20/6/23

Αρσενική βία

 




Αν θέλετε να είστε ισότιμες με τους άνδρες, καλές μου φεμινίστριες, πρέπει πρώτα πρώτα να τους αγαπάτε, όχι να τους μισείτε. Οι άνδρες δεν είναι εχθροί μας, είναι σύντροφοι στον αγώνα και στις χαρές της ζωής.

 

Μόνο που η Φύση τούς αδίκησε φυτεύοντας μέσα τους τη βία, ενώ εμάς μας προίκισε με υπομονή και με πιο ειρηνική συμπεριφορά.

 

Λογικό: μια βίαιη γυναίκα θα γίνει μια κακή μητέρα κι αυτό η Φύση δεν το θέλει. Ένας βίαιος άνδρας έχει ή μάλλον είχε, γιατί μιλάμε τώρα για την προϊστορία του είδους μας, περισσότερες πιθανότητες να προστατέψει την ομάδα του και την οικογένειά του από τους κινδύνους. Και η πρωτόγονη γυναίκα ενστικτωδώς θα προτιμήσει αυτόν για σύντροφό της, γιατί εκτός του ότι θα νιώθει ασφάλεια κοντά του, θα γεννήσει τα παιδιά του που θα φέρουν τα επιθετικά γονίδια του πατέρα τους, άρα θα έχουν περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης.

 

Η βία είναι αρσενική, είναι «δώρο» της Φύσης προς τους άνδρες. Στις γυναίκες αντίθετα η βία  είναι αμελητέα και μάλλον εξαίρεση.

 

Αλλά η Φύση δεν προέβλεψε ότι ο άνθρωπος θα εξελισσόταν στον πολιτισμό και θα ερχόταν η στιγμή που η βία θα γινόταν εμπόδιο στην κοινωνική πρόοδο.

 

Σήμερα οι γυναίκες απαιτούμε ισότιμη μεταχείριση με τον άνδρα και το έχουμε πετύχει σε πολλούς τομείς. Ακόμα όμως έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. Βοηθός στην προσπάθειά μας είναι ο σύγχρονος άνδρας. Δεν τον βάζουμε επομένως στο στόχαστρο και δεν τον λιθοβολούμε. Τον θέλουμε συμπαραστάτη στον αγώνα μας.

 

Δεν είναι ο εχθρός αυτός. Αν η γυναίκα γίνεται θύμα και αυτός θύτης, ας σκεφτούμε ότι και αυτός είναι θύμα της Φύσης που τον εφοδίασε με βία σε καιρούς πολύ παλιούς, τότε που η βία είχε τη χρησιμότητά της.

 

Ο άνδρας έχει κάνει μεγάλα βήματα από τότε, έχει μάθει να συγκρατεί την επιθετικότητά του και να σέβεται τη γυναίκα. Υπάρχουν βέβαια και τα απολιθώματα που ζουν ακόμα στην εποχή των σπηλαίων. Αυτά πρέπει να εξαλείψουμε και εναντίον αυτών πρέπει να στραφούμε. Όχι εναντίον ολόκληρου του ανδρικού φύλου.

 

Δεν θα ανοίξουμε τώρα πόλεμο με όλους τους άνδρες, γιατί εκτός του ότι είναι παράλογο, είναι και ανέφικτο και, το χειρότερο, γινόμαστε γραφικές και αντιπαθητικές και οι άνδρες δικαίως μάς χλευάζουν και μας περιφρονούν. Με άλλα λόγια, χάνουμε το παιχνίδι, αγαπητές μου νεοφεμινίστριες.

 

Θυμηθείτε τη σκηνή από μια ταινία του Γούντι Άλεν, δεν θυμάμαι τον τίτλο της τώρα, όπου ο δυστυχής σύγχρονος άνδρας δέχεται επίθεση από κάποιους νταήδες και για να σωθεί, πατάει ο ίδιος τα γυαλιά του στο έδαφος και τα σπάει, μήπως και τον λυπηθούν και τον αφήσουν.

 

Δεν είμαστε βέβαια με τους νταήδες, είμαστε με τον Γούντι Άλεν. Αλλά έτσι τον θέλουμε τον άνδρα; Μήπως και να τον δέρνουμε πότε πότε, αν δεν είναι υπάκουος;

 

18/6/23

Σ' αγάπησα, μ' αγάπησες

 





Σ’ αγάπησα


με όλους τους τρόπους,


όμως


ποτέ δεν σου είπα «σ’ αγαπώ».


Μ’ αγάπησες κι εσύ,


βαθιά μ’ αγάπησες,


κι ας μη μ’ αγκάλιασες ποτέ.


 

Ποτέ για την αγάπη μας


δεν είπαμε κουβέντα.


Κι αυτή ακόμα ζει 


και είναι τρυφερή


και είναι γλυκιά και αθάνατη.


Ακόμα ζει κι ανθίζει,


ενώ εσύ, πατέρα μου,


έχεις πεθάνει.



17/6/23

Πώς να σου το πω

 





Πώς να σου πω πως σ’ αγαπώ,


εγώ εδώ,


σε μια κλειστή Μεσόγειο,


κι εσύ εκεί


στην άκρη του Ειρηνικού,


όταν εδώ είναι μέρα,


εκεί είναι νύχτα,


όταν σου γράφω ποιήματα,


εσύ κοιμάσαι.



Φτεροκοπά η αγάπη μου


δεμένη στη μικρή μου θάλασσα,


ενώ εσύ κοιτάς έναν απέραντο ωκεανό


με κύματα θεόρατα


και δεν μπορείς να ακούσεις


τη σιγανή φωνούλα της.



9/6/23

"Αφήστε την να ξεκουραστεί"

 



 

 

«Αφήστε την να ξεκουραστεί».


Αυτό μου είπε φίλος που γνώριζε το ιστορικό της μητέρας μου και που την φιλοξενούσε στον οίκο ευγηρίας που είχε.


Για δυο χρόνια, κάθε τρεις και λίγο, την πηγαινοέφερνα στα νοσοκομεία, της έβαζαν αίμα, της έδιναν φάρμακα και μου την παρέδιδαν. Δεν μπορούσαν να της κάνουν τίποτε άλλο. Σε λίγο πάλι η κατάστασή της ήταν άθλια. Θεραπεία για την αρρώστια της δεν υπήρχε. Το μυαλό της το είχε χάσει. Κειτόταν στο κρεβάτι και ήταν απλώς ένα σώμα που η αρρώστια χόρευε πάνω του. 


Και ξανά στο νοσοκομείο. Και ξανά. Και ξανά. Και χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Μόνο μια απλή παράταση στο μαρτύριο ενός καταδικασμένου σώματος.


Ένα απόγευμα μου τηλεφωνεί ο φίλος από το ίδρυμα:


-Η μητέρα σας δεν είναι πάλι καλά. 


Ένιωσα απελπισία.


-Τι να κάνω; τον ρώτησα.


-Αν θέλετε τη γνώμη μου, αφήστε την να ξεκουραστεί. Δεν έχει κανένα νόημα να την ταλαιπωρείτε με νέες εισαγωγές στο νοσοκομείο και θεραπείες που απλώς παρατείνουν την τυραννία της.


Έκλεισα το τηλέφωνο και οι δύο ώρες που ακολούθησαν ήταν οι χειρότερες της ζωής μου. Πηγαινοερχόμουν πάνω κάτω αναποφάσιστη, θολωμένη, τρελαμένη.


Ύστερα ξαναχτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ξανά ο φίλος αυτός:


-Η μητέρα σας ξεκουράστηκε, μου είπε.


 Δεν θα αναφέρω τα άλλα συναισθήματα που με κατέκλυσαν και με έλιωσαν. Θα αναφέρω μόνο ένα από αυτά: ανακούφιση. Το μαρτύριο της μητέρας μου είχε πια τελειώσει. Είχε επιτέλους αναπαυτεί.


Όταν πήγα στο ίδρυμα, την είδα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ήσυχη, σαν να κοιμόταν.


Σήμερα, είκοσι οχτώ χρόνια μετά, δεν έχω μετανοήσει ούτε μια στιγμή. Είχα κάνει αυτό που έπρεπε.