30/9/13

Παιδική ηλικία: το όνειρο που μας στοιχειώνει





Η παιδική ηλικία έχει κάτι μαγικό, κάτι που δεν μπορούμε πια να το ξαναζήσουμε. Ακόμα και όσοι δεν είχαν ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, όταν τα θυμούνται, νιώθουν μια αναπόφευκτη νοσταλγία.

Επειδή εκεί, στα χρόνια αυτά που ήμασταν παιδιά, ο Κόσμος ήταν καινούργιος, άγνωστος και ανεξερεύνητος. Κάθε μέρα νέες εμπειρίες και γνώσεις αποτυπώνονταν στο φρέσκο μας μυαλό που αργά και καίρια μάς μετασχημάτιζαν για να μας δώσουν ύστερα, στα χρόνια της ενηλικίωσης, την τελική μας μορφή. Αυτό που είμαστε σήμερα οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στον τρόπο που βιώσαμε την παιδική μας ηλικία.

28/9/13

" Ω, πόσο μακριά..."


Τώρα δεν έχεις πια επιστροφή,
ο χρόνος γύρισε ανάποδα
και μια απέραντη σιγή
απλώθηκε στον κόσμο,
μπορείς τα πάντα τώρα
-τα αντάλλαξες με την ελπίδα σου,
χωρίς καθόλου να νοιαστείς.

Τώρα είναι γεμάτο το κορμί σου από μηνύματα,
εδώ η ενοχή,
εδώ η λαγνεία,
ο έρωτας εδώ,
και από κάτω ο θυμός,
η οργή, η μανία,
η έκσταση,
μετά η απόγνωση,
ύστερα η παραίτηση
και κάτι απέραντα σκοτάδια.

Δες τώρα
πώς γυρίζει αργά ανάσκελα ο χρόνος,
πώς οι ορίζοντες μετακινούνται,
κι έγιναν άφαντοι οι άνθρωποι.

Μονάχη τώρα εσύ
σαν Μοίρα,
σαν Θεός,
σαν Φύση Μάγισσα
στέκεσαι φοβερή
κι αποφασίζεις,
χαράζεις τις αιμάτινες γραμμές,
λες ξόρκια
και καλείς συμπότες στο μεθύσι σου
παράξενες μορφές και

ω, πόσο μακριά είναι όλα τα άλλα,
ο θάνατος και η ζωή,
οι ομιλίες και τα βάσανα του ανθρώπου,
οι ανατολές του ήλιου,
οι σκιές της νύχτας,
 οι πόθοι των ερωτευμένων
στα μαλακά κρεβάτια τους,

ω, πόσο μακριά...


25/9/13

Εικονική πραγματικότητα



Πολλές φορές μπαίνω στον πειρασμό να σκεφτώ πως όλα όσα με μια λέξη λέμε «Κόσμος» δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση και πως έξω από μένα, έξω δηλαδή από τον εγκέφαλό μου, δεν υπάρχει απολύτως τίποτα.

Δεν πρωτοτυπώ βέβαια με μια τέτοια σκέψη. Άλλοι πριν από μένα το έχουν σκεφτεί και το έχουν κάνει δόγμα, θρησκεία, φιλοσοφία, λογοτεχνία, κινηματογράφο και δεν ξέρω τι άλλο.

23/9/13

"Κάποτε είχαν ένα νόημα οι Κυριακές..."


Κάποτε είχαν ένα νόημα οι Κυριακές,
μαζεύονταν οι φίλοι κι οι δικοί,
στους δρόμους οι παρέες βόλταραν,
γελούσαν τα παιδιά,
οι γέροι στα μπαλκόνια λιάζονταν,
οι ερωτευμένοι αγκαλιάζονταν,
μιαν άλλη όψη έπαιρνε ο κόσμος,
αιχμηρή,
οξεία,
σαν βέλος καρφωνόταν στην καρδιά μου
και την έσκιζε.

Τώρα κανένα νόημα δεν έχουν πια.
Γίνονται όλα βέβαια
κατά τον ίδιο τρόπο,
σερβίρεται το μοσχαράκι
στο κυριακάτικο τραπέζι,
σμίγουν οι φίλοι κι οι δικοί,
τα σινεμά γεμίζουν τα απογεύματα,
στους δρόμους φλυαρεί ανέμελα ο κόσμος,
στα στέκια οι συντροφιές πίνουνε μπίρες.
Αλλά η καρδιά μου τώρα πέτρωσε,
τίποτα δεν μπορεί να την πονέσει.

Πού πήγε τελικά τόση ωραία θλίψη,
πώς έτσι σπαταλήθηκε άστοχα
και τώρα
ούτε ένα δάκρυ μοναξιάς
ούτε στιγμή μελαγχολίας,
μόνο μια σιδερένια μάσκα
απαθής...


Δημοσιεύτηκε στην: http://bibliotheque.gr/?p=27746