5/12/11

Η αναπαράσταση μιας εκτέλεσης (διήγημα)



(Το διήγημα είναι βασισμένο στην περιγραφή της εκτέλεσης των Γεωργίου Καρδίτση και Ιωάννη Κυριακού ή Γεωργίου στις 3 Μαΐου 1898 στο Παλαμήδι. Είχαν αποπειραθεί να δολοφονήσουν το βασιλιά Γεώργιο Α΄ στις 14 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους.)

Την άνοιξη ο Θεός πεθαίνει κι έπειτα ανασταίνεται. Οι άνθρωποι μόνο πεθαίνουν.
Δύο προς τρεις Μαΐου του χίλια οχτακόσια ενενήντα οχτώ.
Κρατούν  τη νύχτα ξύπνια  τα τριζόνια. Είναι νύχτα βαριά, το φεγγάρι στον ουρανό αμίλητο και οι σκιές σαλεύουν, δεν ξέρεις αν σου κρατούν συντροφιά ή αν σε φοβερίζουν.
Δεν έχει ύπνο απόψε, μόνο ο Δίκαιος κοιμάται.
Ψηλά, πάνω από την πόλη, στα μπουντρούμια της φυλακής οι μελλοθάνατοι και οι σύντροφοί τους, ισοβίτες, φονιάδες, κλέφτες και ληστές,  ξαγρυπνούν μ’ ένα κούφιο σώμα, αδειασμένοι και διάφανοι.


Το φεγγάρι προχωρεί το δρόμο του, κάποια σύννεφα το σκιάζουν, ύστερα απομακρύνονται. Οι ώρες φεύγουν με αθόρυβες πατημασιές κι εγώ μπαίνω αόρατη στη φυλακή.
Μυρίζει υγρασία εδώ μέσα. Στα κελιά οι κατάδικοι στέκονται σαν φαντάσματα, τους προσπερνώ, ακούω ένα βήξιμο, κάποιος άλλος φτύνει. Προχωρώ στο διάδρομο, φτάνω στο κελί των μελλοθάνατων, κοιτάζω από το παραθυράκι.
Βλέπω στο χώμα δυο σκιές κουλουριασμένες.
Προσπαθώ να μπω μέσα στην ψυχή τους, αλλά δεν μπορώ. Είναι ίσως η απόσταση, έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια. Είναι ίσως που δεν έχω καμιά πληροφορία για την τελευταία τους νύχτα. Κυρίως όμως είναι που κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να μπει στην ψυχή ενός μελλοθάνατου.
Δεν μπορώ λοιπόν. Μόνο υποθέσεις μού μένει να κάνω.
Προσεύχονται. Δεν κλαίνε, οπωσδήποτε όχι. Η αγωνία του θανάτου έχει τη δική της ακαμψία, μια μορφή έκστασης, μια βαθιά αταραξία. Ενστικτωδώς προετοιμάζονται για την ανυπαρξία.
Πέθαναν πολλοί, θα πεις. Πριν ένα χρόνο κλάψανε πάλι οι μανούλες. Κι ακόμα δεν έχει μπει ο εικοστός αιώνας με τις εκατόμβες του. Ακόμα να σκεφτείς πως τώρα θα είχαν έτσι κι αλλιώς πεθάνει, ίσως σε άσχημα γεράματα ή σε καμιά συμπλοκή ή από αρρώστια. Μπορείς να παρηγορηθείς, αν θέλεις, βρίσκεις πολλές δικαιολογίες.
Όμως απόψε η νύχτα είναι ανοιξιάτικη και προχωρεί με αθόρυβες πατημασιές. Στέκει, αφουγκράζεται, περιμένει λίγο, τεντώνει το χρόνο σαν λάστιχο κι ύστερα αλλάζει διάθεση και τρέχει βιαστική. Στέκει και τρέχει. Μια νύχτα αναποφάσιστη που παίζει με το χρόνο και κυνηγά το φεγγάρι, το αιχμαλωτίζει, το καρφώνει σαν φλουρί στον ουρανό, το ξεκολλά και το σέρνει ανυπόμονη κατά τον ορίζοντα. Παίζει απόψε η νύχτα, δεν έχει καταλήξει πουθενά.
Κάτω στην πόλη, στην εκκλησία της, η Παναγία νιώθει ολομόναχη και ξεχασμένη. Η φλόγα στο καντήλι τρεμοπαίζει και τη φοβίζουν οι σκιές στους τοίχους. Ακούει τον αέρα, το σάλεμά του μες τις φυλλωσιές κι αναρωτιέται μην ήρθε πάλι κανένα τελώνι και τριγυρίζει στα έρημα  δρομάκια. Μένει με μάτια διεσταλμένα και σκοτεινά, στο βάθος της καρδιάς της προαισθάνεται.
Έξω απ’ την εκκλησία πέρασε σκεφτικός ο Θάνατος κι ανέβηκε στο λόφο, γυροφέρνει τώρα έξω από τη φυλακή.
Και ξαφνικά ακούω το πρώτο κοκόρι. Τα ορνίθια στα κοτέτσια αναταράχτηκαν, τα τριζόνια βουβάθηκαν,  λοιπόν ξημερώνει. Είναι αποφασισμένο  να έρθει κι αυτή η νέα μέρα, τρεις του Μαΐου, χίλια οχτακόσια ενενήντα οχτώ.
Ο αέρας έπεσε.
Η Παναγία κουρασμένη από την αγρύπνια αποκοιμήθηκε μπροστά στο καντήλι της και ψηλά στο λόφο ο Θάνατος στάθηκε κολλητά στον τοίχο, κάτω ακριβώς απ’ το παραθυράκι του κελιού, ήσυχος, σιωπηλός και σίγουρος.
Τέσσερις και μισή.
Ο δεσμοφύλακας – ηχούν τα βήματά του, τα ακούω, βαριά βήματα αρβύλας πάνω στο πλακόστρωτο, μέσα στους άδειους διαδρόμους – ο δεσμοφύλακας μπαίνει στο κελί.
«Ετοιμαστείτε», λέει.
Δεν ξέρω, αν μίλησε σκληρά ή συμπονετικά, η Ιστορία αναφέρει μόνο πως είπε αυτή τη λέξη κι αυτό κυρίως την ενδιαφέρει. Όμως δεν πρόσεξε, αν ήταν λυπημένος ή άχαρος στο ρόλο του, αυτό τής είναι αδιάφορο.
«Ετοιμαστείτε», είπε ο δεσμοφύλακας και ο Θάνατος που το άκουσε, ξεκόλλησε απ’ τον τοίχο κι ετοιμάστηκε. Χλόμιασαν οι μελλοθάνατοι και κοιτάχτηκαν με φρίκη και η Παναγία βόγκηξε στον ύπνο της με τα μάτια κλειστά. Το φεγγάρι είχε δύσει και τώρα τα κοκόρια λαλούσαν σαν τρελά, όμως κάποιος Δίκαιος ανεπηρέαστος κοιμόταν.
Η ακινησία τέλειωσε. Ο ουρανός πήρε να γαλατώνει. Οι φυλλωσιές ήταν ακόμα ολόμαυρες, αλλά σε λίγη ώρα θα πρασίνιζαν χαρούμενα.
Ακούω τους πρώτους θορύβους της ημέρας, μικρά κι αραιά σουρσίματα, ένα βήχα πνιχτό. Κάποιοι μουρμουρίζουν, τα βήματα πληθαίνουν στη φυλακή, κάτω στην πόλη μια πόρτα ανοίγει τρίζοντας, ένα σκυλί γαβγίζει ανόρεχτα.
Οι μελλοθάνατοι βγαίνουν απ’ το κελί.
Τώρα περνούν τους τελευταίους της ζωής τους εξευτελισμούς. Μπροστά απ’ τα κελιά των άλλων κοντοστέκονται, ζητούν συχώρεση – πώς τη ζητούν, με τι φωνή, με τι πρόσωπο, δεν μπορώ να φανταστώ –ζητούν συχώρεση και οι άλλοι  τη δίνουν αμέσως. Είναι εύκολο, είναι απλό, είναι τρομαχτικό: κοιτάζονται στα μάτια, «συχωρεμένοι», λένε οι κατάδικοι στους μελλοθάνατους, τα βλέφαρα έπειτα χαμηλώνουν, ίσως από ντροπή, ίσως  από ενοχή- εκείνοι θα ζήσουν, οι άλλοι όχι – έρχεται το βαθύ δέος  που μουδιάζει κάθε συναίσθημα και τους παραλύει.
Υπάρχει μια αφύσικη ανθρωπιά σ’ αυτή την απάνθρωπη τελετή της περιφοράς. Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα ταχτοποιηθεί εδώ και αιώνες: Πρώτα οι άνθρωποι αποφασίζουν, επίσημα καταδικάζουν σε θάνατο τους ανθρώπους. Δεν είναι μίσος, δεν είναι θηριωδία. Είναι ανθρώπινη δικαιοσύνη. «Εις θάνατον», ορολογία νομική. Οι άνθρωποι εκτοπίζουν μερικές φορές το Θεό, δεν τους χορταίνει το αίμα κι ο Θεός δεν τους προλαβαίνει, γι αυτό αναλαμβάνουν εκείνοι πότε-πότε αυτό το θείο έργο. Πρώτα λοιπόν αποφασίζουν, παίρνουν το ρόλο του Θεού και αποφασίζουν. Μετά έρχεται η ώρα του φόνου και οι άνθρωποι γίνονται ξανά αδύναμοι, κυριευμένοι από το φόβο του θανάτου συγχωρούν, λυπούνται, όλα αυτά. Αλλά οι μελλοθάνατοι είναι ξεγραμμένοι έτσι κι αλλιώς κι οι άλλοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, γιατί είναι μόνο άνθρωποι. Και ο Δίκαιος κοιμάται ανεπηρέαστος.
Στο προαύλιο της φυλακής.
Ο παπάς περιμένει – θα μπει στην Ιστορία κι αυτός, όνομα, επίθετο, βαθμός ιεροσύνης – έτοιμος, με τα κιτάπια του ανοιχτά, με πιο αναπαυμένη απ’ όλους τη συνείδησή του, χρόνια εξοικειωμένος με το θάνατο, ήρεμος λοιπόν.
Και η πόλη έχει ξυπνήσει από νωρίς σήμερα, τρεις του Μαΐου του χίλια οχτακόσια ενενήντα οχτώ, μερικοί έχουν κιόλας ανέβει στο λόφο, στέκονται γύρω από τον παπά και περιμένουν. Το φως δεν είναι ακόμα δυνατό, αλλά είναι αρκετό, ατενίζουν – θέλω να μπω στο μυαλό τους, θέλω να μπω και να καταλάβω – ατενίζουν τη λαιμητόμο, όργανο της ανθρώπινης σοφίας, όργανο αποτρόπαιο και φρικαλέο.Και ακριβώς έτσι είναι, έτσι ακριβώς νιώθουν οι περίεργοι ελεύθεροι πολίτες που ξύπνησαν χαράματα κι ανέβηκαν ως εδώ για να δουν, αυτό ακριβώς θέλουν να δουν, κι όλο και μαζεύονται κι άλλοι στο προαύλιο της φυλακής περιμένοντας κρυφά  ξαναμμένοι τη μυστηριακή γιορτή.
Οι μελλοθάνατοι προβάλλουν στην πόρτα.
Το πλήθος σαλεύει, όπως σάλευαν όλη τη νύχτα οι φυλλωσιές – τώρα ξέρω, οι φυλλωσιές όλη τη νύχτα σάλευαν και φοβέριζαν, δεν συντρόφευαν – η λαιμητόμος ακίνητη στο φοβερό της μεγαλείο κι ο Θάνατος ακροπατώντας έρχεται και στέκεται από κάτω.
Άρχισε ο παπάς αμέσως τους ψαλμούς.
«Και πάντες εν συγκινήσει παρέστημεν θεαταί της λυπηράς αυτής τελετής», έτσι μας λέει η Ιστορία. Κι αυτοί που την έγραψαν έχουν πεθάνει και ο παπάς επίσης και οι περίεργοι ελεύθεροι πολίτες ομοίως και ο Δίκαιος το ίδιο έχει πάθει κι αυτός και η λαιμητόμος έχει διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη και μόνο η γνώση είναι ζωντανή, έχει διαπεράσει το χρόνο και μας μολύνει σήμερα με το μίασμα εκείνης της εκτέλεσης.
Πέντε και είκοσι.
Ο παπάς τέλειωσε τη δουλειά του – άραγε να πληρώθηκε εξτρά γι αυτό το παραπανίσιο του καθήκον;  Τίποτε δεν μας λέει η Ιστορία σχετικά - κλείνει τα κιτάπια του, μαζεύει τα πανιά του, τα διπλώνει προσεχτικά κι ένα μαύρο πουλί φτερουγίζει πάνω απ’ το προαύλιο και φεύγει κατά τη θάλασσα. Ο Θάνατος το κοιτάζει συλλογισμένος, ύστερα κάθεται τεμπέλικα κάτω, περίμενε όλη νύχτα, ας περιμένει ακόμα λίγο.
Οι μελλοθάνατοι ζητούν τσιγάρο και οι άνθρωποι τρέχουν να τους δώσουν κι ύστερα μένουν ακίνητοι σαν αγάλματα και τους παρατηρούν. Μόνο ο παπάς παραμένει χαλαρός. Των άλλων ξαφνικά, συνέκλιναν τα χαρακτηριστικά  και βρέθηκαν  να είναι όλοι  πανομοιότυποι, αντίγραφα ο ένας του άλλου, κλώνοι.
Οι μελλοθάνατοι όμως διαφέρουν από αυτούς. Και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, γιατί αυτοί δείχνουν ακόμα άνθρωποι, αλλά δεν είναι, δεν είναι ακριβώς άνθρωποι, είναι κάτι άλλο που αχνοφαίνεται πίσω τους, μια θαμπάδα, ένας τρεμουλιαστός κυματισμός, η ύλη τους σαν να ετοιμάζεται να αποσυντεθεί, να γίνει άλλα, καινούργια πράγματα.
Στην ανατολή απλώνεται τώρα μια κόκκινη γιγαντιαία φωτιά, ο ουρανός έχει ξανοίξει κάπως και το ίδιο συμβαίνει με όλα τα πράγματα τριγύρω που δεν είναι πια σκοτεινά κι αμφίβολα σχήματα, αλλά συγκεκριμένα αντικείμενα με τα από πάντα αμετάθετα χρώματά τους, ένα-δυο τόνους μόνο πιο κάτω, με λίγες ακόμα σκιές, με μια μικρή δόση αμφιβολίας και αστάθειας.
Κάπως έτσι οι δυο μελλοθάνατοι στέκονται δίπλα στη λαιμητόμο και καπνίζουν, άνθρωποι καθ’ όλα όμοιοι με τους άλλους, μέσα δηλαδή στο γνώριμο σχήμα των ανθρώπων και με τα ανθρώπινά τους χρώματα, αλλά εν τούτοις στεκόμενοι ένα βήμα λίγο πιο πέρα, ανάμεσα στους ανθρώπους και την αμφιβολία, με διάχυτη πάνω τους μια ιδέα ξένη προς το ανθρώπινο, με περισσότερες σκιές από τους άλλους και με χρώματα λίγο πιο σκοτεινά.
Κι ακόμα ο νους τους έχει διαφορετική συμπεριφορά από το νου των άλλων.
«Πέφτανε», καταγράφει η Ιστορία, «σε ανήσυχη μελαγχολία» και καθώς αυτές οι δυο λέξεις δεν πάνε μαζί, μπορώ να καταλάβω πως βρίσκονταν στα σύνορα της τρέλας. Ρουφούσαν τον καπνό και ο καπνός στριμωχνόταν στον ουρανίσκο τους, δεν κατέβαινε κάτω, επειδή ο λαιμός τους ήταν κλειστός σε μια τελευταία ενστικτώδη άμυνα να κρατήσει μες στο σώμα την ψυχή. Κάπου μέσα στο στήθος τους η δύναμή τους μούγκριζε αλλόφρονη από την αγωνία, «δεν βγαίνω έξω, δεν βγαίνω!», μούγκριζε, αλλά βέβαια κανείς από τους θεατές δεν την άκουσε. Μονάχα ο Θάνατος στύλωσε το αυτί κι ύστερα χαμογέλασε, ακούμπησε την πλάτη του στη βάση της λαιμητόμου και χάζεψε την πόλη κάτω. Δεν βιαζόταν. Καθόλου δεν βιαζόταν.
Οι μελλοθάνατοι κοιτάχτηκαν και είδε ο ένας στα μάτια του άλλου ένα ψαράκι να κολυμπά - έκοβε βόλτες η παραφροσύνη εκεί μέσα - και ξέσπασαν κι οι δυο σε τρεμουλιαστά χαχανητά που οι παριστάμενοι τα πήραν για προθανάτια αγωνία. Αλλά ήταν η τρέλα που ψάχνει τέτοιες ευκαιρίες για να χωθεί μες στους ανθρώπους και τώρα είχε αρχίσει το έργο της. Έτρεμαν τα σαγόνια τους κι άφηναν τρεμουλιαστά χαχανητά, όμως εκείνοι δεν το καταλάβαιναν, γελούσαν χωρίς να ξέρουν πως γελούν, ανίκανοι να ορίσουν το πρόσωπο και τους μυώνες τους.
Έτσι τους βλέπω, να γελούν. Μπορεί όμως και όχι. Μπορεί απλώς να έτρεμαν.
Κάποιος πλησίασε και τους ρώτησε, αν ήθελαν ένα ποτηράκι μαστίχα.
Αυτοί σταμάτησαν τα τρέμουλα και είπαν όχι, δεν χρειάζεται και η παραφροσύνη υποχώρησε. Όμως τι τη διαδέχθηκε, δεν μπορώ να ξέρω, τι ακριβώς ένιωθαν οι μελλοθάνατοι εκείνη τη στιγμή, αυτό δεν μπορώ να το πω, είναι ανείπωτο.
Πέντε και εικοσιπέντε, σβήνουν το τσιγάρο τους.
Ο ήλιος κι αυτό το πρωινό παλεύει να ξαναβγεί  από την ανατολή σαν έμβρυο που έρχεται ανάποδα ξεσκίζοντας την κοιλιά της μάνας του. Τα αίματα πετάγονται, βάφεται κόκκινος ο ουρανός και στο προαύλιο μπαίνει ο Εισαγγελέας.
Τώρα η μακέτα ολοκληρώνεται: Ιδού η Πολιτεία,  η Εκκλησία, ο λαός, η φυλακή, η λαιμητόμος, μια κοινωνία πλήρης που οδεύει συνεχώς προς την έξοδο. Έχει αποθέματα ζωής, δεν υπάρχει ανησυχία, σπρώχνει επομένως προς την έξοδο με οργανωμένη κίνηση κάθε τόσο ένα κομμάτι της – γιατί ακόμα, είπαμε, δεν έχει μπει ο εικοστός αιώνας, οπότε ο φόνος θα βιομηχανοποιηθεί.
Φύσηξε πάλι το αεράκι, είχε μια μυρωδιά από τριαντάφυλλα, απ’ αυτά τα κόκκινα, τα κίτρινα και τα πορτοκαλιά που μπουμπουκιάζουν κάθε Μάιο στους κήπους  κι ο Θάνατος πήρε μια βαθιά αναπνοή και σηκώθηκε από κάτω.
Διάβασαν πρώτα την καταδίκη του ενός. Έτσι γίνεται στον επίσημο και προμελετημένο φόνο. Το θύμα  πρώτα θα πεθάνει ζωντανό αμέτρητες φορές κι έπειτα άλλη μια φορά και τελευταία που τότε δεν θα έχει συνείδηση και άρα ούτε πόνο.
Μετά τον έπιασαν, τον έδεσαν –  σταματώ σ’ αυτή τη λεπτομέρεια: δένω κάποιον για να τον σκοτώσω, τον δένω για να του αφαιρέσω το ύστατο φυσικό δικαίωμα της αυτοάμυνας, τον δένω ενώπιον κοινού για να τον κάνω άθυρμα και παίγνιο. Τον έδεσαν λοιπόν κι εκείνος σαν αρνί δεν αντιστάθηκε καθόλου, δέχτηκε να τον δέσουν – αυτό κι αν είναι αλλοίωση της βούλησης: δέχομαι να με δέσετε, συμφωνώ, σκοτώστε με.
Οι θεατές παρακολουθούν άκαμπτοι, ο παπάς μουρμουρίζει άχρηστα λόγια χαζεύοντας τον άπατο ουρανό κι ο μελλοθάνατος, δίπλα στη λαιμητόμο, μιλά στο κοινό του, μας το διέσωσε αυτό η Ιστορία, και λέει  με ψύχραιμη φωνή τούτα τα λόγια:
«Αμάρτησα ως άνθρωπος», αυτό είπε, « και ζητώ να με συχωρέσετε», έτσι είπε στο κοινό και τους δημίους του, «και να σας συχωρέσει ο Θεός κι εσάς».
Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια και οι δήμιοί του τον συχώρεσαν κλέβοντας πάλι λίγη από την εξουσία του Θεού και πρέπει ύστερα να τους συχώρεσε κι αυτούς  ο Θεός και έτσι όλα κανονίστηκαν και μόνο ο μελλοθάνατος βρισκόταν έξω απ’ την κανονικότητα, γιατί ήταν ακόμα ζωντανός. Και όλη αυτή την ώρα η Παναγία κάτω στην πόλη, στο ναό της, σπαρταρούσε και βογκούσε μες στον ύπνο της, αλλά δεν μπορούσε να ξυπνήσει, μόνο τιναζόταν κι άλλαζε ιδρωμένη πλευρό.
Ο μελλοθάνατος γονάτισε – Κύριε, έρχεται το αρνί σου, έρχεται και ξανάρχεται – από πάνω η λεπίδα σε ύψος ικανοποιητικό, ακίνητη ακόμα, από κάτω ο λαιμός του αρνιού, πιο κάτω ο Θάνατος, πιο κάτω οι θεατές, πιο κάτω η Παναγία. Πάνω από τη λαιμητόμο ο Δίκαιος, πάνω απ’ το Δίκαιο το χάος, στη μέση η λαιμητόμος και το λεπίδι της, ακίνητο ακόμα για λίγα δευτερόλεπτα – ποιος μπορεί να μας μιλήσει για το γονατισμένο άνθρωπο; Εγώ, όχι, δεν μπορώ.
Τραβάνε το σκοινί, ανοίγει ο Θάνατος την αγκαλιά του, η αγωνία ήταν ως εδώ, ο πόνος ήρθε κι έφυγε χωρίς να γίνει αντιληπτός, η φρίκη δένεται γλυκά και ανεξήγητα με την απόλαυση και το κοινό δονείται μυστικά. Δεν έχουν θέση επομένως εδώ ο φόβος και το έλεος.
Αλλά απέμεινε ένας ακόμη μελλοθάνατος, ένας μόλις άνθρωπος με αφαιρεμένη βούληση, ένας σύντομος άνθρωπος που είδε το θάνατό του πριν πεθάνει, ένας ολίγων λεπτών άνθρωπος.
Ποιος θα μας πει τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στους αδένες του, τι χημικές διαδικασίες έχουν ξεκινήσει,  πόση αδρεναλίνη χύθηκε στο αίμα του κι αν άρχισε κιόλας η σήψη; Αυτά τα ξέρουν  υποθέτω οι βιολόγοι, αλλ’ όμως τι γίνεται εκεί που εδράζεται η συνείδηση, τι τρομερά, άρρητα πράγματα συμβαίνουν εκεί και ποιος μπορεί να μας τα περιγράψει;
Στάθηκε στο ικρίωμα κι εκείνος και μίλησε στο κοινό του. Είπε:
«Ευχαριστημένος κόβομαι. Δεν έκανα παρανομία αλλά το καθήκον μου. Πεθαίνω για την πατρίδα. Ζήτω η πατρίδα!»
Αυτά επί λέξει είπε και τα κατέγραψε συγχυσμένη η Ιστορία. Μπορεί να ήταν λόγια της αδρεναλίνης ή κάποιας άλλης χημικής ουσίας του σώματός του ή λόγια της συνείδησης που υπερφορτώθηκε με τον αποκεφαλισμό που είδε κι έχασε ξαφνικά τον έλεγχο, μπορεί ακόμα να ήταν ξένη η φωνή, φωνή αρχαίων προγόνων που αναδύθηκε από το κύτταρο την ύστατη στιγμή. Αυτό κανείς δεν θα το εξακριβώσει.
Αλλά οι ελεύθεροι πολίτες από κάτω ταράχτηκαν πολύ. Δεν είχε θέση εδώ η πατρίδα – όμορφη λέξη και ιδανική, άπιαστη λέξη – στα χείλη κάποιου που τον καταδίκασαν σε θάνατο. Δεν είχε το δικαίωμα αυτός – μελλοντικός νεκρός επίσημα σφραγισμένος – να τους θυμίζει την πατρίδα, άνθρωπος που σε λίγο δεν θα είναι άνθρωπος. Σήμερα εδώ, τρεις του Μαΐου χίλια οχτακόσια ενενήντα οχτώ, συγκεντρωθήκαμε για να τιμήσουμε το θάνατο, όπως αρμόζει σε μια σεμνή και όλο μετάνοια τελετή, να δούμε τα κορμιά να ξεψυχάνε, το αίμα να τινάζεται απ’ τους κομμένους λαιμούς, να ξαναζήσουμε τις άπειρες σφαγές του παρελθόντος μας. Η αυγή τούτη είναι αφιερωμένη στο Θάνατο και η  Πατρίδα βρίσκεται σ’ άλλη περιοχή του γνωστικού μας, εδώ έχουμε τώρα τα λήμματα του θήτα – θάνατος, θύμα, θύτης, θεατής, θυμός, θερίζω, θέαμα, θεωρώ, θεός – η Πατρίδα βρίσκεται στο πι – πατρίδα, πέτρα, πείνα, πρόγονοι, πίστη, πόλεμος και πυρ.
Ταράχτηκαν σφόδρα λοιπόν οι ελεύθεροι πολίτες από κάτω και γιουχάισαν το μελλοθάνατο. «Ανόσιε!», του φώναξαν, «μίασμα βρωμερό!» και κάποιος σήκωσε μια πέτρα από κάτω και του  πέταξε.
Ο ήλιος έσκασε μύτη στην ανατολή βουτηγμένος στα αίματα, ένα μωρό που ήρθε ανάποδα στον κόσμο, κι η μάνα του, σώμα πελώριο και πλαδαρό, ξεψύχησε ευτυχισμένη. Το μαύρο πουλί ξαναπέταξε πάνω από τον αυλόγυρο, «έλα, ψυχή, σε περιμένω, μην καθυστερείς», και φάνηκε καθαρά η άνοιξη ολόγυρα, η εποχή που οι θεοί ανασταίνονται - μόνο οι θεοί - και η λεπίδα έπεσε σαν αστραπή.
Ο Θάνατος πετάχτηκε σβέλτος, άρπαξε και τη δεύτερη ψυχή και κίνησε έπειτα να φύγει. Στην καγκελόπορτα κοντοστάθηκε, γύρισε και τους κοίταξε όλους, τους θεατές, τον παπά, τον εισαγγελέα, τους δήμιους, τους δεσμοφύλακες.
«Θα ξανάρθω», είπε ήσυχα,  «θα σας πάρω όλους, έναν-έναν».
Κι έφυγε.
Οι άνθρωποι στο προαύλιο πήραν βαθιά ανάσα. Αποτύπωσαν στη μνήμη - τη δική τους, των παιδιών τους και όλων των απογόνων τους – τις λεπτομέρειες της φρίκης και κατέβηκαν στην πόλη αμίλητοι. Είχαν όλο τον καιρό, όλο τον καιρό να μιλήσουν γι αυτό, μέρες και νύχτες ατελείωτες, χρόνια ολόκληρα θα μιλούσαν για τον αποκεφαλισμό, τους χειμώνες σκαλίζοντας τα κούτσουρα στο τζάκι, τα καλοκαίρια κάτω απ’ τις κληματαριές με τα παιδιά και τα εγγόνια τους να τσιρίζουν χαρούμενα τριγύρω.
Στο προαύλιο της φυλακής εμφανίστηκε η Μαρία η Μαγδαληνή – «γυνή τις εκ Προνοίας» αναφέρει η Ιστορία – και σαβάνωσε τα κομμένα κορμιά με σκέψεις άγνωστες σε μας. Ύστερα άλλοι τα πήραν και τα ενταφίασαν στο κοιμητήριο του Αγίου Ιωάννου και ο ήλιος ήταν πια γεγονός, το φως του και η ζεστασιά του και η ανοιξιάτικη μέρα με τους ήχους της, το βούισμα των μελισσών, το κελάηδισμα των πουλιών, το τρίξιμο των κάρων, τις τσιρίδες των γυναικών, τα στριγκλίσματα των παιδιών.
Κάτω στην πόλη, στη μισοσκότεινη και υγρή εκκλησία, η Παναγία βγήκε απ’ το βραχνά της πνιγμένη στα δάκρυα. Γύρισε κατά τον Πρόδρομο που αιώνες τώρα στέκεται πιο πέρα κρατώντας το δίσκο με το κομμένο του κεφάλι και του είπε:
-Ιωάννη, ξανά τον ίδιο εφιάλτη είδα απόψε. Αποκεφάλισαν πάλι άλλους δυο πάνω στο λόφο.
Αυτός κοίταξε το κομμένο του κεφάλι και δεν μίλησε.
-Γιατί, Ιωάννη, γίνονται και ξαναγίνονται τα ίδια φονικά; Κουράστηκα να κλαίω και να μαυροφορώ.
-Αχ, Μητέρα των Αγίων Εκτελεσμένων, αναστέναξε ο Πρόδρομος. Τι ξέρεις εσύ από πολιτική; Δουλειά δική σου είναι να πενθείς.
Κάποιος μπήκε στο ναό, ίσως ο παπάς, και οι εικόνες σώπασαν.
Πέρασαν από τότε πάνω από εκατό χρόνια. Όλοι όσοι ζούσαν στις τρεις Μαΐου του χίλια οχτακόσια ενενήντα οχτώ, έχουν πεθάνει. Και τα παιδιά τους πέθαναν κι αυτά. Κι αυτοί που ήρθαν έπειτα τίποτα δεν θυμούνται, ετοιμάζονται σιγά σιγά για το δικό τους θάνατο. Ξεχάστηκε αυτή η ιστορία, ήρθαν οι εκατόμβες του εικοστού αιώνα και την έπνιξαν με το αίμα τους.

Μόνο η Παναγία ζει ακόμα και θυμάται και κλαίει δίπλα στον Ιωάννη. Αλλά οι άνθρωποι που έρχονται στην εκκλησία τις Κυριακές νομίζουν ότι βλέπουν ζωγραφιές στους τοίχους.






2 σχόλια:

AKG είπε...

Πολύ άγριο μέσα του το κείμενο, Καίτη.
Μας γονάτισες.

Καίτη Βασιλάκου είπε...

AKG, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Είναι ο κόσμος του 19ου αιώνα: φτωχός, σκληρός, με μια αίσθηση δικαιοσύνης ξένη προς τη δική μας. Ένας κόσμος αδιέξοδος και από πουθενά φως.