνησε το
κεφάλι με κατανόηση:
- Τέλος πάντων. Εκείνο το
βράδυ φύγαμε όλοι μαζί κατεβαίνοντας βιαστικά τις σκάλες και χωρίς να
ανταλλάξουμε λέξη. Μετά εγώ γλίστρησα κι έπεσα στα σκαλοπάτια.
-Δεν σκεφτήκατε να
γυρίσετε πίσω και να ζητήσετε βοήθεια από τη Σαλόνγκα;
-Με τίποτα! Εξάλλου είμαι
σίγουρος ότι δεν θα μου άνοιγε.
-Πήγατε τουλάχιστον στον γιατρό
να σας δει;
-Μπα, δεν είναι κάτι
σοβαρό, θα περάσει. Θέλει τον χρόνο του.
Ο Δεβρεντής άφησε να
περάσουν λίγα δευτερόλεπτα και μετά ρώτησε:
-Γιατί σάς κάλεσε η Κλειώ
Σαλόνγκα εκείνο το βράδυ; Υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος, μια επέτειος, ας
πούμε, τίποτα γενέθλια, μια αιτία τέλος πάντων;
Ο Περπατέας τον κοίταξε
αμήχανα:
-Όχι, δεν νομίζω.
-Τέσσερις άγνωστοι μεταξύ
τους άνδρες, διαφορετικής ηλικίας , ανύπαντροι και με διαφορετικούς
προσανατολισμούς… δεν είναι λίγο περίεργο;
-Το μόνο που μπορώ να
υποθέσω, είπε ο Περπατέας, είναι ότι ήθελε να γνωρίσει τον ποιητή στον εκδότη
της. Ο ανιψιός της κι εγώ ήμασταν κάπως διακοσμητικοί. Σαν πρόσχημα, ας πούμε.
-Ναι, λογικό ακούγεται.
Αλλά μετά σας πρόσβαλε όλους.
-Σας είπα, η Κλειώ ήταν ένας
δύσκολος άνθρωπος.
-Πολλά περίεργα πράγματα συνέβησαν
εκείνο το βράδυ στο δείπνο, είπε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής κλείνοντας τα χαρτιά
του. Πρώτον, η Κλειώ Σαλόνγκα κάλεσε τέσσερις άγνωστους μεταξύ τους άνδρες για
φαγητό, εκ των οποίων κανείς δεν είχε οικογένεια.
-Η Κλειώ ένιωθε αλλεργία
με τις οικογένειες, είπε ο Περπατέας. Γι’ αυτό και δεν παντρεύτηκε.
-Είχε όμως έναν ανιψιό.
-Της προέκυψε. Δεν τον
είχε δει ποτέ της, μέχρι που πέθανε ο αδελφός της, με τον οποίο είχαν διακόψει
τις σχέσεις. Αυτό συνέβη πριν δέκα περίπου χρόνια. Τον συμπάθησε και τον έβλεπε
πότε πότε.
-Και τον έκανε και κληρονόμο της.
-Ο ανιψιός της φρόντιζε για την υγεία της. Φυσικό είναι να την κληρονομήσει.
-Δεύτερον, υπήρξε
προσβλητική σε όλους σας. Δεν φαίνεται να συμπαθούσε κανέναν σας.
-Την αδικείτε. Η Κλειώ
ήταν απλώς πολύ ιδιότροπη.
-Τρίτον, φλέρταρε
προκλητικά τον εκδότη της ενώπιον όλων σας και κυρίως ενώπιον του εραστή της.
-Εραστή της; Μα τι λέτε
τώρα… εγώ ποτέ…
-Η Κλειώ Σαλόνγκα
διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με τον Ευγένιο Ταραντάκη.
-Συκοφαντίες! αναφώνησε ο
Περπατέας με την τσιριχτή φωνή του, ανήκουστες συκοφαντίες!
-Αντάλλασσε μαζί του
μηνύματα στο μέσεντζερ πολύ αποκαλυπτικά. Ο Ταραντάκης ήταν εραστής της. Το
ομολόγησε εξάλλου ο ίδιος χθες εδώ, στο γραφείο που καθόμαστε.
Ο Ευδαίμων Περπατέας
έδειξε να καταρρέει.
-Δεν μπορώ να το πιστέψω
αυτό, μουρμούρισε καταπτοημένος. Η Κλειώ, αυτή η αγέρωχη ψυχή, να ξεπέσει
τόσο…όχι, δεν το δέχομαι!
-Να το δεχτείτε, γιατί
είναι αλήθεια.
Ο Περπατέας άλλαξε στάση
στην καρέκλα κι έμεινε για λίγο σκεφτικός.
-Βέβαια, είχε αρχίσει να
τα χάνει τελευταία, μουρμούρισε.
-Γιατί το λέτε αυτό;
-Η Κλειώ ήταν πάντα ιδιότροπη, αλλά εδώ και λίγους μήνες είχε γίνει και επιθετική. Και επί πλέον είχε κλειστεί τελείως στον εαυτό της. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Η πρόσκληση για δείπνο ήταν, τουλάχιστον για μένα, μια ευχάριστη έκπληξη. Αλλά εκείνη απλώς ετοιμαζόταν να μας επιτεθεί. Ήθελε να μας ταπεινώσει όλους.
-Άρα όλοι είστε ύποπτοι
για τη δολοφονία της.
-Δεν θα σκότωνα ποτέ την
ευεργέτριά μου, είπε με στόμφο ο Περπατέας.
-Γνωρίζατε ότι η
μακαρίτισσα φύλαγε χρήματα στο σπίτι της;
-Όχι, είπε ξερά ο
Περπατέας.
Ο Δεβρεντής έβγαλε πάλι
από το συρτάρι το μαχαίρι τυλιγμένο στη νάιλον σακούλα:
-Αναγνωρίζετε αυτό το
μαχαίρι;
-Ναι. Με αυτό κόψαμε το
κότσι εκείνο το βράδυ.
- Μάλιστα, είπε ο
αστυνόμος και σηκώθηκε. Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας, κύριε Περπατέα.
Ο Περπατέας κούνησε το
κεφάλι και βγήκε κουτσαίνοντας από το γραφείο.
(Συνεχίζεται)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου