20/4/13

Φραντς Κάφκα: "Η σωφρονιστική αποικία"




Ο Κάφκα, μια προσωπικότητα με μεγάλη νοσηρότητα, ομολογεί κάπου ότι γράφει για να καταλάβει τον εαυτό του. Γράφοντας δηλαδή βγάζει  από μέσα του τα σκληρά οράματα που τον στοιχειώνουν. Όμως αυτό πρέπει να το κάνει με τέτοιο τρόπο, ώστε οι ιστορίες του να είναι αναγνώσιμες από ένα κοινό που κατά βάση είναι ανύποπτο. Επομένως πρέπει να υπάρχει πλοκή και μήνυμα σε κάθε ιστορία.

Η πλοκή ωστόσο δεν είναι πολύ ξεκάθαρη, δεν είναι συμβατή με την πραγματικότητα, και το μήνυμα είναι επίσης ασαφές. Το αποτέλεσμα είναι ότι από τη μια μεριά το κοινό γοητεύεται από αυτό που διαβάζει, επειδή είναι εξωλογικό, αλλόκοτο, μυστηριακό και συγχρόνως πολύ εντυπωσιακό, από την άλλη όμως, καθώς θέλει οπωσδήποτε να βρει ένα μήνυμα στο κείμενο, καταφεύγει σε διάφορες ερμηνείες. Μερικές είναι επιτυχημένες, όμως δεν γνωρίζουμε, αν ο Κάφκα θα συμφωνούσε με αυτές.

Στη Σωφρονιστική Αποικία καταλαβαίνουμε αμέσως ότι διαβάζουμε μια μη πραγματική ιστορία.   Η Μηχανή είναι ένα διανοητικό κατασκεύασμα του συγγραφέα και υποθέτω ότι θα είχε αφιερώσει πολλές ώρες σκέψης, μέχρι να την τελειοποιήσει στο μυαλό του και να της δώσει μια υπόσταση που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι μια μηχανή που τον γοητεύει υπερβολικά και θα πρέπει να φαντάστηκε τον εαυτό του στη θέση του θύματος πολλές φορές.


Μια τέτοια φαντασίωση όμως για να περάσει στο χαρτί και να γίνει αξιοπρεπές διήγημα για το κοινό, έπρεπε να υποστεί κάποιες λογοτεχνικές παρεμβάσεις. Έτσι:
 α) στήνεται το στόρι
β) διαπλάθονται κάποιοι χαρακτήρες
γ) περνούν κάποια ηθικά μηνύματα.

Στην αναπόφευκτη ερώτηση «τι θέλει να πει ο ποιητής;» οι ερμηνείες που δίνονται από το κοινό και τους κριτικούς δεν μπορεί να είναι του τύπου: «Θέλει απλώς να υλοποιήσει ένα νοσηρό του όραμα». Αναγκαστικά θα πρέπει να βρεθούν συμβολισμοί, αλληγορίες και κρυφά μηνύματα. Ο ίδιος ο Κάφκα στην παρατήρηση του εκδότη του ότι το διήγημα είναι πολύ σκληρό, απάντησε: «Μα η εποχή που ζούμε είναι πολύ σκληρή».

Αν θελήσουμε να μείνουμε σ’ αυτό το σχόλιο του Κάφκα, τότε το διήγημα ερμηνεύεται αυτομάτως ως πολιτική καταγγελία εναντίον ενός κόσμου ανάλγητου, όπου οι ισχυροί μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν και οι αδύναμοι υφίστανται χίλιες μύριες αδικίες. Τίθεται ωστόσο το ερώτημα: γιατί ο συγγραφέας έπρεπε να στήσει μια τέτοια ιστορία, όπου το μόνο που κυριαρχεί είναι η Μηχανή και η μέθοδος εκτέλεσης του θύματος;


Στο διαδίκτυο διάβασα διάφορες ερμηνείες φιλοσοφικού και θρησκευτικού τύπου.

Ο Κάφκα φαίνεται να έχει επηρεαστεί από τον Kierkegaard και τα τρία επίπεδα που περνά το άτομο, το αισθητικό (the single individual in the physical world), το ηθικό ( the single individual as the universal) και το θρησκευτικό (the single individual in an absolute relation with the absoluteGod absurd and inexplicable).

Κατά μία άλλη ερμηνεία έχουμε εδώ ένα κείμενο θρησκευτικής φύσεως, όπου περιγράφεται μια αλλαγή εποχής: την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης με το σκληρό Γιαχβέ (ο πρώην διοικητής, εφευρέτης της Μηχανής, που έχει πεθάνει, ο αξιωματικός και οι κρυφοί οπαδοί του νεκρού διοικητή), τη διαδέχεται η ηπιότερη εποχή της Καινής Διαθήκης (ο νυν διοικητής και το περιβάλλον του). Η Μηχανή εδώ είναι αλληγορικά ο Σταυρός και το τεϊοποτείο με τον τάφο είναι ο Βωμός. Ενδιαφέρουσα ερμηνεία, αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Κάφκα ήταν εβραίος και το βρίσκω δύσκολο να έκανε τέτοιου είδους συγκρίσεις. Εξάλλου παραμένει το ερώτημα: γιατί σχεδόν όλη η ιστορία αποτελεί μια περιγραφή της Μηχανής και του μαρτυρίου του θύματος;

Σε μια ψυχαναλυτική ερμηνεία και στην ερώτηση «τι θέλει να πει ο ποιητής;», η δική μου απάντηση είναι ότι θέλει να μοιραστεί μαζί μας το σαδομαζοχιστικό του όραμα αλλά μέσα στα όρια της ευπρέπειας του καιρού του, δηλαδή μεταμορφώνοντας αυτό το όραμα σε μια ιστορία όπου ο κακός τιμωρείται τελικά (ο αξιωματικός πεθαίνει, η Μηχανή καταστρέφεται) και οι καλοί επικρατούν (ο νυν διοικητής που θα καταργήσει αυτού του τύπου τις εκτελέσεις).


Ένα γνωστό μοτίβο και εδώ όπως και στη «Δίκη» είναι η Δικαιοσύνη και ο τρόπος, με τον οποίο αυτή απονέμεται. Οι ομοιότητες με τη «Δίκη» είναι εντυπωσιακές. Ο ένοχος δεν ξέρει την ποινή του, δεν ξέρει πως είναι αντικείμενο μιας καταδίκης, δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να υπερασπίσει τον εαυτό του. Καταδικάζεται ωστόσο σε μαρτυρικό (δωδεκάωρο, αν είναι δυνατόν!) θάνατο για ένα απλό πταίσμα, επειδή δεν πειθάρχησε στον ανώτερό του. Παραλείπονται όλα τα ενδιάμεσα, ανάκριση, μάρτυρες, δίκη κλπ και πάμε κατευθείαν στην εκτέλεση.

Κατά τη σαδομαζοχιστική φαντασίωση ένα απλό και ασήμαντο λάθος επισύρει σκληρότατη τιμωρία και εδώ βλέπουμε να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Επίσης το θέμα της υποταγής στους ανώτερους, η πειθαρχία, η υπακοή είναι ουσιαστικά στοιχεία αυτής της φαντασίωσης. Η ιδέα της Δικαιοσύνης είναι εδώ ένα πολύ ισχυρό διεγερτικό, αλλά πρόκειται στην ουσία για πρόσχημα της Δικαιοσύνης, όχι για πραγματική Δικαιοσύνη.

Οι χαρακτήρες:

 Ο Ταξιδευτής.
Είναι στην ουσία ο αφηγητής, δηλαδή ο ίδιος ο Κάφκα. Η συμπεριφορά του είναι αμφιλεγόμενη. Σε κάποια σημεία φαίνεται να διαφωνεί με αυτό που γίνεται, αλλά το κάνει άτονα, άνευρα, σχεδόν ουδέτερα. Παράδοξη συμπεριφορά, εκτός αν υποψιαστούμε ότι ο Κάφκα δεν σκοπεύει εδώ να μας κάνει ηθικολογικά κηρύγματα περί καλού και κακού, αλλά να μας παρουσιάσει το τρομαχτικό του όραμα. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο ταξιδευτής-παρουσιαστής είναι απλώς ένα μάτι που καταγράφει τα τεκταινόμενα, αλλά για να τηρηθούν τα προσχήματα κάπου-κάπου δείχνει να μη συμφωνεί με αυτά.


Το θύμα.
Μοιάζει με ανδρείκελο, με μαριονέτα. Ο Κάφκα θα μπορούσε να τον παρουσιάσει να ουρλιάζει από τρόμο, να προσπαθεί να σωθεί, να ικετεύει να τον λυπηθούν κλπ και είναι περίεργο που δεν το κάνει. Δεν το κάνει, γιατί είναι ένας λογοτέχνης που ξέρει να κρατά τις ισορροπίες. Αν το θύμα άρχιζε τις οιμωγές και τα παρακάλια, το κέντρο βάρους της αφήγησης θα έγερνε προς αυτόν. Αλλά εδώ ο Κάφκα θέλει να εστιάσει τον τρόμο μας στη Μηχανή, αυτή είναι το κέντρο της αφήγησης, αυτή πρέπει να κυριαρχεί σε όλη την ιστορία. Αφαιρεί λοιπόν από το θύμα όλη την ενέργεια και μας τον παραδίνει ένα άδειο κέλυφος. Δεν μας ενδιαφέρει το θύμα, είναι διακοσμητικό στοιχείο στην αφήγηση, η Μηχανή είναι αυτή που πρέπει να μας ενδιαφέρει.


Ο στρατιώτης.
Ισχύει ό,τι και για το θύμα. Δεν πρέπει να μας αποσπά την προσοχή.

Ο αξιωματικός.
Αν και φαίνεται να κυριαρχεί στην ιστορία, όμως, αν παρατηρήσουμε καλύτερα, θα δούμε πως όσα λέει και όση ώρα μιλά, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αναφέρεται στη Μηχανή και να την εξυμνεί. Είναι ένας δούλος της Μηχανής, ένας υπηρέτης της. Ζει γι αυτήν και χωρίς αυτήν δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Είναι ολοφάνερα μια καρικατούρα ( όπως πολλοί χαρακτήρες του Κάφκα)  με αλλόκοτες ιδέες περί δικαιοσύνης και πολύ λίγο  έως καθόλου ανθρώπινος, ειδικά, όταν περιγράφει πώς λειτουργεί η Μηχανή. ( «Το πνεύμα ως και του πιο ανόητου διευρύνεται. Αυτό το βλέπεις ν’ αρχίζει γύρω από τα μάτια, ύστερα λάμπει κι απλώνεται. Ένα θέαμα που θα σας έβαζε στον πειρασμό να μπείτε κι εσείς κάτω από το βωλοκόπο»).

Επομένως ο κεντρικός χαρακτήρας στο διήγημα είναι:

Η Μηχανή.
Αυτή κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος της αφήγησης, είναι το κέντρο, γύρω από το οποίο περιστρέφονται οι άλλοι χαρακτήρες και από την οποία εξαρτώνται. Αν η Μηχανή έλειπε, η ιστορία αυτή δεν θα υπήρχε λόγος να γραφτεί. Αν η Μηχανή ήταν απλώς μέρος της διήγησης, οι άλλοι χαρακτήρες θα αποχτούσαν περισσότερη ζωή και φυσικότητα, ο στρατιώτης θα είχε πρόσωπο, φωνή και πραγματική υπόσταση και δεν θα έμοιαζε με σκιά, το θύμα θα είχε ανθρώπινες αντιδράσεις και θα προσπαθούσε να αποφύγει τη μοίρα του, ο Ταξιδευτής θα αντιδρούσε με οργή απέναντι στην αποτρόπαιη εκτέλεση και ο αξιωματικός θα ήταν ένας σκληρός άνθρωπος  που θα είχε όμως επιχειρήματα για το είδος αυτό της εκτέλεσης, αντί να αναλώνεται στη λατρεία της Μηχανής και στην αγωνία του να μην καταργηθεί.


Τέλος ο τάφος στο τεϊοποτείο και η επιγραφή των πιστών στην επιτύμβια πλάκα είναι –για μια ψυχαναλυτική ερμηνεία πάντα – όλες οι κρυφές και ανομολόγητες ορμές του ανθρώπου, η νοσηρή επιθυμία για πόνο, αίμα, μαρτύριο και θάνατο, ορμές που δεν μπορούν να εκδηλωθούν δημόσια αλλά που είναι πάντα παρούσες, όπως παρόντες αλλά αθέατοι είναι οι πιστοί του πρώην διοικητή ( «Οι οπαδοί μας αναγκάζονται να κρύβονται, υπάρχουν ακόμη πολλοί που δεν τολμούν να εκδηλωθούν»).

Στον επίλογο ο Ταξιδευτής, πάντα σιωπηλός και αμέτοχος (ως παρουσιαστής), φεύγει αφήνοντας πίσω του το στρατιώτη και το θύμα (τους ζωντανούς της ιστορίας), οι οποίοι απεγνωσμένα προσπαθούν να επιβιβαστούν κι αυτοί στο πλοίο. Αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει, γιατί ο Ταξιδευτής θα επιστρέψει τώρα στον κόσμο της πραγματικότητας και οι καρικατούρες της τρομαχτικής αυτής ιστορίας θα πρέπει να μείνουν στο δικό τους κόσμο, στο διήγημα δηλαδή και στη φαντασία του Κάφκα. Το λιμάνι είναι το όριο, στο οποίο τελειώνει ο φανταστικός κόσμος του συγγραφέα με τα τέρατα που περιέχει και από όπου ξεκινά ο κόσμος της τρισδιάστατης πραγματικότητας.


Αν ωστόσο δώσουμε βάρος στα παράπλευρα στοιχεία της νουβέλας, τότε μπορούν να προκύψουν οι εξής δευτερεύουσες ερμηνείες:

Αλληγορία θρησκευτική ή καλύτερα ιστορική: Η εποχή της βαρβαρότητας που δύει και που τη διαδέχεται η εποχή του πολιτισμού.

Ψυχολογική: ο τρελός που έχει στα χέρια του ένα τρομαχτικό όπλο και λατρεύει τους βασανισμούς και τις εκτελέσεις.

Ηθικοδιδακτική: Ο κακός τιμωρείται, το καλό θριαμβεύει.

Καταγγελτική: Είμαστε όλοι Ταξιδευτές, εφόσον ζούμε σε ένα κόσμο όπου επικρατεί η θηριωδία (βάρβαρες εκτελέσεις, βάρβαρες ποινές, βάρβαρα έθιμα), αλλά την  έχουμε συνηθίσει και την αποδεχόμαστε παρά την αρχική αγανάκτησή μας.

Πολιτική (η χειρότερη αλλά η πιο εύκολη): Βία που ξεκινά από τους ισχυρούς και καταδυναστεύει τους ανίσχυρους.

Θεία Δίκη: Η Μηχανή στρέφεται κατά του μοχθηρού υπηρέτη της.

Εννοείται ότι όλες αυτές οι εναλλακτικές ερμηνείες αποκλίνουν από το κεντρικό μήνυμα που είναι κατά τη γνώμη μου ο τρόμος που προέρχεται από τη Μηχανή. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ικανοποιεί το ευρύ κοινό.

Ο Κάφκα πάντως δεν έγραφε για το ευρύ κοινό.


Δημοσιεύτηκε στην:


Δεν υπάρχουν σχόλια: