16/12/23

4. Το σπίτι μας ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

1.    


 

Το σπίτι μας έχει τρία δωμάτια, μια κουζίνα, όπου εκεί καθόμαστε όλη μέρα, το σαλόνι και την κρεβατοκάμαρα. Παλιότερα κοιμόμουν κι εγώ στην κρεβατοκάμαρα, το κρεβατάκι μου ήταν δίπλα στο κρεβάτι των γονιών μου, αλλά μετά μεγάλωσα και τα πόδια μου έβγαιναν έξω από τα κάγκελα και τότε οι γονείς μου με έβαλαν να κοιμάμαι στο ντιβάνι του σαλονιού. Στο σαλόνι όμως δεν κάθεται κανείς μας, το έχουμε μόνο για τους επισκέπτες και κάθε πρωί που σηκώνομαι, η μαμά ρίχνει πάνω στο ντιβάνι ένα πανί με κλάρα και δεν φαίνεται πως κοιμήθηκα εκεί.

 

Άμα βρέχει, το σπίτι στάζει σε μερικά σημεία και η μαμά βάζει ταψιά και κατσαρόλες από κάτω που μαζεύουν τις σταγόνες που πέφτουν. Και οι τοίχοι έχουν μερικούς λεκέδες που είναι από την υγρασία, όπως λέει η μαμά. Στο υπόγειο, κάτω από το σπίτι, ο μπαμπάς φυλάει μια μεγάλη εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη και την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου και καμιά φορά που κατεβαίνω εκεί, ξεφυλλίζω τα βιβλία, αλλά δεν καταλαβαίνω και πολλά πράγματα, αυτά τα βιβλία είναι για τους μεγάλους.

 

Έχει και σκορπιούς εκεί μέσα, έχω δει μερικούς. Η μαμά ανατριχιάζει μόνο που λέει «σκορπιός», αγριεύεται και σηκώνεται η τρίχα της, τους φοβάται πολύ. Εμένα πάλι δεν με νοιάζει.

 

Εκτός από τους σκορπιούς που δεν τους θέλει, η μαμά αγαπά όλα τα άλλα ζώα, ενώ κανείς άλλος από όσους ξέρω δεν τα αγαπά. Αγαπούσε και τον Μπόμπι, έναν ασπρόμαυρο γάτο με πράσινα μάτια, που πέρασε μια μέρα από την ταράτσα μας και η μαμά τού έδωσε να φάει. Και από τότε ερχόταν αυτός κάθε μέρα σπίτι μας και έτρωγε, έγινε φίλος μας κι εγώ τον αγαπούσα πολύ και τον βάφτισα Μπόμπι. Ο Μπόμπι γύριζε όλη μέρα, ποιος ξέρει πού γύριζε, και μετά ερχόταν σπίτι για φαγητό. Αλλά μια μέρα χάθηκε και δεν τον ξαναείδαμε. Και κάποιος γείτονας μάς είπε πως τον πάτησε αυτοκίνητο.

 

Πάνω από το υπόγειο είναι η ταράτσα μας, δηλαδή η ταράτσα είναι το ταβάνι του υπόγειου.  Εκεί βγάζουν τα τρία δωμάτια του σπιτιού μας. Είναι μια μεγάλη ταράτσα με τοιχάκι γύρω-γύρω  κι από κάτω βλέπουμε τον χωματόδρομο με τα ταμπάκικα και πιο πέρα τη θάλασσα. Και από την άλλη μεριά της ταράτσας, μακριά στο βάθος, βλέπουμε τον τρούλλο της Ευαγγελίστριας και πιο ψηλά το Ακρωτήρι μέσα στα πεύκα και ξεχωρίζουμε ένα άσπρο σημαδάκι εκεί πέρα που είναι το άγαλμα της Ελευθερίας. Μια φορά πήγαμε στο Ακρωτήρι και το είδα από κοντά. Οι μεγάλοι λένε πως είναι άσχημο. Αφού το λένε, έτσι θα είναι.

 

Όμως η ταράτσα μας έχει δυο μεγάλα βαθουλώματα και η μαμά μού φωνάζει να μην πατώ εκεί, γιατί μπορεί να γκρεμιστεί η ταράτσα και να σκοτωθώ. Κανείς δεν πατά πάνω σ’ αυτά τα βαθουλώματα, είναι πολύ επικίνδυνα. Αλλά στα άλλα σημεία της ταράτσας μπορούμε να πατάμε και το καλοκαίρι οι γονείς μου καλούν τους φίλους τους εκεί, στρώνουν τραπέζια και παίζουν χαρτιά.

 

Η μαμά φτιάχνει τούρτες για να τους κεράσει, κάτι πολύ όμορφες τούρτες, και τις στολίζει από πάνω με διάφορα σχέδια δικά της, σε όλα τα χρώματα, πράσινο, μπλε, κίτρινο, κόκκινο, πορτοκαλί. Αλλά τώρα σταμάτησε να τους βάζει όλα αυτά τα χρώματα, γιατί τα απαγορέψανε, είναι, λέει, επικίνδυνα για την υγεία.

 

https://www.topontiki.gr/2017/03/24/to-gigantio-agalma-tis-eleftherias-pou-dichase-ta-chania-photos/

 (Σήμερα το άγαλμα αυτό έχει γκρεμιστεί).



(Συνεχίζεται)


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: