30/9/23

Τέταρτη ηλικία

 



Εσείς που ετοιμάζεστε να μπείτε στην τέταρτη ηλικία και νομίζετε ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν να είναι, όπως είναι τώρα, καλό είναι να σκεφτείτε ότι:

 

Αν δεν έχετε παιδιά που να σας αγαπούν και να μένουν κοντά σας, θα μείνετε μόνοι.

 

Αν έχετε άλλους στενούς συγγενείς που να είναι νέοι και στηρίζεστε σ’ αυτούς, μην ελπίζετε και πάρα πολύ, εκτός πια κι αν είστε τόσο τυχεροί που οι νεαροί αυτοί συγγενείς νιώθουν κάτι παραπάνω από συμφέρον ή υποχρέωση για σας.

 

Αν έχετε σύντροφο, να θυμάστε ότι θα είστε δυο ανήμποροι γέροντες που θα χρειάζονται βοήθεια από τους έξω και πως κάποια στιγμή ο ένας από τους δυο σας θα φύγει και ο άλλος θα μείνει μόνος.

 

Οι άνθρωποι της τέταρτης ηλικίας απομένουν μόνοι. Οι εποχές που μπαινόβγαιναν στο σπίτι φίλοι ή που έβγαιναν με φίλους έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Ο λόγος είναι απλός: οι φίλοι αυτοί γέρασαν και πέθαναν. Αν δεν πέθαναν, είναι πια πολύ γέροι για να έχουν κοινωνικές σχέσεις. Είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους κι αυτοί και παλεύουν με τα γεράματά τους.

 

Εσείς που ετοιμάζεστε να περάσετε το κατώφλι της τέταρτης ηλικίας, μην επαναπαύεστε ότι έχετε φίλους και συγγενείς που θα σας φροντίσουν. Μπορεί να είστε τυχεροί και να βρεθούν κάποιοι να νοιαστούν για σας, όταν έρθουν τα πολύ δύσκολα. Αν δεν είστε όμως τυχεροί, ετοιμαστείτε να περάσετε το τελευταίο στάδιο της μακράς ζωής σας στη μοναξιά και την ανημπόρια.

 

Ακόμα κι αν έχετε παιδιά που σας αγαπούν, αυτά έχουν τη δική τους ζωή, μένουν μακριά, σας τηλεφωνούν βέβαια τακτικά και θα τρέξουν, αν είναι ανάγκη. Αλλά οι μέρες σας θα είναι μοναχικές και γεμάτες ανασφάλεια με την επίμονη σκέψη: «αν πάθω κάτι τώρα και αν δεν μπορώ να ειδοποιήσω κανέναν, ποιος θα το καταλάβει για να τρέξει;»

 

Όταν οι γονείς μου κατέπεσαν, πήγαινα κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά για να τους δω και είχα μια γυναίκα να τους φροντίζει. Όμως θυμάμαι τη μητέρα μου να παραπονιέται συνέχεια: «Τόσοι φίλοι τι έγιναν, πού πήγαν; Πού είναι τώρα αυτοί οι φίλοι, γιατί χάθηκαν;»

 

Θα ήθελα να της πω ότι όλοι εκείνοι οι φίλοι χάθηκαν, γιατί πέθαναν ή γιατί γέρασαν κι αυτοί και κάθονται σιωπηλοί στα σπίτια τους ή γιατί ήταν νεότεροι και συνέχιζαν τη ζωή τους με άλλους φίλους.

 

Πήρα τότε ένα καλό μάθημα για τη μοίρα των γερόντων και για τη μοναξιά που τους περιμένει στα τέλη της ζωής τους.

 

Και από τότε διαβάζω πιο προσεχτικά τα νέα κάποιων που κάποτε υπήρξαν διάσημοι και πλούσιοι και τώρα περιμένουν να πεθάνουν σε ένα οίκο ευγηρίας ή κλεισμένοι στα σπίτια τους και μόνοι. Έζησαν μια θορυβώδη ζωή, γεμάτη επιτυχίες, περιστοιχισμένοι από φίλους, πολλούς φίλους, πέρασαν χρήματα πολλά από τα χέρια τους και πίστευαν πως η ζωή τους θα είναι πάντα έτσι. Τώρα βρίσκονται ξεχασμένοι στα γηροκομεία ή απομονωμένοι στα σπίτια τους, τα οικονομικά τους είναι περιορισμένα ή, ακόμα χειρότερα, δεν έχουν χρήματα και περιμένουν από την καλοσύνη των άλλων.

 

Όσοι ετοιμάζεστε να περάσετε αυτό το μοιραίο κατώφλι της τέταρτης ηλικίας, λάβετε τα μέτρα σας:

 

Η ζωή σας δεν θα είναι εύκολη, εκτός αν έχετε χρήματα για να πληρώνετε τον έναν και τον άλλον για να σας εξυπηρετεί – χωρίς αγάπη εννοείται.

 

Τα παιδιά σας, όσο κι αν σας αγαπούν – αν σας αγαπούν -  δεν θα είναι από πάνω σας όλο το εικοσιτετράωρο, έχουν τις δουλειές τους και τα δικά τους παιδιά.

 

Οι φίλοι σας που ποντάρατε σ’ αυτούς, θα είναι στην ίδια μοίρα με σας, ανήμποροι γέροντες – εκτός κι αν έχουν πεθάνει.

 

Ετοιμαστείτε από τώρα, ψύχραιμοι και λογικοί, γι’ αυτό που έρχεται.



 

28/9/23

Ας χαθούμε στις ψευδαισθήσεις μας

 

Ας χαθούμε στις ψευδαισθήσεις μας,


μια ανάσα να πάρουμε,


γιατί πολύ ποδοπατήθηκε η ζωή μας.




27/9/23

Μόνη

 





Μόνη σου γιόρταζες,


μόνη σου έκλαιγες,


αντέγραφες τον κόσμο


με πολλή επιτυχία.


Μπράβο!


 

Η καταπακτή όμως τώρα άνοιξε


και πώς να την κλείσεις;


Βυθίζεσαι αργά,


φωνάζεις βοήθεια,


αλλά ο κόσμος είναι πια πολύ μακριά,


δεν μπορεί να σ’ ακούσει.




23/9/23

Το κνούτο

 


 

Ήμασταν οικογενειακώς σε ένα φιλικό, γειτονικό σπίτι και κάναμε βεγγέρα. Για τους νεότερους που αγνοούν τη λέξη, βεγγέρα σημαίνει βραδινή επίσκεψη σε φιλικό σπίτι.

 

Ο κόσμος τότε συνήθιζε τις βεγγέρες, μια και δεν είχε τι άλλο να κάνει τα βράδια, μέχρι να έρθει η ώρα του ύπνου. Κάποιοι είχαν ραδιόφωνο και περνούσαν την ώρα τους ακούγοντας διάφορες εκπομπές και τραγούδια, αλλά πόσο πια να το κάνουν αυτό και μάλιστα κάθε βράδυ; Οι λόγιοι υποθέτω ότι διάβαζαν βιβλία, αλλά στον κοινωνικό μου περίγυρο δεν υπήρχαν λόγιοι, επομένως δεν ξέρω. Αν και θυμάμαι τον πατέρα μου να διαβάζει με πολύ ενδιαφέρον την εφημερίδα, την Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη και την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου.

 

Άλλο μέσο διασκέδασης πάντως δεν υπήρχε.

 

Η χαρτοπαιξία ήταν μια λύση. Δεν εννοώ τους μανιακούς χαρτοπαίχτες αλλά τους κανονικούς ανθρώπους που ήθελαν να περάσουν ευχάριστα τη βραδιά τους και έπαιζαν με δραχμές και δίφραγκα. Μαζεύονταν πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο και έπαιζαν κουμ καν και ο κερδισμένος έφευγε με πέντε - δέκα δραχμές στην τσέπη.

 

Υπήρχαν όμως και αυτοί που δεν έπαιζαν χαρτιά. Μια βεγγέρα, μια βραδινή επίσκεψη δηλαδή σε φιλικό σπίτι, ήταν μια καλή λύση για να περάσει η ώρα. Τα παιδιά μαζεύονταν στον δικό τους χώρο και έλεγαν ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι και οι μεγάλοι σε άλλο χώρο έκαναν περίπου το ίδιο.

 

Δεν θυμάμαι καμιά συζήτηση από εκείνες τις βεγγέρες της παιδικής μου ηλικίας, νομίζω όμως ότι οι συζητήσεις ήταν ελαφρές και περιστρέφονταν σε καθημερινά θέματα.

 

Σε μια τέτοια βεγγέρα λοιπόν στο φιλικό, γειτονικό σπίτι βρήκα ένα τεύχος των "Κλασσικών Εικονογραφημένων" με τον τίτλο "Μιχαήλ Στρογκώφ". Αγνόησα τα παιδιά της οικογένειας που είχαμε επισκεφθεί και το άρπαξα με λαχτάρα.

 

Με λαχτάρα.

 

Γιατί οι γονείς μου μπορεί να με έντυναν με ωραία φορεματάκια, να με τάιζαν με ωραία φαγητά, να με πήγαιναν στον κινηματογράφο, να με έπαιρναν μαζί τους στις εξόδους τους σε ταβέρνες και σε κέντρα διασκέδασης και τα λοιπά, αλλά βιβλία και παιχνίδια δεν μου έπαιρναν. Ούτε Κλασσικά Εικονογραφημένα. Ούτε Μικρό Ήρωα. Ούτε Μίκι Μάους. Όλα αυτά τα θεωρούσαν περιττά. Ωστόσο εγώ είχα εξοικειωθεί με αυτή την παιδική κουλτούρα, γιατί δανειζόμουν από τα παιδιά της γειτονιάς τα σχετικά τεύχη.

 

Μιχαήλ Στρογκώφ λοιπόν. Πήρα το περιοδικάκι και αποκόπηκα από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι μεγάλοι έλεγαν τα δικά τους, τα παιδιά της οικογένειας κάπου ήταν, αλλά δεν με ενδιέφερε κι εγώ διάβαζα θαμπωμένη τις περιπέτειες αυτού του Μιχαήλ.

 

Και κάπου εκεί που τον είχαν πιάσει και τον είχαν δέσει, λέει ένας από τους κακούς της υπόθεσης: «Το κνούτο!»

 

Κνούτο; Τι είναι αυτό; Μήπως βρίζει τον Μιχαήλ Στρογκώφ και τον λέει κνούτο; Δεν καταλαβαίνω και αυτό με ενοχλεί, γιατί η ιστορία που διαβάζω δεν πρέπει να έχει κενά. Σταματώ την ανάγνωση συλλογισμένη και προσπαθώ να καταλάβω. Αλλά δεν καταλαβαίνω.

 

-Τι είναι το κνούτο; ρωτάω τελικά τους μεγάλους.

 

Οι μεγάλοι διακόπτουν τη συζήτησή τους και με κοιτάζουν με απορία:

 

-Κνούτο;

-Ναι, κνούτο. Το λέει εδώ!

-Για φέρε να δούμε.

 

Τους δίνω το περιοδικό, βλέπουν το σχετικό εικονίδιο, αλλά δεν βγάζουν άκρη.

 

-Κνούτο, κνούτο… μονολογούν και σκαλίζουν το μυαλό τους, μήπως και θυμηθούν τη λέξη. Μάταια.

 

Απογοητεύομαι. Ούτε οι μεγάλοι ξέρουν τι είναι το κνούτο. Μα τι είναι τέλος πάντων; Συνεχίζω την ανάγνωση κάπως κακόκεφη. Ένας κακός μαστιγώνει τον Μιχαήλ. Μήπως το κνούτο είναι το μαστίγιο; Μάλλον, κάτι τέτοιο πρέπει να είναι, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρη.

 

Τελειώνω την ανάγνωση και έρχεται η ώρα να καληνυχτίσουμε τους οικοδεσπότες μας. Γυρίζουμε σπίτι.

 

Κνούτο… τι παράξενη λέξη…

 

Μου έμεινε η απορία για πολύ καιρό. Κάποτε πάντως έμαθα τι σημαίνει.

 

κνούτο το [knúto] : είδος μαστιγίου από δερμάτινες λωρίδες που καταλήγουν σε μεταλλικά σφαιρίδια.

[ρωσ. knut -ο]

 

Έχει τεθεί σε αχρηστία σήμερα;

Δεν ξέρω.