24/1/23

Ο θάνατος της Ισιδώρας

 



 

 

Η Ισιδώρα πέθαινε.


Λίγες ώρες ακόμα απέμεναν μέχρι το οριστικό της τέλος.

 

Πέθαινε όμως όμορφα, περιστοιχισμένη από τα εφτά παιδιά της, τέσσερα κορίτσια και τρία αγόρια, από τα δέκα τέσσερα εγγόνια της και τα οχτώ δισέγγονά της που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από το κρεβάτι της και την κοίταζαν σιωπηλοί και με βαρύ βλέμμα. Μόνο τα δισέγγονα έδειχναν αμήχανα και δυο από αυτά, πολύ μωρά, δεν καταλάβαιναν τίποτα.

 

Η σχεδόν εκατόχρονη Ισιδώρα άνοιξε κάποια στιγμή τα μάτια της και κοίταξε τους απογόνους της. Το θολό της βλέμμα περιπλανήθηκε πάνω στα αγαπημένα της πρόσωπα για λίγο, ύστερα έκλεισε πάλι τα μάτια.

 

«Έχω έναν ωραίο θάνατο», σκέφτηκε.

 

Δεν ήταν εύκολο πράγμα να γεννήσεις και να αναστήσεις εφτά παιδιά, να τα φροντίσεις να μην τους λείψει τίποτα, να τα παρηγορείς, όταν εκείνα κλαίνε, να τα λούζεις, να τα πλένεις, να τα ντύνεις, να πλένεις τα λερωμένα τους και να τα σιδερώνεις, να μαγειρεύεις και να τα ταΐζεις κάθε μέρα, να τα μαθαίνεις τρόπους, να παρακολουθείς τα διαβάσματά τους, να τα μαλώνεις, όταν έκαναν κάτι άπρεπο, να τα επιβραβεύεις με γλυκόλογα, όταν έκαναν το σωστό.

 

Η Ισιδώρα τα έκανε όλα αυτά παράλληλα με το νοικοκυριό, μια μέρα ολόκληρη δεν της έφτανε να τα προλάβει όλα, καθώς ο άντρας της λίγο αδιάφορος, λίγο εγωιστής, έφερνε χρήματα στο σπίτι, όμως γύριζε με τις παρέες του και γλεντούσε τη ζωή του και πολλή σημασία δεν έδινε στην οικογένειά του.

 

Εκείνην όμως δεν την ένοιαζε και πολύ, είχε τα εφτά παιδιά της και αυτό τής ήταν αρκετό και πόσο χαιρόταν, όταν οι δάσκαλοι τής έλεγαν καλά λόγια και τα επαινούσαν, πόσο χαιρόταν να τα βλέπει να μεγαλώνουν και να προκόβουν στη ζωή τους, να παντρεύονται, να κάνουν τα δικά τους παιδιά. Πόσο χαιρόταν την αγάπη τους, όταν έρχονταν να τη δουν φέρνοντας μαζί τους και τα εγγόνια της, να τη ρωτούν, αν είναι καλά, αν χρειάζεται τίποτα, να τρέχουν, όταν κάτι της χρειαζόταν, να την πηγαίνουν στους γιατρούς, όταν άρχισε να καταπέφτει και ο άντρας της είχε προ πολλού πεθάνει και ζούσε μόνη στο μεγάλο σπίτι που άδειασε, αφού όλοι ένας ένας με τη σειρά τους έφυγαν.

 

Όμως η Ισιδώρα ποτέ δεν ένιωσε μόνη. Πάντα κάποιο παιδί της ερχόταν να τη δει, κάποιο τηλεφωνούσε να μάθει τι κάνει και στις γιορτές την έπαιρναν στα σπίτια τους και γιόρταζαν όλοι μαζί. Και τι χαρά, όταν άρχισαν να έρχονται στον κόσμο και τα δισέγγονα, η τελευταία σπορά της, πόσο ένιωθε ότι η ζωή της μάκραινε και μεγάλωνε, κάθε φορά που αποχτούσε και νέο δισέγγονο.

 

Μα όσο κι αν την παρακαλούσαν τα παιδιά της να έρθει να μείνει μαζί τους, να μην είναι μόνη στο μεγάλο, άδειο σπίτι, εκείνη αρνιόταν, δεν ήθελε να γίνει βάρος κανενός και μια χαρά τα κατάφερνε μόνη της, καθόλου δεν την ένοιαζε αυτό.

 

Άνοιξε πάλι τα μισοσβησμένα μάτια της η Ισιδώρα και κοίταξε ένα ένα τα παιδιά της. Όλα καλά παιδιά, ο Θεός την ευλόγησε, όλα καλά τής βγήκαν. Είχαν βέβαια και κάποια ελαττώματα, αλλά και ποιος δεν έχει; Η Ελπίδα πήρε από τον πατέρα της, είχε εγωισμό, η Ειρήνη θύμωνε εύκολα, αλλά γρήγορα της περνούσε, η Σοφία ήταν κλειστή και λιγομίλητη, η Αγάπη ήταν λίγο τσιγκούνα, ο Άγγελος αντίθετα ήταν σπάταλος, σαν τον πατέρα του κι αυτός, ο Αναστάσης λίγο τεμπέλης, γι’ αυτό και ήταν χοντρός από το καθισιό, και ο Απόστολος εριστικός σαν την Ειρήνη.

 

Όμως κανένα τους ελάττωμα δεν ήταν τόσο σοβαρό, είπαμε, τέλειος δεν είναι κανείς. Παντρεύτηκαν καλούς συντρόφους, έκαναν τα παιδιά τους, δούλευαν και πρόκοβαν. Ακόμα και ο Αναστάσης ο τεμπελάκος είχε μόνιμη δουλειά και καλοπληρωμένη, αλλά, όταν γύριζε στο σπίτι του, ξάπλωνε στον καναπέ και σηκωνόταν από κει μόνο για να πάει για ύπνο στο κρεβάτι του.

 

Μισάνοιξε τα χείλη η Ισιδώρα και μουρμούρισε:

«Να μη λυπάστε που φεύγω, εγώ είμαι χαρούμενη».

 

Τα παιδιά της αντάλλαξαν ανήσυχα βλέμματα. Τα μικρότερα εγγόνια της την παρατηρούσαν με κάποια περιέργεια, πρώτη φορά τούς συνέβαινε κάτι τέτοιο, η γιαγιά πέθαινε και αυτό γινόταν μπροστά τους. Αλλά αυτή ήταν η επιθυμία της γιαγιάς. Τους ήθελε όλους κοντά της, τα παιδιά της, τα εγγόνια της και τα δισέγγονά της. Όλοι εκεί, είκοσι εννιά άτομα στριμωγμένα στην παλιά, μεγάλη κρεβατοκάμαρα, αμήχανα, λυπημένα και βουβά και μόνο τα δισέγγονα έδειχναν να μην καταλαβαίνουν τι γινόταν.

 

Η Ισιδώρα προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά δυσκολεύτηκε. Ήθελε να τους εξηγήσει, γιατί ήταν χαρούμενη, αλλά δεν είχε πολλή δύναμη για να πει αναλυτικά τη σκέψη της. Ότι δηλαδή ο θάνατος δεν είναι θάνατος, όταν βλέπεις μπροστά σου τη σπορά σου συγκεντρωμένη, ζωντανή, γεμάτη σφρίγος και με πολύ ακόμα μέλλον. Ότι ο θάνατος στην αγκαλιά των αγαπημένων σου απογόνων είναι η πιο γλυκιά ανταμοιβή που σου δίνει η  ζωή. Ότι στην πραγματικότητα δεν πεθαίνεις, ότι εξακολουθείς να ζεις στα σώματα που βγήκαν από το σώμα σου.

 

Δεν μπόρεσε όμως να πει τίποτε από όλα αυτά, μόνο τα σκέφτηκε κι έκλεισε πάλι τα μάτια.

 

Απόλυτη σιγή επικράτησε στο δωμάτιο.

 

Η Ισιδώρα ένιωσε πως το τέλος ήταν πια πολύ κοντά. Άνοιξε ξανά τα μάτια.

 

Και είδε την κάμαρη άδεια. Μισοσκότεινη. Η παμπάλαιη γκρίζα κουρτίνα στο παράθυρο ήταν τραβηγμένη και ένα χαμηλό φως έμπαινε δισταχτικά στο δωμάτιο. Κάτω από το παράθυρο μια άδεια καρέκλα. Στον διπλανό τοίχο ένας παλαιικός μεγάλος καθρέφτης αντανακλούσε τον απέναντι τοίχο με ένα κάδρο που παρίστανε έναν αγρότη παρέα με το φορτωμένο του άλογο να γυρνά στο σπίτι του. Από την άλλη μεριά μια δεύτερη άδεια καρέκλα. Μπροστά της ένα τραπεζάκι με μικροπράγματα πάνω του, ένα ανθοδοχείο με αποξηραμένα λουλούδια, ένα τασάκι, ένα παλιό μπιμπελό που έδειχνε ένα κορίτσι καθισμένο.

 

Ένα εντελώς άδειο, μεγάλο, βουβό δωμάτιο.

 

Η Ισιδώρα περιέφερε ένα γύρο το σβησμένο βλέμμα της και ψιθύρισε: «Όμως πόσο μετανιώνω που δεν σας γέννησα, καλά μου παιδιά…τώρα ο θάνατος είναι αληθινός θάνατος».

 

Έκλεισε τα μάτια και δεν τα ξανάνοιξε πια.

 


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: