20/2/26

Μεγάλα ιδιωτικά νοσοκομεία


 

Τι είναι αυτό με τα τεράστια ιδιωτικά νοσοκομεία, όπου μπαίνεις και χάνεις τον προσανατολισμό σου, διάδρομοι, ασανσέρ, γραφεία, γραμματείες, όροφοι, πας από δω, πας από κει, δεν ξέρεις πού πατάς και πού πηγαίνεις.

 

Υποτίθεται ότι προτιμάς αυτές τις ιδιωτικές ιατρικές επιχειρήσεις για να κάνεις εύκολα και γρήγορα τη δουλειά σου.

Μπα!

Αφού τριγυρίσεις σαν χαμένος το αχανές οικοδόμημα, βρίσκεις επί τέλους το ιατρείο που θέλεις. Κι αν ο γιατρός που επέλεξες, έχει και κάποιο όνομα, τότε θα κάτσεις στην ουρά και θα περιμένεις με γαϊδουρινή υπομονή, μέχρι να έρθει η σειρά σου.

 

Κάθονται κι άλλοι δυστυχείς γύρω σου με την ίδια έκφραση της ταπεινής υπομονής και εν τω μεταξύ παρελαύνουν από μπροστά σου κάθε λογής υπάλληλοι, γραμματείς και φαρισαίοι, πάνε κι έρχονται, κάποιο έργο επιτελούν κι αυτοί.

 

Με άλλα λόγια, μια ενοχλητική κατάσταση, ό,τι πρέπει για τα ευαίσθητα νεύρα σου. Συμπληρώνεις και ένα ερωτηματολόγιο που απαιτεί να του πεις τα πάντα για σένα, μόνο τι όνειρα βλέπεις δεν σε ρωτά.

 

Περνά η ώρα, περνά, περνά, περιμένεις εσύ και τέλος έρχεται η στιγμή να δεις τον γιατρό σου.

 

Λάθος έκανες.

Πρέπει να περάσεις πρώτα από ανάκριση. Ένας νεαρός γιατρός κάθεται μπροστά στον υπολογιστή του και αρχίζει τις ερωτήσεις. Σου απευθύνεται στον ενικό, του απαντάς στον πληθυντικό. Σκέφτεσαι να το γυρίσεις κι εσύ στον ενικό, αλλά δεν μπορείς. Σκέφτεσαι ότι ο νεαρός έχει μπροστά του μια πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα και μπαίνεις στον πειρασμό να του κάνεις μια ευγενική παρατήρηση. Μετά λες από μέσα σου « ας στο διάολο, μη δίνεις σημασία». Σε ενοχλεί όμως πολύ αυτό. Λες και είσαι στη λαχαναγορά και συναλλάσσεσαι με τον μανάβη.

 

Τέλος πάντων, τελειώνει η ανάκριση, πας πιο μέσα, στο κανονικό ιατρείο, και ο νεαρός σε εξετάζει. Μετά έρχεται και ο γιατρός που έχεις επιλέξει. Σε εξετάζει κι αυτός, η ατμόσφαιρα είναι φιλική, όλα καλά.

 

Φεύγει ο γιατρός σου και σε αναλαμβάνει ένας άλλος νεαρός γιατρός μαζί με μια κοπέλα. Η κοπέλα σού απευθύνεται στον πληθυντικό. Ο νεαρός γιατρός στον ενικό. Εσύ νιώθεις ήδη πιο χαλαρά και αυθορμήτως λες στην κοπέλα:

 

-Γιατί εσείς οι κοπέλες μάς μιλάτε στον πληθυντικό και τα αγόρια στον ενικό;

 

Το ακούει το αγόρι και γελά αμήχανα. Μετά σου απευθύνεται στον πληθυντικό. Κάτι είναι κι αυτό.

 

Τελειώνει τέλος πάντων η εξέταση, πληρώνεις, βγαίνεις στους διαδρόμους, πάλι η κάθοδος των Μυρίων, αλλού πας κι αλλού βρίσκεσαι, τελικά ανακαλύπτεις την έξοδο και βγαίνεις στον δρόμο. Παίρνεις βαθιές αναπνοές και κάνεις τον σταυρό σου που ήρθες ξανά στον κανονικό κόσμο.

 

Έτσι είναι.

Θέλεις τον καλύτερο γιατρό της Αθήνας; Έναν τάραχο θα τον περάσεις, μέχρι να σε δει. Αλλιώς, πήγαινε στον γιατρό της γειτονιάς σου και ο Θεός βοηθός.




19/2/26

Ευδία

 

Και ξαφνικά:


Ευδία!


Πού πήγανε τα δάκρυα,


πώς εξατμίστηκε ο πόνος,


πώς έγινε κι έτσι απότομα


αλάφρυνε ο κόσμος;


Μυστήρια που είναι


η ανθρώπινη ψυχή!


 

Βέβαια ένα μικρό παράπονο


κάθεται εκεί,


σε μια γωνιά,


όλο μούτρα.


 

Δηλαδή τώρα είναι καλά;


ρωτάει,


είναι καλά


που δεν δοκίμασα την ευτυχία;



 

16/2/26

Δεν θα είμαστε λογικοί

 

 


 

Να είμαστε λογικοί.


Ο θάνατος παραμονεύει,


να προετοιμαζόμαστε σιγά σιγά.


 

Δεν θα είμαστε λογικοί.


Κάθεται μέσα μας η ζωή


και μας φωνάζει δυνατά,


μας έχει ξεκουφάνει.


 

Να είμαστε λογικοί.


Να γράφουμε ποιήματα


για ηλιοβασιλέματα,


για ρόδα, μαργαρίτες


και άλλα άνθη.


 

Δεν θα είμαστε λογικοί.


Θα γράφουμε ποιήματα ασελγή


και ιστορίες


με άσεμνες φαντασιώσεις.


 

Να είμαστε λογικοί.


Πάντα ευπρεπείς και αξιοπρεπείς.


Μη δίνουμε δικαιώματα


στους άλλους.


 

Δεν θα είμαστε λογικοί.


Θα μιλάμε για τη μυστική ζωή μας


γελώντας και αδιαφορώντας,


τα πέπλα της Σαλώμης


ρίχνοντας το ένα μετά το άλλο


κάτω στα μάρμαρα.

 

Θα χορεύουμε έξαλλα,


επειδή ως λογικοί


οφείλουμε να φερόμαστε παράλογα


φτύνοντας


προς τα εκεί


που στέκεται ο θάνατος.



15/2/26

Λύσε με!

 

Δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ,


αλήθεια λέω, δεν ξέρω.


Κρατώ δεμένο τον εαυτό μου


κι αυτός ουρλιάζει: λύσε με!


 

Πώς να τον λύσω


που θα κάνει πάλι τρέλες...


 

Δεμένο με αλυσίδες τον κρατώ


και τον λυπάμαι,


όπως ακούω τα ουρλιαχτά του.



Απερίγραπτο

 

Δεν περιγράφεται


αυτή η αδειοσύνη,


αυτό το τίποτα


δεν περιγράφεται,


το τίποτα


είναι απερίγραπτο,


η γλώσσα


δεν ξέρει πώς να το διατυπώσει,


πώς να το εκφράσει.


 

Δεν περιγράφεται το τίποτα.



Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Ωχ!

 

 


 


 

Όταν τέλειωσα το Πανεπιστήμιο, τα υποχρεωτικά δηλαδή διαβάσματα που μου έδωσαν μια αχνή ιδέα για την αρχαία ελληνική γραμματεία, σκέφτηκα: δηλαδή εγώ τώρα γνωρίζω την αρχαία ελληνική γραμματεία;

 

Την τύφλα μου γνώριζα.

 

Έπρεπε τώρα να καθίσω κάτω και να διαβάσω μόνη μου και με την ησυχία μου τους μεγάλους συγγραφείς της αρχαίας Ελλάδας. Δεν θα το έκανα βέβαια, αν δεν είχα την έφεση και την περιέργεια. Αλλά τα είχα και τα δύο.

 

Ξεκίνησα με τις Ιστορίες του Ηροδότου. Στην αρχή με ξένισε η ιωνική του διάλεκτος, αλλά σύντομα εξοικειώθηκα και τη διάβαζα άνετα. Και πού δεν περιπλανήθηκα, πού δεν με πήγε αυτός ο Πατέρας της Ιστορίας. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά, όμως θυμάμαι με πόση ικανοποίηση διάβασα όλο το έργο του.

 

Μετά ήρθε η σειρά της Θεογονίας και τα Έργα και Ημέρες του Ησιόδου. Ακόμα ψάχνω μάταια να βρω το σημείο εκείνο που μιλά για τον βαρύ χειμώνα που ο αγρότης ξαπλωμένος στο ζεστό κρεβάτι του και με το τζάκι αναμμένο ξεκουράζεται από τον μόχθο του καλοκαιριού και του φθινοπώρου.

 

Μετά Αριστοφάνης, η μεγάλη μου αγάπη. Διασκέδασα αφάνταστα με όλες τις σωζόμενες κωμωδίες του και καθώς συμβουλευόμουν και τα σχετικά σχόλια στο κάτω μέρος της σελίδας, ήταν σαν να ζούσα σε εκείνη την Αθήνα με τους περίεργους περιθωριακούς της τύπους και με την καυστική σάτιρα του Αριστοφάνη για τους συμπολίτες του. Τον αγαπώ πάντα.

 

Αντίθετα, δεν τα πήγα καλά με τους τραγικούς ποιητές. Διάβασα αρκετούς από αυτούς, αλλά μια βαρεμάρα την είχα. Δεν ξέρω γιατί.

 

Ακολούθησαν διάφοροι ποιητές και τελικά αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να διαβάσω Θουκυδίδη. Και έπαθα το σοκ της ζωής μου. Εννοείται ότι τον διάβασα από την αρχή ως το τέλος και ότι κάθε φορά που έπιανα το βιβλίο στα χέρια μου, ένιωθα ότι μου μιλούσε κάποιος σύγχρονός μου. Απίστευτα ώριμος, ίσων αποστάσεων, δεν χαριζόταν σε κανέναν, ήθελε μόνο να καταγράψει την αλήθεια. Νομίζω ότι, αν με κάποιο τρόπο ερχόταν πάλι στη ζωή, τίποτα δεν θα του προκαλούσε έκπληξη. Ο Θουκυδίδης γνώριζε σε βάθος την ανθρώπινη ψυχή και τις σκοτεινές της πτυχές που μας ταλανίζουν μέχρι σήμερα.

 

Μετά ήρθε η ώρα της περιπέτειας: Ξενοφώντος Κύρου Ανάβασις. Μια καταπληκτική ιστορία γεμάτη περιπέτειες, θανάσιμους κινδύνους, εχθρούς που παραμόνευαν σε άγνωστα, αφιλόξενα μέρη της εσωτερικής Μικράς Ασίας, αλλόγλωσσες, πρωτόγονες φυλές, πείνα, κακουχίες, βαρύ κρύο, μάχες, νεκροί και πορεία στο άγνωστο με μόνη ελπίδα να φτάσουν στον βορρά και να δουν θάλασσα, όπου ήξεραν ότι θα έβρισκαν ελληνικές πόλεις- αποικίες. Αυτό το περίφημο «θάλαττα, θάλαττα!» που έφτασε ως τις μέρες μας και που σημαίνει ότι εδώ στα παράλια υπάρχουν συμπατριώτες, δικοί μας άνθρωποι, όταν έχεις διαβάσει όλα όσα πέρασαν εκείνοι οι μισθοφόροι Έλληνες, σου φέρνει δάκρυα στα μάτια.

 

Και έπειτα ήρθε και η ώρα του Ομήρου.

Πρώτα η Ιλιάδα, μετά η Οδύσσεια. Στην αρχή τα βρήκα μπαστούνια, άγνωστες λέξεις συνέχεια, με το λεξικό στο χέρι συνέχεια. Αλλά μετά από κάποιες, όχι λίγες σελίδες, πλέον μπορούσα να διαβάσω τον Όμηρο χωρίς λεξικό πλην μερικών εξαιρέσεων. Για τον Όμηρο τι να πω; Τα έχουν πει άλλοι. Είναι η μαγεία του μύθου και οι αξίες μιας εποχής που ακόμα πολλές από αυτές παραμένουν ως σήμερα. Έτσι πρόχειρα, όπως μου έρχονται στον νου: η πολύ τρυφερή συνάντηση του Έκτορα με την Ανδρομάχη που κρατά αγκαλιά τον γιο τους (αγέραστη εικόνα στους αιώνες), η ταπείνωση του βασιλιά Πριάμου που ζητά από τον Αχιλλέα τον νεκρό γιο του Έκτορα για να τον θάψει, η περιφρόνηση της ωραίας Ελένης προς στον Πάρη που δεν πάει να πολεμήσει παρά κάθεται στο παλάτι (πάει ο μεγάλος έρωτας) και η νεαρή βασιλοπούλα Ναυσικά που ερωτεύεται μυστικά τον αρκετά μεγαλύτερό της Οδυσσέα.

 

Ακολούθησε ολίγος Πίνδαρος, πολλοί λυρικοί ποιητές, ο Επίκτητος και ο πολύ αγαπημένος μου Μάρκος Αυρήλιος με τα «Εις Εαυτόν». Ο Μάρκος Αυρήλιος, ο φιλόσοφος – αυτοκράτωρ, ο πιο ισχυρός άνδρας της εποχής του, που πέρασε τη ζωή του στα παγωμένα στρατόπεδα του Δούναβη περιφρονώντας τα παλάτια της Ρώμης και τα βράδια συνέγραφε στη σκηνή του στα ελληνικά τη στωική φιλοσοφία του:

 

Εγγύς μεν η ση περί πάντων λήθη, εγγύς δε η πάντων περί σου λήθη.

(Κοντά είναι η λησμονιά σου για όλα, κοντά και η λησμονιά όλων για σένα).

 

Αυτά είναι τα κυριότερα που διάβασα από την αρχαία ελληνική γραμματεία μας. Ο βίος σύντομος, όπως λέει και ο Μάρκος Αυρήλιος, και έπρεπε να διαβάσω και άλλα έργα πιο κοντά στην εποχή μας.

 

Ελάχιστα με εντυπωσίασαν τόσο όσο τα έργα που προανέφερα.

 

12/2/26

Γελώ

 

Γελώ,


χωρίς να είμαι ευτυχισμένη.


Γελώ με αστεία πράγματα


που βλέπω και διαβάζω,


τρανταχτά γελώ.


Αλλά δεν είμαι ευτυχισμένη,


δεν είμαι ούτε καν χαρούμενη.


Απλά γελώ.


Όπως φταρνίζομαι, ας πούμε.



Δεν είναι η πρώτη φορά

 

Μια ευκαιρία


λίγης ευτυχίας


χάθηκε.


Και τι πειράζει;


Μήπως είναι η πρώτη φορά;


 

Αλλά έτσι,


πηδώντας από τη μια χαμένη ευκαιρία 


στην άλλη,


από τη μια έλλειψη στην άλλη


φτάσαμε ως εδώ


και ετοιμάζουμε σιγά σιγά


τα μπογαλάκια μας


για το μεγάλο ταξίδι.






11/2/26

Σταμάτησαν τα δάκρυα

 

 

Σταμάτησαν τα δάκρυά μου.


Δεν θέλουν πια  


να εκτίθενται σ’ αυτόν τον κόσμο


τον αδιάφορο.


Γύρισαν προς τα μέσα.


 

Τα νιώθω κάθε βράδυ,


καθώς κατηφορίζουν


μικρά ρυάκια


ανάμεσα στα σπλάχνα μου


σιωπηλά κι αθόρυβα,


σαν να μη θέλουν


να τα πάρω είδηση,


σαν να μη θέλουν


να με ενοχλήσουν,


να με μελαγχολήσουν.



Αριστοφάνους «Όρνιθες»: η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης

 




Δυο λόγια γι’ αυτή την περίφημη κωμωδία του Αριστοφάνη:

Πρωτοπαίχτηκε στην Αθήνα το 414 πΧ. Δυο φίλοι, ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης, αηδιασμένοι από τη διαφθορά της πόλης τους καταφεύγουν στην Πολιτεία των Πουλιών για να πάρουν τις συμβουλές τους, ώστε να φτιάξουν μια Πολιτεία άλλη μεταξύ Ουρανού και Γης, όπου θα ζουν οι έντιμοι άνθρωποι. Τα Πουλιά εδώ στην Πάροδο νομίζουν αρχικά ότι ήρθαν στον τόπο τους δυο εχθροί και τους επιτίθενται.

 

Το 1959 το Θέατρο Τέχνης ανέβασε την κωμωδία στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, μουσική Μάνου Χατζιδάκι, σκηνικά και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφία Ραλλούς Μάνου. Θεωρήθηκε προκλητική και σκανδαλώδης για τα ήθη της εποχής και προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων.

 

Αργότερα οι Νεοέλληνες εκτίμησαν την αξία της και η κωμωδία ξαναπαίχτηκε σε χορογραφία της Ζουζούς Νικολούδη και με ενθουσιώδεις κριτικές αυτή τη φορά.

 

Στο βιντεάκι που θα δείτε η χορογραφία δεν φαίνεται να συμφωνεί με τα λόγια και τη μουσική της Παρόδου, αλλά παίρνουμε μια ιδέα της περίφημης παράστασης που παίχτηκε στην Επίδαυρο το 1975.

 

Μάνου Χατζιδάκι - ΠΑΡΟΔΟΣ,(Είσοδος και Επίθεση των Πουλιών) - Αριστοφάνη Όρνιθες, Θέατρο Τέχνης.

Απόδοση Στίχων: Βασίλης Ρώτας

Σκηνικά και Κοστούμια : Γιάννης Τσαρούχης

Χορογραφία : Ζουζού Νικολούδη

Σκηνοθεσία: Κάρολος Κουν

1975, Επίδαυρος

 

https://www.youtube.com/watch?v=8nSfQZrcKWE&list=RDMM8nSfQZrcKWE&start_radio=1

9/2/26

"Αναπολώ"

 

Και τώρα κουρασμένη και άυπνη


αναπολώ τις όμορφες στιγμές μας.


Κρίμα που δεν τις έζησες κι εσύ.



Κοιμάσαι...

 

Κοιμάσαι…


Θα έρθω από πάνω σου


σαν ελαφρό αεράκι


να σου χαϊδέψω το πρόσωπο,


τα μαλλιά,


να σου ψιθυρίσω γλυκά λογάκια στο αφτί,


να χωθώ κάτω από την κουβέρτα σου


και να φιλήσω τα χέρια σου,


να τυλιχτώ στον λαιμό σου απαλά,


να αναπνέω τις εκπνοές σου.