17/10/11

Η παθολογία του πολέμου


(Θουκυδίδη, Βιβλ. Γ΄, 82-84)

«...Τόσο σκληρή μορφή πήρε ο εμφύλιος πόλεμος και φάνηκε ακόμη σκληρότερος, επειδή ήταν ο πρώτος εμφύλιος που έγινε μεταξύ των Ελλήνων, γιατί αργότερα όλη σχεδόν η Ελλάδα ξέπεσε σε εμφυλίους πολέμους λόγω κομματικών διαφορών, ώστε σε κάθε πόλη οι αρχηγοί των δημοκρατικών καλούσαν σε βοήθεια τους Αθηναίους και των ολιγαρχικών τους Λακεδαιμόνιους.

(...)Και εξαιτίας των εμφυλίων πολέμων πολλές και μεγάλες συμφορές έπεσαν στις πόλεις, πράγμα που γίνεται και θα γίνεται πάντα, εφόσον η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια (...) Διότι σε καιρό ειρήνης και καλής πολιτικής κατάστασης και οι πόλεις και τα άτομα έχουν καλύτερες διαθέσεις, επειδή δεν αναγκάζονται να ενεργήσουν παρά τη θέλησή τους. Ο πόλεμος όμως που εξαφανίζει σιγά-σιγά κάθε ευκολία της καθημερινής ζωής, διδάσκει και επιβάλλει τη βία(...)

Έγιναν λοιπόν εμφύλιοι πόλεμοι στις πόλεις και όπου καθυστέρησαν να εκραγούν, εκεί, νομίζω, λόγω της πείρας που είχαν αποχτήσει από προηγούμενους εμφυλίους έγιναν πολύ πιο εφευρετικοί οι άνθρωποι και τελειοποίησαν τους τρόπους επίθεσης κατά των αντιπάλων και τις επιβαλλόμενες παράδοξες τιμωρίες. Άλλαξαν τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων και τους έδωσαν όχι την πραγματική, αλλά αυτή που τους συνέφερε. Η ασυλλόγιστη τόλμη πχ θεωρήθηκε ανδρεία υπέρ των ομοϊδεατών, ενώ η προνοητική δισταχτικότητα θεωρήθηκε αξιοπρεπής δειλία. Η φρονιμάδα θεωρήθηκε πρόσχημα ανανδρίας και η σύνεση αδράνεια. Η έξαλλη ορμητικότητα προστέθηκε  στα προσόντα του πραγματικού άνδρα, ενώ η επανεξέταση μιας απόφασης για την ασφαλέστερη επιτυχία της θεωρήθηκε εύσχημη πρόφαση υπεκφυγής.

Όποιος φαινόταν σκληρός κατά των εχθρών του ήταν άξιος εμπιστοσύνης, ενώ όποιος πρόβαλλε αντιρρήσεις, εθεωρείτο ύποπτος. Όποιος μηχανευόταν μια επιβουλή και την πετύχαινε, περνούσε για έξυπνος και όποιος την προέβλεπε και τη ματαίωνε, ακόμη εξυπνότερος. Αλλά όποιος έπαιρνε τις προφυλάξεις του, ώστε να μη χρειαστεί ούτε να επιβουλευτεί κάποιον ούτε να ματαιώσει την επιβουλή κάποιου άλλου εναντίον του, αυτός εθεωρείτο διαλυτικό στοιχείο και τρομοκρατημένος από τους εχθρούς του. Και γενικά εθεωρείτο αξιέπαινος όποιος προλάβαινε τον άλλο που επρόκειτο να του κάνει κακό και όποιος παρακινούσε τον άλλο να κάνει ένα κακό που δεν είχε στο μυαλό του να το κάνει.


 Αλλά και η συγγένεια κρίθηκε κατώτερος δεσμός σε σύγκριση με τον κομματικό, επειδή ο καθένας ήταν προθυμότερος να τολμήσει οτιδήποτε και απροφάσιστα υπέρ των ομοϊδεατών του. Γιατί τέτοιες κομματικές ενώσεις δεν εδημιουργούντο με βάση τους νόμους για την αλληλοβοήθεια των μελών αλλά  ενάντια στους νόμους για την επιδίωξη αθέμιτων κερδών.

Την εμπιστοσύνη μεταξύ τους τη στήριζαν όχι στο θείο νόμο και τους όρκους αλλά στην κοινή παρανομία. Όσα σωστά έλεγαν οι αντίπαλοί τους, τα παραδέχονταν όχι από γενναιοφροσύνη, αν ήταν ισχυρότεροι, αλλά με πολλές προφυλάξεις. Ο καθένας πίστευε ότι  είναι προτιμότερο να εκδικηθεί κάποιον παρά να πάθει ο ίδιος προηγουμένως κάτι κακό. Και αν τυχόν οι αντίπαλοι έδιναν μεταξύ τους όρκους συμφιλίωσης, επειδή τους έδιναν λόγω στιγμιαίας αδυναμίας, ίσχυαν, όσο καιρό διαρκούσε η αδυναμία, μετά ακυρώνονταν. Με την πρώτη ευκαιρία όποιος από τους ορκισθέντες ανακτούσε πρώτος το θάρρος του, αν έβλεπε τον αντίπαλο απροφύλακτο, τον εκδικούνταν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση, διότι εκείνος έχοντας εμπιστοσύνη στους όρκους, δεν προφυλασσόταν. Έτσι ενεργώντας λογάριαζε ότι είχε εξασφαλιστεί από τον εχθρό του και ότι εθεωρείτο συνετός άνθρωπος, επειδή εξόντωσε τον άλλο με απάτη. Οι περισσότεροι που είναι κακούργοι πιο εύκολα θέλουν να λέγονται έξυπνοι  παρά αφελείς και καλοί και ντρέπονται για το δεύτερο χαρακτηρισμό, ενώ ευχαριστούνται με τον πρώτο.

Αιτία όλων αυτών ήταν η εξουσία που την ήθελαν λόγω της πλεονεξίας και της φιλοδοξίας τους(...) Οι αρχηγοί των κομμάτων στις διάφορες πόλεις πρόβαλλαν ο καθένας ως πρόσχημα τις ωραίες ιδέες που ήθελαν να πραγματοποιήσουν. Οι αρχηγοί των δημοκρατικών πρόβαλλαν την ισονομία και την πολιτική ελευθερία του λαού, οι αρχηγοί των ολιγαρχικών τη συνετή διακυβέρνηση των αρίστων. Έτσι μόνο με λόγια φρόντιζαν τα κοινά, στην πραγματικότητα όμως θεωρούσαν τα κοινά ως βραβείο του νικητή. Γι αυτό αγωνιζόμενοι με κάθε τρόπο να επικρατήσει ο ένας εις βάρος του άλλου, έφτασαν στο σημείο να κάνουν φοβερότατα εγκλήματα και αντεκδικήσεις ακόμα πιο μεγάλες(...)Ώστε κανείς τους δεν πίστευε στην ευσέβεια, όσοι όμως τυχόν αναδεικνύονταν νικητές, εθεωρούντο αξιέπαινοι εν ονόματι των μεγάλων ιδανικών που επιδίωκαν. Οι μετριοπαθείς πολίτες που δεν ανήκαν σε καμιά πολιτική παράταξη εξολοθρεύονταν και από τις δύο, είτε γιατί δεν βοηθούσαν είτε γιατί τους φθονούσαν, επειδή ζούσαν ήσυχα μακριά από τους κινδύνους.


 Έτσι λόγω των εμφυλίων πολέμων σ΄ ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο επικράτησε κάθε είδος κακοτροπίας και οι άνθρωποι με καλό χαρακτήρα εξευτελίστηκαν και εξαφανίστηκαν, ενώ αντίθετα  μεγάλη ανάπτυξη είχε η διαρκής αντίθεση γνωμών και η αμοιβαία δυσπιστία. Διότι ούτε ο λόγος που δινόταν, ετηρείτο, ώστε να έρθει η συμφιλίωση, ούτε όρκος που να προκαλεί φόβο, αν τον παραβίαζαν, αλλά όλοι έχοντας υπόψη τους ότι δεν θα κρατούσαν οι όρκοι και οι συμφωνίες και δεν είχαν καμιά ελπίδα να στηριχτούν σ΄ αυτούς, προσπαθούσαν, αντί να τους εμπιστεύονται, να παίρνουν προφυλάξεις για να μην πάθουν κανένα κακό.

Και κυρίως επικρατούσαν οι αμόρφωτοι. Γιατί έχοντας επίγνωση της κατωτερότητάς τους και της υπεροχής των αντιπάλων τους φοβούνταν μήπως νικηθούν στις συζητήσεις και μήπως πέσουν θύματα επιβουλής από αυτούς λόγω της μεγάλης τους πονηρίας και γι αυτό με μεγάλη τόλμη προχωρούσαν στη εκτέλεση των σχεδίων τους. Οι μορφωμένοι, επειδή τους περιφρονούσαν κι επειδή νόμιζαν ότι θα αντιληφθούν κάθε τους σχέδιο και ότι δεν ήταν ανάγκη να χρησιμοποιήσουν βία για να πάρουν κάτι που μπορούσαν να το πάρουν με την πονηρία τους, δεν έπαιρναν προφυλάξεις και έτσι εξολοθρεύονταν.

Στην Κέρκυρα λοιπόν (σημ.: εννοεί τον εμφύλιο πόλεμο της Κέρκυρας) συνέβησαν για πρώτη φορά τα περισσότερα από αυτά και όσα ακόμα είναι δυνατόν να κάνουν οι άνθρωποι για αντεκδίκηση που διοικούνται περισσότερο με τη βία παρά με τη φρόνηση εναντίον εκείνων που τους τυραννούσαν. Έγιναν επίσης όσα μπορούν να κάνουν άνθρωποι που θέλουν να απαλλαγούν από την παντοτινή τους φτώχεια και άνθρωποι που θέλουν με πάθος να πάρουν τις περιουσίες των άλλων αδίκως και όσα μπορούν να κάνουν άνθρωποι όχι από πλεονεξία αλλά από απλή προσωπική έχθρα με τρόπο σκληρό και απάνθρωπο, χωρίς να μπορούν να συγκρατήσουν την οργή τους. Και αφού προκλήθηκε αναστάτωση του κανονικού βίου στην πόλη και τα ανθρώπινα ένστικτα έγιναν ανώτερα των νόμων, η ανθρώπινη φύση που είναι συνηθισμένη να παρανομεί και να αδικεί, απέδειξε ολοφάνερα ότι δεν μπορεί να συγκρατήσει την οργή της, ότι παραβαίνει το δίκαιο και ότι θεωρεί εχθρό της κάθε ανώτερό της. Γιατί αλλιώς δεν θα προτιμούσαν την εκδίκηση από την ευλάβεια ούτε το κέρδος από το δίκαιο και ο φθόνος δεν θα είχε τη δύναμη να βλάψει.

Οι άνθρωποι έχουν την τάση προκειμένου να εκδικηθούν άλλους να καταλύουν προκαταβολικά και να θεωρούν ανύπαρκτους τους κοινούς ανθρώπινους νόμους για τέτοια θέματα, δηλαδή τους νόμους για την ευσπλαχνία και τη συγγνώμη, από τους οποίους πηγάζει για όλους τους ανθρώπους  μια ελπίδα ότι είναι δυνατό να σωθούν κι αυτοί αν πέσουν σε δυστυχία...»



7 σχόλια:

AKG είπε...

Επειδή μετά από αυτό το συνταρακτικό κλασικό κείμενο, που διδάσκονται όλοι οι Έλληνες στα δεκαοκτώ τους χρόνια στο σχολείο, λίγα ουσιαστικά έχουν αλλάξει, μπαίνει και πάλι βασανιστικό το ερώτημα , Καίτη, τι μπορεί να μας δελεάσει εξίσου ισχυρά και προς την αγαθότητα (όχι την κατά Θουκυδίδη μαλάκυνση), και το οποίο να μην εκπορεύεται από την προσπάθεια καταστολής έστω και της απλούστερης και ελάχιστης μορφής βίας;

Καίτη Βασιλάκου είπε...

AKG, λέει ο Θουκυδίδης:"Πολλές και μεγάλες συμφορές έπεσαν στις πόλεις, πράγμα που γίνεται και θα γίνεται πάντα, εφόσον η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια". Δυόμιση χιλιάδες χρόνια αργότερα βλέπουμε ότι η Ιστορία τον επαληθεύει.
Πρέπει λοιπόν να αλλάξουμε την ανθρώπινη φύση. Αυτό προσπαθεί να κάνει ο πολιτισμός.

AKG είπε...

Γι αυτήν την τραγωδία μιλώ ακριβώς , Καίτη.
Προσπαθεί ο πολιτισμός, με νόμους, με ποινές, με απαγορεύσεις, με χημικούς ευνουχισμούς, κλπ., προσπαθεί φιλότιμα.
Εν τω μεταξύ "μάχεται" κι αυτός την "ίδια" φύση μας.
Ο Πόλεμος, πατέρας των πάντων, και της αγαθότητας, λοιπόν;
Από τον Ηράκλειτο και το Θουκυδίδη μέχρι σήμερα, ο πόλεμος (προς την "ίδια" φύση) και οι συνακόλουθες παθολογίες του διαπερνούν την τέχνη, την παιδεία, την επιστήμη, την οικονομία και την πολιτική με το όραμα μιας δευτερογενούς αγαθότητας.
Ο λύκος μπορεί να συνετίσει με τις δαγκωνιές του τον άλλο λύκο, αλλά μπορεί ως λύκος να γεννήσει πρόβατο;

Καίτη Βασιλάκου είπε...

AKG, έτσι όπως το θέτεις, όχι. Πρέπει να κρατάμε το λύκο χορτάτο και ήσυχο και να εκπαιδεύουμε τα λυκάκια του ως οικόσιτα. Άλλη επιλογή δεν έχουμε. Εκτός αν μεταλλαχθούμε.

Etherovamonas είπε...

Κυρία Βασιλάκου,AKG καλησπέρα σας,
είναι τρομακτικό να είσαι νέος και να αποκτάς μια τέτοια γνώση,"ο κόσμος δεν αλλάζει".
Αφού έχεις συνειδητοποιήσει ότι υπάρχεις και έχεις ξεκινήσει να ορίζεις το εαυτό σου σε σχέση με εσένα τον ίδιο και σχεδόν ταυτόχρονα με τον στενό κοινωνικό σου κύκλο,μαθαίνεις πως λίγα μπορείς να πάρεις ή να δώσεις στους γύρο σου.Όλοι είστε παγιδευμένοι σε μια σταθερή κατάσταση, κυβερνούμενοι από δυνάμεις που υπάρχουν από την αυγή της ανθρωπότητας.Κάθε κοινωνικός αγώνα φαντάζει μάταιος,ανούσιος μετά από αυτό.

ΥΓ.Σας ευχαριστώ για τους προβληματισμούς που μου προσφέρετε,και εσάς AKG!

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Γεια σου, Αιθεροβάμονα. Η γνώμη μου είναι ότι ο κόσμος αλλάζει, αλλά αυτό γίνεται τόσο αργά και με τόσα πισωγυρίσματα που είναι δύσκολο να το καταλάβουμε στη διάρκεια της σύντομης ζωής μας. Η φύση του ανθρώπου παραμένει η ίδια, όπως λέει και ο Θουκυδίδης, όμως ο πολιτισμός του ανθρώπου εξελίσσεται και επηρεάζει την ανθρώπινη φύση. Μας εξημερώνει και μας κάνει καλύτερους.

AKG είπε...

Η αλήθεια είναι ότι ο Θουκυδίδης είναι τρομακτικός, αγαπητέ Αιθεροβάμονα, γιατί είναι πολύ ρεαλιστικός.
Πιστεύω ότι μελετώντας κανείς τον Θουκυδίδη αρχίζει να σκέφτεται την επανάσταση μέσα από την αλλαγή του ανθρώπινου ήθους κι όχι μέσα από την αλλαγή της ανθρώπινης φύσης, και το ήθος, δηλαδή ο τρόπος που διαχειρίζεται κανείς την ανθρώπινη φύση του, ναι, αλλάζει. Εφόσον λοιπόν αλλάζει, και εφόσον πιστοποιείται αυτό ως κατορθωτό πρώτα στον ίδιο τον εαυτό μας, τότε έχουμε ελπίδες να απαιτήσουμε να γίνει κατορθωτή η αλλαγή και σε όλο τον κόσμο, χωρίς τρόμο και εκπλήξεις.