30/8/25

Αθανασία, μια τιμωρία για την Κόλαση

 

 




Την αθανασία την ονειρευόμαστε, αλλά ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να την αποχτήσουμε.

 

Αυτό που όμως δεν ξέρουμε είναι ότι δεν θα μπορούσαμε να την αντέξουμε. Και η αυτοκτονία μας θα ήταν κάτι αδύνατο σε μια τέτοια περίπτωση. Η αθανασία θα ήταν για μας η χειρότερη τιμωρία. (Δίνω μια ιδέα στον Διάβολο να την εφαρμόσει στην Κόλασή του).

 

Έτσι όπως μας έφτιαξε η Φύση, ο θάνατος, όσο κι αν μας τρομάζει, μας απαλλάσσει από κάτι χειρότερο: να ζούμε αιώνια. Επειδή δεν είμαστε φτιαγμένοι να ζούμε αιώνια. Η πλήξη και η κατάθλιψη θα ήταν το τίμημα της αιώνιας ζωής μας, εφόσον θα τα είχαμε όλα δοκιμάσει χιλιάδες χιλιάδων φορές και θα τα είχαμε βαρεθεί και σιχαθεί. (Σκέφτομαι μήπως ο Θεός έχει πάθει κάτι τέτοιο, αλλά δεν είναι άνθρωπος, επομένως κάτι θα έχει βρει για να διατηρείται στα καλά του).

 

Η αθανασία είναι κάτι που πολύ θα θέλαμε, επειδή ως άνθρωποι γνωρίζουμε ότι μας περιμένει ο θάνατος. Όσο ζούμε, σκεφτόμαστε, σχεδιάζουμε το μέλλον μας, προσπαθούμε να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας. Ξέρουμε όμως πολύ καλά τι μας περιμένει παρακάτω.

 

Αντίθετα με μας, τα ζώα δεν γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν. Ζουν σε έναν δικό τους κόσμο που έχει αγώνα για επιβίωση και τροφή, για προστασία από τους εχθρούς τους και από τις επικίνδυνες φυσικές καταστροφές. Όταν είναι χορτάτα και ασφαλή, είναι ευχαριστημένα. Τίποτε δεν απασχολεί το μυαλό τους.

 

Μπορούν να ζουν έτσι για πάντα, αιώνια και αθάνατα.

Αυτά μπορούν να αντέξουν την αθανασία.

Εμείς όχι.



28/8/25

Το στοιχειό

 





Νύχτα


κι απόλυτη σιγή.


 

Έξω κυκλοφορεί αφηνιασμένος


ο καύσωνας του Ιουλίου,


δεν ησυχάζει


ούτε τις νύχτες


κι οι άνθρωποι


στα σπίτια τους κλεισμένοι


κοιμούνται


με τεχνητό ψυχρό αέρα


και προσπαθούν να μείνουν ζωντανοί.


 

Γιατί είμαι απελπισμένη;


 

Θέλω να ακούσω μια ανθρώπινη φωνή,


όχι αυτές της τηλεόρασης


και του υπολογιστή.


 

Το απόγευμα ένα κορίτσι


μου έφερε τσιγάρα.


Είπαμε δυο κουβέντες,


ύστερα έφυγε.

 


Είμαι απελπισμένη,


κλεισμένη εδώ μέσα,


απομονωμένη.


 

Και το στοιχειό απέξω


γλείφει με πυρωμένη γλώσσα


τους τοίχους των σπιτιών μας.



 

21/8/25

Άυλος έρωτας

 






Τα βλέμματά μας ποτέ


δεν πρόκειται να διασταυρωθούν.


Σου το υπόσχομαι,


τίποτα δεν θα καταλάβεις.


 

Θα σε απολαμβάνω,


όταν εσύ δεν θα κοιτάζεις,


θα χαίρομαι την ομορφιά σου


και θα γεμίζει άρωμα η ψυχή μου.


 

Δεν ξέρω πώς σε λένε.





18/8/25

Γίνε ο εαυτός σου

 

«Ζήσε αυθεντικά. Γίνε ο εαυτός σου. Διώξε από πάνω σου τις κοινωνικές συμβάσεις που σε κρατούν αιχμάλωτο.»

Τέτοια διάβαζε και στο τέλος τα πίστεψε.

Έγινε ο εαυτός του.

Σε λίγα χρόνια μεταβλήθηκε σε ένα κουρέλι, δεν είχε πού να σταθεί.

Ήταν ωστόσο ο εαυτός του. 

Ο αυθεντικός.


(Μικρές ιστορίες)




17/8/25

Αφορισμοί

 

Θα περάσει κι αυτό".

Θα περάσει οπωσδήποτε για να έρθει το επόμενο.

Στη σειρά περιμένουν τα "αυτά".

 

*

 

Τους βλέπεις στις ταινίες ωραίους και τους ερωτεύεσαι.

Μετά τους βλέπεις στις φωτογραφίες, όπως είναι σήμερα, και κάθεσαι κατόπιν και φιλοσοφείς.

 

*

 Ένα δίκιο το έχουν οι θρησκείες: "Ο Θεός είναι κάτι ασύλληπτο".  Όλες οι ιδιότητες που του αποδίδουμε είναι ανθρώπινες, άρα άστοχες. Μπορούμε να συνεννοηθούμε με ένα μυρμήγκι ;  Ωστόσο επιμένουμε ότι ο Θεός μπορεί να συνεννοηθεί με μας.

*

Ένας πονόδοντος είναι αρκετός για να στείλουμε στο διάολο όλα τα πλούτη του κόσμου.

*

Γιατί χαμογελάμε στις φωτογραφίες;

Υπάρχει κάποιος λόγος;

 

*

Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης κάθεται κάπου μέσα μας αόρατο, βουβό και ανενεργό, αλλά με την πρώτη ανησυχία μας εμφανίζεται και συχνά μεταμορφώνεται σε άγριο θηρίο. Έτσι ο Θεός απαλλάχτηκε από την έγνοια του να μας προστατεύει τόσα εκατομμύρια ανθρώπους και ζωντανά.

*

Αυτός που υποφέρει από αϋπνίες, έχει μπερδέψει τον ύπνο με τον θάνατο. Φοβάται να αποκοιμηθεί.

*

Πρώτος ο Αδάμ προσπάθησε να δαγκώσει το μήλο και του κάθισε στον λαιμό.  "Η Εύα πρέπει να το δοκιμάσει πρώτη", του εξήγησε ο Όφις, "έτσι είναι κανονισμένο".

*

Αν λατρεύεις τη Φύση, να ξέρεις ότι αυτή προκαλεί τους σεισμούς, χύνει τη λάβα από τα ηφαίστεια, βυθίζει πλοία και πνίγει ανθρώπους, στέλνει καταιγίδες, τυφώνες, ξηρασίες και κατακλυσμούς, καταστρέφει τις περιουσίες μας, καίει τα δάση μας και μας έχει γεμίσει αρρώστιες.

Ο άνθρωπος στον χορό αυτό της αγαπημένης μας Φύσης παίζει ένα πολύ μικρό ρόλο. Η Φύση δεν εκδικείται, κάνει τη δουλειά της.

*

Οι αναμνήσεις μας είναι ένα κόμικ που οι εικόνες του είναι βαλμένες ακατάστατα, χωρίς σειρά. Δεν υπάρχει εκεί ο χρόνος να τις νοικοκυρέψει.

*

Δεν λέμε πια "μελαγχολία", λέμε "κατάθλιψη". Σωστά. Δεν είναι μαύρη η χολή μας, η ψυχή μας είναι καταπλακωμένη και συνθλίβεται.

*

Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι αυτό που ζούμε εμείς εδώ πέρα που βρεθήκαμε είναι εντελώς παράλογο; Ότι είναι κάτι σαν κακό όνειρο και πως μια μέρα θα ξυπνήσουμε και θα βρεθούμε στον πραγματικό μας κόσμο;

Και πώς θα είναι αυτός ο πραγματικός κόσμος;

Λογικός.



9/8/25

Σε τι χρειάζεται η γνώση

 



 

Είναι ένα μικρό καφέ στον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς μου που έχει όλα κι όλα τέσσερα, μικρά, στενάχωρα τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο. Μέσα δεν υπάρχει χώρος για να καθίσεις. Ιδανικό για καπνιστές που ψάχνουν ως προλετάριοι να βρουν έναν ανοιχτό χώρο τον χειμώνα για να πιουν τον καφέ τους. Ιδιοκτήτρια του καφέ είναι μια ευγενική γυναίκα με ξένη προφορά, Αλβανή.

 

Κάθομαι τακτικά εκεί, χειμώνα καλοκαίρι, αν και στα υπόλοιπα τραπεζάκια δεν βλέπω Έλληνες, βλέπω αλλοδαπούς της ανατολικής Ευρώπης που πίνουν μπίρες και μιλούν δυνατά. Κανείς δεν με ενοχλεί, απλώς είμαι μια μύγα μες  στο γάλα. Πίνω την πορτοκαλάδα μου για να πάρω τη βιταμίνη C που χρειάζεται ο οργανισμός μου, καπνίζω δυο τρία τσιγάρα και φεύγω,.

 

Προχθές λοιπόν βρέθηκα εκεί γύρω και αποφάσισα να πιω την πορτοκαλάδα μου στο καφέ του πεζοδρομίου. Τα τραπεζάκια κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο και οι αλλοδαποί καθισμένοι εκεί έπιναν μπίρες και μιλούσαν δυνατά ως συνήθως. Το τέταρτο και τελευταίο τραπεζάκι ήταν άδειο. Κάθισα εκεί κι έβαλα τα ψώνια μου στην απέναντι καρέκλα.

 

Ένας άντρας από δίπλα, ψιλομεθυσμένος, κάτι μου είπε στη γλώσσα του χαμογελώντας. Ήταν η πρώτη φορά που μου απηύθυναν τον λόγο αυτοί οι αλλοδαποί. Τον κοίταξα, ήταν γύρω στα σαράντα και τα ρούχα του είχαν ασβέστες, σε κάποια οικοδομή θα δούλευε.

 

-Δεν μιλώ αλβανικά, του είπα.

-Δεν είναι αλβανικά, είναι ρουμάνικα, μου απάντησε στα ελληνικά.

-Ναι; Για ξαναπές μου τι είπες.

-Ce faci?

-Τι κάνεις; του μετέφρασα.

 

Ο άλλος έμεινε κόκκαλο, το ίδιο και οι άλλοι που παρακολουθούσαν.

 

-Ρουμάνα είσαι;

-Όχι, αλλά ξέρω ιταλικά. Τα ρουμάνικα μοιάζουν με τα ιταλικά.

 

Μάλλον δεν είχε ιδέα γι’ αυτό. Συνέχισε να με κοιτάζει με απορία.

 

-Ιταλικά, λατινικά, το ίδιο είναι. Μοιάζουν με τα ρουμάνικα.

 

Αυτό ήταν. Ένας απέραντος σεβασμός απλώθηκε στην παρέα του και αν και μεθυσμένοι, δεν διανοήθηκαν να με ξαναενοχλήσουν. Ήπια την πορτοκαλάδα μου με την ησυχία μου, ενώ αυτοί συνέχισαν να φωνασκούν ρουμανιστί.

 

Συμπέρασμα:

 

Όταν η ηλικία και το ύφος σου αποτρέπει κάθε πρόθυμο για φιλίες και τέτοια, τότε, αν κάποιος μεθυσμένος θέλει κουβεντούλα, του πετάς ένα ψήγμα από τη γνώση και τη σοφία που απέχτησες τόσα χρόνια σκυμμένη στα βιβλία, και τον αφήνεις στήλη άλατος.