6/5/26

Εργάτρια στον αμπελώνα

 



Ένα καλοκαίρι έκανα διακοπές στο χωριό της μητέρας μου, στο σπίτι του αδελφού της που είχε τρεις κόρες και τρεις γιους. Οι ξαδέρφες μου είχαν την ίδια περίπου ηλικία με μένα και κάναμε παρέα και περνούσα ωραία μαζί τους.

 

Ήρθε όμως η μέρα που οι κοπέλες του χωριού πήγαιναν εργάτριες στους αμπελώνες της περιοχής και μάζευαν σταφύλια. Δεν το έκαναν από φτώχεια. Ήταν κάτι σαν παράδοση αυτή η ιστορία.

 

Θα έμενα επομένως μόνη μου στο σπίτι του θείου και αυτό δεν μου άρεσε καθόλου.

 

-Και τι ακριβώς θα κάνετε εκεί στους αμπελώνες; ρώτησα τις ξαδέρφες μου.

-Θα κόβουμε σταφύλια από τις κρεβατίνες, μου απάντησαν.

-Αυτό μόνο;

-Αυτό.

-Θα έρθω κι εγώ!

 

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, χαράματα, ήρθε το φορτηγό, ανεβήκαμε στην καρότσα τα κορίτσια του χωριού και φτάσαμε στον αμπελώνα ενός μοναστηριού. Εκεί μας υποδέχτηκε ένας νεαρούλης μοναχός, ας τον πούμε Νεκτάριο και όχι με το πραγματικό του όνομα, γιατί μπορεί να ζει ο άνθρωπος και κάποιοι να τον ξέρουν.

 

Μπήκαμε στον απέραντο αμπελώνα και αρχίσαμε να κόβουμε τα σταφύλια και να τα ρίχνουμε σε μεγάλα καλάθια. Γέμιζαν τα καλάθια, κάποιοι έρχονταν και τα έπαιρναν και άφηναν νέα άδεια καλάθια και έτσι πήγαινε το πράγμα υπό την επίβλεψη του Νεκτάριου.

 

Ποια επίβλεψη δηλαδή, που ο Νεκτάριος περιχαρής μας φλέρταρε όλες κι εμείς λέγαμε διάφορα αστεία και σκάγαμε στα γέλια, γελούσε κι αυτός και ήταν μια ωραιότατη διασκέδαση όλη αυτή η ιστορία.

 

Από όλα αυτά το μόνο που θυμάμαι ήταν η φράση του Νεκτάριου: «Κι άμα τελειώσετε, να έρθετε στο μοναστήρι να σας κεράσω περγαμότο» (παραλείποντας σκόπιμα το ν που έπρεπε να βάλει στη λέξη). Ξεσπάσαμε όλες σε γέλια και γελούσε πανευτυχής και ο νεαρός Νεκτάριος – και τώρα που το σκέφτομαι, εύχομαι να κατάλαβε νωρίς το λάθος του που πήγε κι έγινε καλόγερος και να πέταξε τα ράσα και να χάρηκε τη ζωή του.

 

Αργά το απόγευμα μάς περίμενε το φορτηγό, ανεβήκαμε στην καρότσα και επιστρέψαμε στο χωριό. Φύσαγε και ένα δροσερό αεράκι πολύ ευχάριστο που το πλήρωσα εγώ η μεταξωτή με ένα γερό συνάχι που δεν μου επέτρεψε να ξαναπάω στον αμπελώνα.

 

Ήταν μια όμορφη εμπειρία για μένα εκείνη η ημέρα και έστειλα ένα γράμμα στους γονείς μου που παραθέριζαν με φίλους τους στην Κω και τους περιέγραφα τις εντυπώσεις μου.

 

Όταν επιστρέψαμε στην Αθήνα, τους είπα και προφορικά την εμπειρία μου. Και έμεινα σαστισμένη με την αντίδραση της μητέρας μου:

 

-Εμείς να παραθερίζουμε κι εσύ να πας εργάτρια στον αμπελώνα! Τι κλάμα έριξα, όταν διάβασα το γράμμα σου!

 

Δεν είμαστε καλά! Εγώ είχα περάσει πολύ ωραία εκείνη την ημέρα και μακάρι να μη συναχωνόμουν και να ξαναπήγαινα.

 

Όμως ένα δίκιο κατά βάθος το είχε η μαμά.

 

*

Κρεβατίνα: κληματαριά.



 


Δεν υπάρχουν σχόλια: