22/1/26

Μαρτιάλης VIII.79

 




Όλες οι φίλες που έχεις ή είναι γριές ή άσχημες

κι από γριές πιο σιχαμένες.

Αυτές τραβολογάς και κουβαλάς μαζί σου για παρέα

στα θέατρα και στα συμπόσια και στις στοές.

Κι έτσι είσαι , Φάβουλλα, όμορφη εσύ,

 μια κοπελίτσα είσαι.

 

 

Omnes aut vetulas habes amicas

aut turpes vetulisque foediores.

Has ducis comites trahisque tecum

per convivia, porticus, theatra.

Sic formosa, Fabulla, sic puella es.

 

VIII.79



21/1/26

Αυτό το μάτι το ψυχρό

 

Αυτό το μάτι το ψυχρό


την κάρφωσε ασυγκίνητο.


Τίποτα δεν τη σώζει,


δεν υπάρχει έλεος.


 

Κι αυτή του η λέξη


η καταδικαστική


περίεργα τη μαγεύει.





Εύα

 





Εύα, δοκίμασες το μήλο


και τώρα στην εξορία


γεμάτα είναι πληγές


από τα βράχια


τα γυμνά σου πόδια.



Τα αποπαίδια

 




Το απόγευμα εκείνο που ο Μεσσίας παρέδωσε το πνεύμα πάνω στο σταυρό, ήταν ένα απόγευμα, όπως όλα τα άλλα, που σε λίγες ώρες έγινε δειλινό και μετά νύχτα. Με άλλα λόγια το κοσμικό ρολόι καθόλου δεν διαταράχθηκε από τα τραγικά συμβάντα που έλαβαν χώρα στην κορυφή του λόφου Γολγοθά.


Αυτά που είπαν έπειτα οι μαθητές του, πως τάχα σχίστηκαν τα παραπετάσματα του ναού και του ουρανού και ότι η φύση θρήνησε  την ύστατη εκπνοή του, εννοείται ότι εμείς τα απορρίπτουμε.


Τι έγινε κατόπιν, αγνοούμε.


Οι πιστοί του διατείνονται ότι η σορός του ετάφη κανονικά και ότι ύστερα από τρεις ημέρες έλαβε ζωή εκ νέου και ανεστήθη. Ισχυρίζονται επίσης ότι έτσι αφύσικα ζωντανός περιφερόταν ανάμεσά τους για λίγο καιρό και ότι μετά ανελήφθη στους ουρανούς.


Με δυσκολία μπορούμε να αποδεχθούμε κάτι τέτοιο. Ωστόσο, κι αν ακόμα κάνουμε αυτή την παραχώρηση, το ζήτημα δεν λύνεται. Διότι μένει άλυτο το θέμα της επανόδου του. Παρ’ όλο δηλαδή που  υποσχέθηκε ότι θα ξαναγύριζε σύντομα, σε πλήρη δόξα αυτή τη φορά, Εκείνος χάθηκε ολωσδιόλου.


Έχουν περάσει έκτοτε δύο χιλιάδες χρόνια, πέθαναν εκείνοι οι αρχαίοι πιστοί, πέθαναν τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους, γενεές γενεών παρήλθαν κι Αυτός εξακολουθεί να είναι άφαντος.


Βέβαια οι οπαδοί του λένε πως είναι λάθος να μετράμε έτσι, διότι χίλια χρόνια των ανθρώπων είναι για Κείνον μια στιγμή. Για μας όμως δύο χιλιάδες χρόνια εξακολουθούν να είναι δύο χιλιάδες  και είναι πάρα πολλά. Μας είναι επομένως αδύνατον  να καταπιούμε ένα τόσο χονδροειδές επιχείρημα.


Ώστε η απουσία του είναι πλέον γεγονός.


Όταν παραθέτουμε τα επιχειρήματά μας, οι πιστοί του εξαγριώνονται και μας κατηγορούν ως άθεους. Αλλά δεν είμαστε καθόλου άθεοι, καθόλου. Πιστοί είμαστε κι εμείς αλλά με λίγο διαφορετικό τρόπο.  Κάτι σαν αιρετικοί, ας πούμε.


Λόγου χάριν δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι Εκείνος έκανε την απερισκεψία και μας επισκέφθηκε.


Ποια ήταν τα κίνητρά του, δεν γνωρίζουμε. Μπορούμε πάντως να κάνουμε μερικές υποθέσεις: Ίσως θέλησε να επανορθώσει, όταν διαπίστωσε πόσο ατελές ήταν το έργο που κατασκεύασε. Ίσως όχι αυτό, ίσως θέλησε να βιώσει νέες εμπειρίες που ως Θεός ήταν αδύνατον λόγω τελειότητας. Μπορεί ούτε αυτό αλλά κάτι άλλο που εμείς ως πεπερασμένοι δεν μπορούμε να διανοηθούμε.


Όπως και νά' χει, πήρε την απόφαση και ήρθε. Υλοποιήθηκε σε ανθρώπινο σχήμα και μας επισκέφθηκε.  Πλήρωσε βέβαια πολύ ακριβά την απερισκεψία του. Διότι το παιχνίδι εδώ κάτω δεν παίζεται όπως στους Ουρανούς κι αυτό όφειλε να το ξέρει. Δεν είναι παίξε-γέλασε να κάνεις τον άνθρωπο μέσα σ’ αυτό το επικίνδυνο περιβάλλον. Θέλει τσαγανό αυτή η περιπέτεια.


Τέλος πάντων, μετά τη διαπόμπευση και το μαρτυρικό του θάνατο, πήρε το μάθημά του, νομίζουμε. Ασφαλώς τώρα θα δοκιμάζει τις νέες του δημιουργίες  σε άλλες υπερβατικές  σφαίρες.


 Εμάς μας ξέχασε. Γίναμε τώρα τα αποπαίδια του. Μας έχει αποκληρώσει δηλαδή. Επομένως άδικα περιμένουν οι πιστοί του την Έλευσή του μέσα σε μεγαλείο δόξας και πυρός. 


Δεν πρόκειται να ξαναπατήσει το πόδι του εδώ πέρα.


 

Από τη συλλογή διηγημάτων μου  «Ο τέταρτος κλώνος», εκδ. Αίολος, 2011

 

 

20/1/26

Η ευτυχία είναι ένα κλαδάκι ανθισμένης λεμονιάς

 

 



 

Είναι ένα βλέμμα


που κρατάει δύο δευτερόλεπτα,


 

είναι μια λέξη


που ειπώθηκε αναπάντεχα,


 

είναι μια κίνηση


που πέρασε ξυστά


από τη συνείδηση,


 

είναι ένα τείχος γυάλινο


που απομονώνει


από τους άλλους γύρω,


 

είναι μια φωνή


που μιλά


και γίνεται παράδεισος


ο κόσμος,


 

είναι  τα λόγια


που ξεφεύγουν από την αρμονία


και γίνονται φιδάκια


που γλυκά δαγκώνουν,


 

είναι η ψυχή ξεγυμνωμένη


που χορεύει


σε ρυθμούς ακατανόητους,


 

είναι μια μέθη επίμονη


που δονεί το μυαλό,


 

είναι οι λεπτοδείχτες


που καθυστερούν


και ο χρόνος


στέκεται ακίνητος,


 

είναι το  Ελάχιστο


που έχεις φεύγοντας


κι ευγνωμονώντας τον Θεό


που σου το χάρισε.



Νους

 


Συζητούσα με τον ανιψιό μου προ ημερών με θέμα την Τεχνητή Νοημοσύνη. Κάποια στιγμή με ρώτησε, αν πιστεύω ότι ο άνθρωπος θα αντικατασταθεί τελικά από μηχανές που θα είναι ευφυέστερες από αυτόν. «Ναι», του είπα, «νομίζω ότι έτσι θα γίνει σε βάθος χρόνου».

 

Ο άνθρωπος δεν διαφέρει από τα άλλα ζώα της Φύσης. Είμαστε κι εμείς ζώα, ανήκουμε στην κατηγορία των θηλαστικών και έχουμε την ίδια ευαλωτότητα με αυτά, τις ίδιες ανάγκες, το σώμα μας λειτουργεί όπως και το δικό τους, πεινάμε, διψάμε, κρυώνουμε, ζεσταινόμαστε, αναπαραγόμαστε με τον ίδιο τρόπο, αμυνόμαστε ή επιτιθέμεθα ανάλογα την περίπτωση, γερνάμε, πεθαίνουμε.

 

Η μόνη διαφορά μας από αυτά είναι ο Νους. Εμείς έχουμε Νου, αυτά δεν έχουν. Επομένως, αν αντικατασταθούμε ή αλλιώς αν εξελιχθούμε σε κάτι ανώτερο από μας ως προς τον Νου, τότε αυτό θα πάρει τη θέση μας.

 

Ο πολιτισμός μας είναι προϊόν του Νου μας. Αυτός είναι η τελευταία εξέλιξη της Φύσης. Όταν λέμε «άνθρωπος», εννοούμε τον Νου του. Εφόσον λοιπόν αυτός ο Νους μπορέσει να εξελιχθεί ακόμα περισσότερο, σε πεδία που ο σημερινός άνθρωπος δεν μπορεί να πλησιάσει, τότε αναγκαστικά ο άνθρωπος, όπως τον ξέρουμε, θα πάρει τη δεύτερη θέση στην ιεραρχία της Φύσης και μια μηχανή με δυνατότητες και ικανότητες ανώτερες του δικού μας Νου θα καταλάβει την πρώτη θέση.

 

«Αλλά γιατί να μας στενοχωρεί αυτό και να μας ανησυχεί;», είπα στον ανιψιό μου. «Στην ουσία αυτός ο μηχανικός Νους είναι η συνέχειά μας, είναι η εξέλιξή μας και είναι δικό μας παιδί. Ο άνθρωπος θα συνεχίσει να υπάρχει με άλλη μορφή».

 

19/1/26

Το διπλό βλέμμα



Μεγέθυνε τη φωτογραφία του και την παρατήρησε λίγη ώρα. Και τότε το πρόσεξε.

Αυτός ο άνθρωπος είχε διπλό βλέμμα.

Μα ήταν δυνατόν;

Επέμεινε να κοιτάζει πότε το ένα μάτι και πότε το άλλο.

Ναι, ήταν ολοφάνερο.

 

Το ένα μάτι έστελνε ένα βλέμμα ψυχρό, απρόσβλητο από κάθε συναίσθημα. Σαν να έλεγε: είμαι αμείλικτος, είμαι άτεγκτος, δεν θα σου χαριστώ ποτέ, όποιος κι αν είσαι, σε παρατηρώ και σε  καταγράφω. Όσο κι αν σκύψεις μπροστά μου, κατανόηση δεν πρόκειται να βρεις. Είμαι πέτρινος.

 

Το άλλο μάτι έστελνε τρυφερότητα, μια αθώα γλυκύτητα, ένα βαθύ ίχνος αγάπης. Σαν να έλεγε: είμαστε φίλοι, είμαστε αγαπημένοι, μπορείς να με εμπιστευθείς, σε νιώθω, έχω κι εγώ μέσα μου πολύ ζεστό συναίσθημα.

 

Έμεινε μετέωρη κοιτάζοντας πότε το ένα και πότε το άλλο μάτι.

 

Το πρώτο τής προκαλούσε φόβο, την πάγωνε, λες και είχε μπροστά της τον Μέγα Κριτή που ήταν έτοιμος να την καταδικάσει με βαριές κατηγορίες, να τη ρίξει αδιάφορος σε ισόβια δεσμά αγνοώντας τα παρακάλια της.

 

Το άλλο την ηρεμούσε, της έλεγε, μείνε κοντά μου, είμαι ακίνδυνος, όπως ένα πουλί που κελαηδεί στον κήπο. Έχω αγάπη για σένα, δεν το βλέπεις; Είμαι καλός σου φίλος, είμαι καλή συντροφιά. 

 

Είναι διφυής, σκέφτηκε. Είναι επικίνδυνος και είναι και ακίνδυνος. Εχθρός και φίλος μαζί. Θα έχει ενδιαφέρον μια ιστορία μαζί του.


(Μικρές ιστορίες)



18/1/26

Άτιτλο

 

Έτοιμη είμαι πάλι να δακρύσω.


Πονάει και η ευτυχία;


Δεν το ήξερα.


15/1/26

Το Παιχνίδι

 



 

 

Όνομα:  Ευγενία

Επίθετο:  Αραμπατζή

Τόπος γέννησης:  Σμύρνη

Χρόνος γέννησης: 1908

 

 

-Άλλες πληροφορίες δεν έχει; ρώτησα.

-Τι άλλες πληροφορίες θέλεις;

-Τι εμπειρίες θα έχω, πώς θα ζήσω, τι θα κάνω στη ζωή μου...

-Κι αυτά που ξέρεις πολλά είναι. Τι θέλεις; Να τα μάθεις όλα; Δεν θα υπάρχει μετά το στοιχείο της έκπληξης.

-Μα έτσι κι αλλιώς, όταν μπω στο Παιχνίδι, δεν θα έχω μνήμη.

-Τότε γιατί θέλεις να ξέρεις;

-Να μην ξέρω τι ζωή με περιμένει;

-Δεν χρειάζεται. Όταν το Παιχνίδι τελειώσει, θα τα ξέρεις όλα.

-Ούτε πόσα χρόνια θα ζήσω; Ούτε πώς θα πεθάνω;

-Όχι. Άσε το Παιχνίδι να σε οδηγήσει αυτό.

-Καλά. Θα τα πούμε μετά τότε.

-Καλή διασκέδαση!

-Ευχαριστώ.

 

 

Τελικά πέθανα σε βαθύ γήρας, το 1997. Ήσυχα στον ύπνο μου.

 

Όταν γύρισα πίσω, πήγα και βρήκα τον υπεύθυνο του Παιχνιδιού.

 

-Λοιπόν, πώς τα πέρασες; Ευχαριστήθηκες δυστυχία;

-Από δυστυχία άλλο τίποτα. Χόρτασα, δεν έχω παράπονο. Ειδικά τότε που βρέθηκα πρόσφυγας στον Πειραιά με την οικογένειά μου εξαφανισμένη. Μετά πάλι με τη γερμανική Κατοχή που με θέρισε η πείνα, κόντεψα να πεθάνω τότε από ασιτία. Και στον Εμφύλιο μετά που έχασα τον γιο μου και τον άντρα μου. Μετά ήρθαν οι αρρώστιες, νοσοκομεία, φάρμακα, τέλος πάντων πολύ κακοπέρασα, δεν έχω παράπονο. Μόνο ο θάνατός μου ήταν εύκολος.

-Θα προτιμούσες κάτι επώδυνο;

-Ναι, μάλλον. Στη γειτονιά που έμενα είχε μεγάλη εγκληματικότητα. Άνετα θα μπορούσε κάποιος να μπει στο σπίτι μου και να με σφάξει. Αντί γι’ αυτό πέθανα ήσυχα στο κρεβάτι μου. Κρίμα.

-Εντάξει, το Παιχνίδι έχει τις ισορροπίες του. Έχει πολλές δόσεις δυστυχίας και διαλείμματα αδράνειας. Δεν γίνεται διαφορετικά. Αλλιώς οι παίκτες θα το μυρίζονταν ότι πρόκειται για παιχνίδι. Σημασία έχει να μην καταλαβαίνουμε ότι παίζουμε ένα ρόλο. Να νομίζουμε ότι όλα αυτά που ζούμε, είναι αληθινά. Πρώτη φορά έπαιξες;

-Ναι.

-Τώρα θα κολλήσεις όμως. Το Παιχνίδι είναι εθιστικό, δημιουργεί εξαρτήσεις. Εμένα που με βλέπεις, έχω παίξει πάνω από τριάντα φορές. Είμαι γεμάτος από δυνατές αναμνήσεις. Σου άρεσε πάντως, έτσι δεν είναι;

-Μου άρεσε πολύ. Γίνεται να ξαναπαίξω αμέσως τώρα;

-Χμ... όχι. Προηγούνται άλλοι. Πρέπει να ξανακάνεις αίτηση και να περιμένεις. Εξάλλου χρειάζεσαι μια ανάπαυλα, να συνέλθεις από την περιπέτεια.

-Μια χαρά είμαι.

-Δεν γίνεται να ξαναπαίξεις αμέσως. Θα πας τώρα στο σπίτι σου, θα ξεκουραστείς και θα διηγηθείς στους φίλους σου την περιπέτειά σου. Θα χαλαρώσεις και σε λίγο καιρό θα ξαναμπείς στο Παιχνίδι. Δεν έχεις πράγματα να κάνεις στην πραγματική ζωή σου;

-Τι πράγματα να έχει κάποιος να κάνει στην πραγματική ζωή του; Όλα είναι τέλεια και ατελείωτη είναι μόνο η ευτυχία μας. Την έχω βαρεθεί. Όπως και όλοι μας εξάλλου. Θέλω να ξαναμπώ στο Παιχνίδι. Θέλω να ζήσω πάλι τη δυστυχία.

-Θα κάνεις αίτηση και θα περιμένεις.

 

Πήγα στο σπίτι μου και βυθίστηκα στη βαρετή ευτυχία μου. Δε λέω, είναι ωραία να είσαι ασφαλής, αρτιμελής, να τα έχεις όλα, να ζεις σε ένα κόσμο αιώνιας ευδαιμονίας. Ο εφευρέτης του Παιχνιδιού το υπονοεί αυτό, καθώς οι χαρακτήρες που υποδυόμαστε πιστεύουν ότι υπάρχει μια άλλη ζωή γεμάτη ευτυχία μετά τον θάνατο. Δεν υποπτευόμαστε όμως, όσο είμαστε μέσα στο Παιχνίδι, ότι αφήσαμε με τη θέλησή μας αυτή την ευτυχισμένη ζωή για να βιώσουμε τη δυστυχία μιας πλαστής ζωής σε ένα παιχνίδι προσομοίωσης.

 

Αυτό το παιχνίδι μάς δίνει την ευκαιρία να βιώσουμε τρομερές καταστάσεις, χωρίς να κινδυνεύουμε καθόλου. Εμείς βέβαια, όσο παίζουμε, δεν το καταλαβαίνουμε αυτό, παίρνουμε για αληθινές αυτές τις πλαστές τρομαχτικές περιπέτειες. Αυτή εξάλλου είναι και η γοητεία του Παιχνιδιού. Να νομίζεις ότι βιώνεις στ’ αλήθεια την πείνα, την αρρώστια, τον κίνδυνο, τον πόλεμο, την αδικία, όλα αυτά τα εντελώς παράλογα που συμβαίνουν στο Παιχνίδι. Τα πιστεύεις. Κι έτσι έχεις και τα ανάλογα συναισθήματα, τον φόβο, την αγωνία, τη θλίψη, τον πόνο, την απελπισία, την οδύνη, τον θυμό, την οργή. Είναι τόσο σοφά φτιαγμένο το Παιχνίδι, ώστε σε ξεγελά. Διότι ανάμεσα στη δυστυχία που κατακλύζει τα πάντα, υπάρχουν και κάποια φωτεινά διαλείμματα με χαρούμενες στιγμές, με γιορτές, αγάπες και τέτοια κι έτσι παρασύρεσαι και νομίζεις ότι όλα αυτά είναι αλήθεια. Ενώ, αν δεν υπήρχαν αυτά τα φωτεινά διαλείμματα, θα μας έμπαιναν υποψίες, ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ πέρα, μπορεί να καταλαβαίναμε ότι παίζουμε ρόλους.  Επίσης θα αυτοκτονούσαμε σωρηδόν και το παιχνίδι θα έχανε το νόημά του. Αλλά με τα φωτεινά διαλείμματα πέφτουμε στην παγίδα και ελπίζουμε. Έτσι δεν αυτοκτονούμε, μόνο κάποιοι λίγοι το κάνουν αυτό, αλλά το Παιχνίδι δεν αλλοιώνεται.

 

Το βασικό είναι να πιστεύεις ότι είσαι ο χαρακτήρας που ενσαρκώνεις. Εγώ παραδείγματος χάριν όσο ήμουν μέσα, ήμουν σίγουρη πως με έλεγαν Ευγενία Αραμπατζή και ότι ζούσα κανονικά όλες αυτές τις δυστυχίες που με έβρισκαν. Με τα χαρούμενα διαλείμματά μου βέβαια, όταν γνώρισα τον άντρα μου, όταν γέννησα τον γιο μου και μερικά άλλα τέτοια αποπροσανατολιστικά.

 

Η ταύτιση, αυτό είναι το ζητούμενο.

 

Πάντα ο άνθρωπος είχε αυτή την τάση, να ταυτίζεται με τους ήρωες των ιστοριών. Άκουγε τις ιστορίες που διηγούνταν οι άλλοι και ταυτιζόταν με τις περιπέτειες των ηρώων τους. Αργότερα, όταν έμαθε γραφή και ανάγνωση, τις διάβαζε και πάλι ταυτιζόταν. Μετά επινόησε το θέατρο και τότε ταυτιζόταν με τους θεατρικούς χαρακτήρες. Έπειτα έκανε το ίδιο και με τον κινηματογράφο.

 

Το πρόβλημα ήταν όμως ότι πάντα ο αναγνώστης ή ο θεατής είχε συνείδηση ότι βρισκόταν απέξω. Μπορούσε κάθε στιγμή να διακόψει την ταύτιση και να συνεχίσει την πραγματική ζωή του. Άρα η ταύτιση ήταν ατελής.

 

Στο Παιχνίδι αυτό δεν συμβαίνει. Εδώ η ταύτιση είναι απόλυτη. Δεν μπορείς να τη διακόψεις, εκτός αν αποφασίσεις να αυτοκτονήσεις, οπότε επανέρχεσαι αυτομάτως στην πραγματικότητά σου. Αλλά γιατί να το κάνεις; Έτσι κι αλλιώς αγνοείς ότι παίζεις ένα παιχνίδι. Πιστεύεις ότι είσαι ο χαρακτήρας που ενσαρκώνεις. Και παρά τις απανωτές δυστυχίες σου, ελπίζεις ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες. Δεν έρχονται βέβαια ποτέ, αλλά εσύ δεν το ξέρεις.

 

Θα έλεγε κανείς ότι ο άνθρωπος έχει γενικά ανώμαλο ψυχισμό για να θέλει να παίζει τέτοιου είδους οδυνηρά παιχνίδια. Δεν ξέρω. Και παλιά πάντως το ίδιο έκανε. Του άρεσαν πολύ οι ιστορίες τρόμου, τα θρίλερ, οι πολεμικές περιπέτειες, οι αστυνομικές, η βία, το αίμα.

 

Από την άλλη πάλι, μια ζωή αδιατάραχτης ευτυχίας, όπως αυτή που ζούμε οι σημερινοί άνθρωποι, είναι σε τελική ανάλυση απέραντα πληκτική.

 

Το Παιχνίδι μάς έδωσε μια λύση φυγής από την πραγματικότητά μας. Μπορούμε να γευτούμε τον τρόμο, την απελπισία, την αγωνία, τον μόχθο, την πείνα, την αδικία, την αρρώστια και τον θάνατο, χωρίς να κινδυνεύουμε στ’ αλήθεια.

 

Στο Παιχνίδι ξαναμπήκα μετά από πολύ καιρό, αφού πρώτα είχα σκυλοβαρεθεί την ευτυχισμένη ζωή μου.

 

Πάτησα το κουμπί και πετάχτηκε έξω η κάρτα με τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα που επρόκειτο να ενσαρκώσω:

 

Όνομα: Εύα

Επίθετο: Γκομές

Τόπος γέννησης: Μοντεβιδέο, Ουρουγουάη

Χρόνος γέννησης: 1955

Χαρακτηριστικά: τυφλή

 

-Τυφλή;

-Τι, δεν σου αρέσει;

-Λίγο ζόρικο δεν είναι;

-Όσο πιο ζόρικο, τόσο καλύτερο.

-Ναι, δε λέω...

-Θα περάσεις των παθών σου τον τάραχο, αγαπητή.

-Ναι, σίγουρα.

-Εγώ μια φορά υπήρξα παράλυτος στη Μαλαισία. Τι να σου πω...  ζορίστηκα πολύ. Έχω όμως τώρα πολύ δυνατές αναμνήσεις. Αξίζει τον κόπο.

 

 

«Με λένε Εύα Γκομές. Γεννήθηκα τυφλή σε μια φτωχική γειτονιά του Μοντεβιδέο. Η ζωή μου είναι άθλια. Δεν ξέρω, γιατί η μοίρα με αδίκησε τόσο, δεν ξέρω γιατί ο Θεός αποφάσισε έτσι για μένα. Δεν περιμένω πολλά πράγματα από τη ζωή, προσπαθώ να βολευτώ με τα ελάχιστα που έχω και υπομένω την ατυχία μου με όση καρτερία διαθέτω. Ξέρω, είμαι σίγουρη, ότι όλα αυτά είναι εφήμερα, είναι προσωρινά. Στην άλλη ζωή δεν θα είμαι ούτε τυφλή ούτε φτωχή. Στην άλλη ζωή θα είμαι ευτυχισμένη. Έτσι λένε οι Άγιες Γραφές κι εγώ τις πιστεύω...»



14/1/26

Ελληνίδες διηγηματογράφοι 1975-2025 (40 επιλογές από τον Π.Ενιγουέϊ)

 




Ο συγγραφέας Π. Ένιγουεϊ ανθολογεί 40 Ελληνίδες διηγηματογράφους και ανάμεσά τους κι εμένα.

Πολλές ευχαριστίες.


Με την οπτική της Αντέλ

[Ο πειρασμός του ερημίτη Χάρτμουτ Λιμπέργκερ και άλλες ιστορίες, Ιωλκός, 2008]

Αλληγορική αφήγηση με φιλοσοφική διάσταση, δοσμένη μέσα από την οπτική ενός αυτοκινήτου που μιλά σε πρώτο πρόσωπο. Η Αντέλ, ένα όχημα με νόηση και προβληματισμούς, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της μέσω της κίνησης, της ταχύτητας αλλά και της βεβαιότητας του τέλους, δηλαδή της μετατροπής σε «λαμαρίνες». Η συγγραφέας θέτει  υπαρξιακά ερωτήματα: Υπάρχει Θεός ή δημιουργός; Είναι ο κόσμος τυχαίος ή προγραμματισμένος; Υπάρχει ψυχή ή είμαστε απλώς μηχανισμοί που ζουν, φθείρονται και πεθαίνουν;

https://www.oanagnostis.gr/ellinides-diigimatografoi-1975-2025-40-epiloges-ton-p/


13/1/26

Ιράν





 Από τον γερανό θα τον κρεμάσουν κι αυτόν; Να γίνει δημόσιο θέαμα; Και εμείς στη Δύση ακόμα διστάζουμε να τους καταδικάσουμε;



Οι σιαμαίες

 




 

Είμαι η μικρή Καταλίνα ή αλλιώς η τρομερή μικρή. Κάτι μου συνέβη στα πρώτα χρόνια της ζωής μου και δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, έμεινα για πάντα μικρή.

 

Αλλά είμαι τρομερή, γιατί δεν κάθομαι ποτέ ήσυχη. Αυτό το καταλαβαίνει αμέσως κανείς, μόλις με πλησιάσει. Αν και φροντίζω τώρα να κρύβομαι, να μη με βλέπουν οι άλλοι, αφού τους ξαφνιάζω ενοχλητικά. Κρύβομαι, κάθομαι ήσυχη, όσο  οι άλλοι είναι κοντά κι αντί για μένα αυτοί βλέπουν την αδελφή μου, τη μεγάλη Καταλίνα.

 

Με την αδελφή μου διαφέρουμε όσο η μέρα με τη νύχτα. Σε τίποτα δηλαδή δεν μοιάζουμε, γιατί αυτή είναι σοβαρή και ώριμη και πολύ διαβασμένη, ενώ αντίθετα εγώ ξέρω πολύ λίγα πράγματα για τον κόσμο κι αυτά τα ξέρω στραβά. Έτσι λέει η αδελφή μου.

 

Κατά σύμπτωση μοιραζόμαστε το ίδιο σώμα αυτή κι εγώ, είμαστε δηλαδή κάτι σαν σιαμαίες. Μάλιστα, στα πρώτα χρόνια της ζωής μου νόμιζα ότι ήμουν μόνη μου, τόσο πολύ ενωμένες ήμασταν.

 

Μετά, όταν μεγαλώσαμε λιγάκι και η αδελφή μου άρχισε να μιλά ξεχωριστά από μένα, τότε κατάλαβα ότι ήμασταν δυο πρόσωπα διαφορετικά.

 

Ύστερα, κάτι έγινε και σταμάτησα εγώ να μεγαλώνω. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό. Η αδελφή μου όμως συνέχισε να μεγαλώνει και τώρα πια είναι ολοφάνερη η διαφορά μας: εγώ είμαι ένα παιδί, ένα αναποδιασμένο και δύσκολο παιδί κι αυτή είναι μια μεγάλη γυναίκα με απέραντη υπομονή.

 

Το λέω αυτό, γιατί η μεγάλη Καταλίνα, παρ’ όλα όσα κάνω, ποτέ δεν αγανακτεί μαζί μου, μόνο μου τραβά χαϊδευτικά το αφτί μετά από κάθε σκανταλιά μου και μου λέει «πάλι έκανες την αταξία σου, τρομερή μικρή!».

 

Γιατί εγώ κάνω συνέχεια αταξίες. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είμαι και όλο γκρίνια, τίποτα δεν μ’  ευχαριστεί, άλλοτε θυμώνω, άλλοτε είμαι μουτρωμένη, ποτέ δεν είμαι ικανοποιημένη. Τα βράδια στριφογυρίζω στο κρεβάτι γεμάτη εκνευρισμό και δεν αφήνω την αδελφή μου να κοιμηθεί. Σηκώνομαι και πάω στην κουζίνα και τρώω κι εκείνη αναγκαστικά με ακολουθεί νυσταγμένη, αλλά δεν μου λέει τίποτα. Γενικά είμαι ένα πολύ αναποδιασμένο πλάσμα.

 

Η μεγάλη Καταλίνα βλέπει τα καμώματά μου, αλλά ποτέ δεν με μαλώνει. Με παρακολουθεί μονάχα ήσυχα κι αν καμιά φορά το παρακάνω, μου δίνει ένα μπατσάκι και μου λέει: «Φτάνει πια, αρκετά με αυτές τις ανοησίες» και με φέρνει στα σύγκαλά μου.

 

Πάντα έτσι κάνει. Δεν μου χαλά χατίρι ποτέ. Κι όταν είμαι κακόκεφη και δεν ξέρω τι θέλω, εκείνη αμέσως με ρωτά:


-Τι θέλεις, τρομερή μικρή; Πες μου τι θέλεις κι εγώ θα σου το δώσω. Ό,τι θέλεις θα σου δώσω, φτάνει να σε δω ευχαριστημένη.

 

Και μου αραδιάζει ένα σωρό ιδέες και προτάσεις.

 

-Θέλω να πεθάνω, της είπα μια φορά που ένιωθα πολύ δυστυχισμένη. Αυτό θέλω τώρα, μεγάλη Καταλίνα.

 

Εκείνη έμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα και μετά μου είπε:


-Κι αυτό το χατίρι θα σου το κάνω, αρκεί να είμαι βέβαιη πως δεν θα ξανανιώσεις ποτέ χαρά. Όμως, τι λες κι εσύ, θα είσαι έτσι δυστυχισμένη για πάντα, όπως είσαι τώρα;

 

Σκέφτηκα κι εγώ για λίγο κι ύστερα είπα:


-Δεν ξέρω. Μάλλον όχι.

-Τότε, ας μη μιλήσουμε άλλο γι’ αυτό. Να ξέρεις μόνο πως δεν θα σ’ αφήσω να τυραννιέσαι, αν έχει χαθεί κάθε ελπίδα. Αυτό σ’ το υπόσχομαι.

 

-Γιατί είσαι τόσο καλή μαζί μου, μεγάλη Καταλίνα; τη ρώτησα τις προάλλες. Εγώ σου κάνω δύσκολη τη ζωή κι εσύ, αντί να θυμώνεις, μ’ αγαπάς όλο και πιο πολύ. Γιατί το κάνεις αυτό;

 

Κι αυτή αναστέναξε και μου είπε:


-Πώς γίνεται να μη σ’ αγαπώ, αφού είμαστε ένα πράγμα; Θα υπήρχα εγώ, αν δεν υπήρχες εσύ;

-Ναι, αλλά εγώ σε βασανίζω, δεν σ’ αφήνω σε ησυχία. Κι αν δεν ήμουν τόσο ιδιότροπη και απαιτητική, εσύ θα ήσουν ευτυχισμένη στον κόσμο των μεγάλων. Ενώ τώρα κάθεσαι και με νταντεύεις.

- Τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη αξία στη ζωή μου από σένα. Και θέλω αυτό να το θυμάσαι πάντα, μου είπε τότε η μεγάλη Καταλίνα.

 

Αυτό μου το λέει ταχτικά. Συχνά τα βράδια που στριφογυρίζω άυπνη στο κρεβάτι, με παίρνει αγκαλιά και με ρωτά ψιθυριστά:


-Τι σε τυραννά; Τι είναι αυτό που σε ενοχλεί, πες μου.

-Δεν ξέρω, της λέω, έχω εκνευρισμό, ανησυχία, δεν ξέρω τι έχω.

-Μη νοιάζεσαι για τίποτα, μου λέει τότε αυτή, γιατί είμαι εγώ εδώ για σένα. Εγώ φροντίζω για σένα, εγώ σε προστατεύω, άλλο σκοπό στη ζωή μου δεν έχω. Μόνο γι’ αυτό τον λόγο υπάρχω, μικρή Καταλίνα.

 

Τέτοια λόγια μού λέει κι εγώ ησυχάζω σιγά σιγά και με παίρνει ο ύπνος στο τέλος.

 

Και λέει αλήθεια, γιατί ποτέ δεν μ’ έχει εγκαταλείψει η μεγάλη Καταλίνα. Ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές μου αυτή είναι κοντά μου και βρίσκει λύσεις και με παρηγορεί. Γιατί είναι έξυπνη και μορφωμένη και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Έτσι ποτέ δεν μ’ αφήνει εκτεθειμένη, όσες βλακείες κι αν κάνω.

 

-Σε ντροπιάζω, μεγάλη Καταλίνα, της λέω καμιά φορά, όταν με τα φερσίματά μου την εκθέτω στους μεγάλους.

-Ναι, είναι αλήθεια αυτό, με ντροπιάζεις, μου απαντά και δεν δείχνει ούτε λυπημένη ούτε θυμωμένη.

 

Μόνο μια φορά την είδα θυμωμένη μαζί μου και δεν μπόρεσα να καταλάβω και την αιτία. Ήταν τότε που έπαιζα πάλι τα τρελά μου παιχνίδια και την είχα κουράσει κι ένα βράδυ μού έβαλε τις φωνές:

 

-Γιατί δεν  βλέπεις πόσο ηλίθια είναι αυτά που κάνεις; Γιατί δεν το καταλαβαίνεις αυτό; Άνοιξε επιτέλους τα μάτια σου και δες την πραγματικότητα, άνοιξέ τα έστω και μια φορά!

 

Και με τράνταζε από τους ώμους σαν για να με ξυπνήσει.

 

-Δες την αλήθεια, μου φώναζε, η αλήθεια είναι άλλη κι όχι οι παραλογισμοί που πιστεύεις εσύ. Σβήσε επιτέλους αυτή τη βρομοεγγραφή από το μυαλό σου!

 

Εγώ την κοίταζα κατάπληκτη, δεν καταλάβαινα τι έλεγε και για ποια εγγραφή μιλούσε. Στο τέλος με παράτησε απογοητευμένη.

 

-Τι έκανα και θύμωσες; τη ρώτησα αργότερα.

-Τίποτα δεν έκανες, καλή μου. Δεν έκανες τίποτα εσύ, μου απάντησε και η φωνή της ακούστηκε πολύ κουρασμένη.

 

-Μεγάλη Καταλίνα, μου φαίνεται πως παραμεγάλωσες, της είπα ένα απόγευμα, καθώς βαφόταν στον καθρέφτη. Δεν είναι κουραστικό να με σέρνεις και μένα μαζί σου που είμαι δέκα χρονών;

-Κάθε άλλο. Εσύ με κρατάς νέα, μου είπε και μου έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. Χωρίς εσένα εγώ τώρα θα ήμουν μια σεβάσμια, δυσκίνητη κυρία και κάθε τόσο θα έτρεχα στους γιατρούς για το ένα πονάκι και το άλλο. Ενώ τώρα βλέπεις πόσο καλά περνάμε.

 

Χάρηκα που μου το είπε αυτό, είμαι τελικά κι εγώ σε κάτι χρήσιμη στη μεγάλη Καταλίνα.

 

Τη λατρεύω την αδελφή μου. Χωρίς αυτήν δεν θα τα έβγαζα πέρα σ’ αυτόν τον κόσμο των μεγάλων που σκέφτεται αλλιώς από ό,τι εγώ. Της έχω καταστρέψει τη ζωή, το ξέρω, όμως αυτή ποτέ δεν έχει παραπονεθεί γι’ αυτό.

 

-Μια αποστολή έχω σ’ αυτόν τον κόσμο, μου λέει συχνά, να σε κρατήσω σώα και ασφαλή. Κι αυτό θα κάνω πάντα.

 

Και λέει αλήθεια. Γι’ αυτό, όσο κι αν είμαι αγχωτική και ιδιότροπη, κατά βάθος νιώθω ασφαλής. Η μεγάλη Καταλίνα θα είναι κοντά μου για πάντα. Ως το τέλος.

 

-Μη σε νοιάζει καθόλου, μου λέει τα βράδια που δεν κοιμάμαι και γκρινιάζω πως δεν μ’ αγαπά ο κόσμος των μεγάλων. Καθόλου μη σε νοιάζει αυτό. Σ’ αγαπώ εγώ κι αφού σ’ αγαπώ εγώ, είναι σαν να σ’ αγαπά ολόκληρος ο κόσμος.

 

(2007)