21/7/12

Η εξομολόγηση ενός βιαστή



Μέσα στην κόλασή μου βρίσκομαι.

Δεν θα σου πω
τι σκέφτομαι,
με πόσους τρόπους
λερώνω το κορμί μου,
τι συναισθήματα
με κατακλύζουν
(όμως σε βεβαιώ
τίποτα όμορφο).

Πέφτω στη λάσπη
και ξανασηκώνομαι
και πάλι πέφτω.
Ω, τι ωραία,
πόσο ηδονικά είναι όλα,
πόσο τυφλά και δυνατά
και ανυποχώρητα
και πόσο εσείς
μου είστε μακρινοί και ξένοι
και πόσο την ανάγκη σας
δεν έχω.

Εδώ ευαισθησίες κι έρωτες 
και άλλα τέτοια
είναι περιττά,
εδώ μόνο κραυγές
και παραμορφωμένα πρόσωπα,
κομμάτια σάρκας
που ανατριχιάζουν ανακλαστικά
και ιστορίες με δράκους και στοιχειά
 - όλα αηδιαστικά και αποκρουστικά
για τα δικά σας γούστα -
κι αυτό που λέτε εσείς ψυχή
 μια μαύρη πέτρα είναι
παγωμένη.

Μα πότε πότε ξαφνικά
ο γλάρος Ιωνάθαν
ακούγεται από μακριά
και μια μορφή
 - αχ, μια μορφή πολύ αγαπημένη -
αναδύεται στη μνήμη.

Και κοίτα, φίλε μου,
συμβαίνει τώρα
κάτι μαγικό.
Όλα τα απάνθρωπα
εξαφανίζονται,
σαν να μην έγιναν ποτέ
και μένει μόνο ένα σφίξιμο,
μια έγνοια τρυφερή
και μια διάθεση για δάκρυα,
μια απροσδόκητη ευαισθησία.

Το ξέρω, φίλε μου,
για μένα όλα αυτά
είναι απαγορευμένα.
Όμως , τι θέλω να σου πω,
ότι δεν είμαι μόνο ένα θηρίο.

Πονάει κι εμένα πότε-πότε η καρδιά μου.


19/7/12

Άτιτλο



Ξέρω από κόλπα και τεχνάσματα εγώ,
γι αυτό, Ζωή, μη μου κουνιέσαι.
Κλείνω τους διακόπτες
τούτη τη στιγμή
και σε ακυρώνω.

Μ’ έφτυσες μια φορά εσύ,
σε φτύνω δέκα.

18/7/12

Φυσικά πράγματα



Γιατρέ μου, πώς το είπατε αυτό;
Και τούτο πάλι πώς το λέτε;
Κι αυτό;
Κι εκείνο;
Και το άλλο;

Και είμαι όλα αυτά εγώ;
Μπα, τι μου λέτε τώρα!
Δεν βλέπω στον καθρέφτη μου
καλύτερα;

Όλα όσα λέτε κι άλλα τόσα
κι ακόμα άλλα τόσα
που δεν λέτε
στολίζουν το κορμί μου
σαν ανάγλυφα.

Μυστήρια που είναι
αυτή η φύση μας, γιατρέ μου.
Και πόσο περιγραφική!

16/7/12

Το μοίραμα




Η Λάχεσις, η Άτροπος και η Κλωθώ
κάποτε στάθηκαν στην κούνια μου από πάνω.

Ήτανε νύχτα ανοιξιάτικη,
αλλά έβρεχε
κι η μάνα μου κοιμόταν παραδίπλα
και κάθε τόσο αναστέναζε βαριά.

Έσκυψαν από πάνω μου
οι τρεις θεόρατες σκιές
και είπε η Κλωθώ:
«Κάνεις τη μάνα σου να αναστενάζει,
αμάρτημα βαρύ αυτό
και δεν σ΄το συγχωρώ.
Γι αυτό πλέκω το νήμα της ζωής σου
όλο κόμπους και το αφήνω
με χυμένους πόντους.
Δύσκολα χρόνια θα περάσεις
και τη χαρά ποτέ σου δεν θα βρεις».

Έπειτα είπε  η Λάχεσις:
«Τι περιμένεις να σου δώσω
μια νύχτα ανοιξιάτικη που βρέχουν οι ουρανοί;
Μες στην αντίφαση θα ζήσεις όλη τη ζωή σου,
γιατί απόψε τα λουλούδια έπρεπε να ευωδιάζουν
κι όχι να γέρνουν φυλλορροημένα στη λασπωμένη γη».

Η Άτροπος δεν είπε τίποτα.
Το χέρι μόνο  άπλωσε
και χάιδεψε το πρόσωπό μου.                   

Έτσι μες σε χυμένους πόντους
πέρασε η ζωή μου,
με κόμπους που έπρεπε να λύνω
κάθε μέρα για να προχωρώ,
με αισθήματα που αλληλοαναιρούνταν
μες στις αντιφάσεις τους,
με μέρες σκοτεινές
και νύχτες  ταραγμένες,
με σχέδια που φτιάχνονταν
και ακυρώνονταν αμέσως
και με το χρόνο
στο ίδιο σημείο πάντα
να στριφογυρίζει σαν τυφλός.

Αλλά όποτε γονάτιζα απελπισμένη,
όποτε το μαχαίρι έπαιρνα
κι ετοιμαζόμουν να σφαχτώ,
κάτι αόρατο ψιθύριζε στο αυτί μου:

«Θέλω να ζήσεις, έτσι αποφάσισα.
Και σκέψου,
ούτε η πρώτη είσαι ούτε η τελευταία
που αδικήθηκε σ’ αυτή τη γη.
Μετά από σένα έρχονται χιλιάδες».