2/1/26

Στο καφέ στη λεωφόρο

 




 

Κάθισε στο γνωστό καφέ στη λεωφόρο, ένα καφέ τυλιγμένο σε πλαστικό, ειδικό για καπνιστές. Παγωνιά μεγάλη, ήταν καλά ντυμένη ωστόσο.

 

-Δεν ανάβετε τη σόμπα; ρώτησε τη μικρή που της έφτιαχνε φρέντο καπουτσίνο, ένα ευγενικό κορίτσι.

 

-Θα την ανάψουμε, είπε η μικρή, αλλά τελικά δεν την άναψε.

 

Το καφέ έρημο, γύρω γύρω το πλαστικό έκοβε κάπως τον παγωμένο  αέρα.

 

Σε λίγο ήρθε ένας κάποιος και κάθισε παραδίπλα.

 

Στη λεωφόρο ανεβοκατέβαιναν τα αυτοκίνητα. Τα κοίταζε αφηρημένη, το μυαλό της ήταν αλλού.

 

Ένιωσε ξαφνικά να υγραίνονται τα μάτια της. Θα στεγνώσουν, σκέφτηκε και συνέχισε να καπνίζει και να ρουφά ηδονικά τον παγωμένο φρεντουτσίνο.

 

Μετά ένιωσε ένα δάκρυ να κυλά στο δεξί της μάγουλο. Έβγαλε το μαντίλι της, το  σκούπισε και εκνευρίστηκε με τη σκέψη ότι εκείνος εκεί ο διπλανός μπορεί να την έβλεπε.

 

Ύστερα από λίγο ένα δεύτερο δάκρυ κύλησε στο άλλο της μάγουλο. Έβγαλε το μαντίλι και το σκούπισε κι αυτό γρήγορα, μετά φύσηξε τη μύτη της, να φανεί ότι είναι συναχωμένη.

 

Ορίστε τώρα, τι θα λέει αυτός εκεί πέρα, να βλέπει μια σοβαρή γυναίκα να σκουπίζει τα δάκρυά της και παράλληλα να κοιτάζει απαθώς τη λεωφόρο. Μπορεί να φαντάζεται δράματα μεγάλα, οικογενειακές τραγωδίες, ποιος ξέρει τι μπορεί να βάζει με τον νου του.

 

Πού να φανταστεί αυτός ο καθημερινός άνθρωπος ότι εκείνη την ώρα αυτή έδινε τα τελευταία θανατηφόρα χτυπήματα στο τέρας μέσα της κι αυτό σπάραζε κι έκλαιγε που έχανε το παιχνίδι. Δεν ήταν δικά της τα δάκρυα, ήταν δικά του.

 

Σηκώθηκε να φύγει. Δεν θα καθόταν να σκουπίζει τα βρεγμένα της μάγουλα κάθε τόσο και να χαζεύει αυτός ο άγνωστος και να σκέφτεται διάφορες σαχλαμάρες.

 

Περνώντας από δίπλα του σκέφτηκε να του πει: « Με συγκίνησε ένα τραγούδι που άκουσα προ ολίγου».

 

Αντί γι’ αυτό μπήκε στο διπλανό σουπερμάρκετ και αγόρασε πορτοκάλια και ντομάτες.

 

Σωστή κίνηση.

 

Τα μάτια της στέγνωσαν αμέσως.


(Μικρές ιστορίες)