24/7/13

Η γλώσσα είναι παιχνιδιάρα, δεν της αρέσει το λουρί




(Εκ προοιμίου ζητώ την κατανόηση των φίλων του Γλωσσικού Παρατηρητηρίου, από τους οποίους δανείστηκα μερικά παραδείγματα).

Πολλές φορές μέσα στο ζήλο μας να μιλήσουμε σωστά τη γλώσσα μας, φτάνουμε στην υπερβολή και φράσεις που έχουν καθιερωθεί στον καθημερινό μας λόγο και τον πλουτίζουν με την ποικιλία τους, τις περνάμε από κόσκινο και τις αμφισβητούμε ή τις απορρίπτουμε.

«Κλείδωσε η υποψηφιότητα του τάδε», ακούμε και αμέσως διαμαρτυρόμαστε: Τι πάει να πει κλείδωσε; Τι σχέση έχει η κλειδαριά με την υποψηφιότητα κάποιου πολιτικού;

«Κούμπωσε η δουλειά». Γιατί κούμπωσε; Φόρεμα είναι;

Γιατί λέμε «της Ηρώς» και όχι «της Ηρούς»;

Γιατί λέμε «ρίσκο της χώρας» και όχι «ρίσκο χώρας»;

Γιατί το «σημείο ζωής» το είπαν «σημάδι ζωής»;

Γιατί αυτός είπε «Δύσκολα οικονομικά προβλήματα»; Το επίθετο «δύσκολα» δεν είναι περιττό;

Να μη λέμε «υλοποίηση», να λέμε «πραγματοποίηση».

Τι πάει να πει «Θέλω να πιστεύω ότι ο Χ είναι αθώος»; Αν αμφισβητούμε την αθωότητα του Χ, πρέπει να πούμε «Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ο Χ είναι αθώος».

«Η Κουμουνδούρου συμφώνησε με τον Περισσό». Τα σαχλαμάρα είναι πάλι αυτή, γιατί δεν λένε τα πράγματα με το όνομά τους;

Και άλλα τέτοια πολλά.

Αλλά η γλώσσα είναι προϊόν ανθρώπινου και όχι ηλεκτρονικού εγκεφάλου. Πράγματι ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος εφοδιασμένος με ακριβείς και καίριες φράσεις θα επαναλάμβανε αέναα τις ίδιες άψογες, σωστές φράσεις σε όλες τις περιπτώσεις:

«Στοίχιση κειμένου αριστερά»
«Έντονη γραφή»
«Αλλαγή πεζών-κεφαλαίων»
«Χρώμα γραμματοσειράς»
 «Αποκοπή της επιλογής από το έγγραφο και τοποθέτησή της στο Πρόχειρο»
«Επικόλληση των περιεχομένων του Προχείρου»
«Εισαγωγή ή σχεδίαση πίνακα στο έγγραφο».

Όσες φορές κι αν χρειαστεί να μας ενημερώσει ο υπολογιστής μας, πάντα θα χρησιμοποιήσει τις ίδιες ακριβώς άψογες και σαφείς φράσεις.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος όμως έχει μια σχεδόν απεριόριστη ελευθερία επιλογών για να μεταδώσει ένα μήνυμα. Ανάλογα με τη διάθεσή του και το συναίσθημα που τον κυριαρχεί, το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, τα παράπλευρα μηνύματα που θέλει να στείλει μαζί με το κεντρικό μήνυμα, θα χρησιμοποιήσει τη γλώσσα κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Έχει επίσης την ικανότητα να παρομοιάζει καταστάσεις, να κάνει μεταφορές από τη μια κατάσταση στην άλλη, να βάζει εικόνες στο λόγο του, να τον στολίζει με κοσμητικά επίθετα, να υπερβάλλει για να εντυπωσιάσει, με λίγα λόγια να χρησιμοποιεί τα λεγόμενα καλολογικά στοιχεία και τα σχήματα λόγου που δίνουν χάρη και ζωντάνια στην ομιλία μας.

Όπως:

Πλεονασμός: Να σωπαίνεις και να μη μιλάς.
(Λάθος, θα έλεγαν οι ακριβολογούντες, ή το ένα θα πεις ή το άλλο).

Μεταφορά: Γλυκά μου μάτια.
(Λάθος και πάλι, το μέλι είναι γλυκό, τα μάτια δεν έχουν γεύση).

Παρομοίωση: Γρήγορος σαν τον άνεμο.
(Υπερβολές, θα μπορούσε να πει απλώς: πολύ γρήγορος).

Περίφραση: Η ρώσικη αρκούδα.
(Περιττά στολίδια. Να πει : Η Ρωσία).

Μετωνυμία: Διαβάζω Καβάφη.
(Παράλογο. Να πει: διαβάζω ποιήματα του Καβάφη).

Προσωποποίηση: Η φωτιά επιτέθηκε με μανία...
(Ποιος ο λόγος της προσωποποίησης; Να πει: Η φωτιά κατέκαψε...)

Υπερβολή: Μικροσκοπική, ένα μυρμηγκάκι.
(Αφύσικη φράση, ποτέ ένα άνθρωπος δεν είναι τόσο μικροκαμωμένος).

Πρωθύστερο: Ξεντύθη ο νιος, ξεζώστηκε και στο πηγάδι μπήκε.
(Όχι, πρώτα ξεζώστηκε και μετά ξεντύθηκε. Ας είμαστε λογικοί).

Προφανώς στα μαθηματικά και στις άλλες παρεμφερείς επιστήμες αυτές οι δυνατότητες του λόγου είναι περιττές και ίσως και βλαπτικές, εφόσον το νόημα που θέλουμε να μεταδώσουμε πρέπει να είναι απρόσωπο και απαλλαγμένο από διφορούμενες ερμηνείες.

Το ακριβώς αντίθετο πρέπει να ισχύει στις άλλες περιπτώσεις του βίου μας.
Δείτε με πόση ελευθερία μπορούμε να εκφραστούμε, όταν πχ αυτός που περιμένουμε να έρθει στο γραφείο μας στις 9 το πρωί, έρχεται τελικά στις 11.

-Αργήσατε δύο ώρες, κ.Τ.
-Γιατί καθυστερήσατε να έρθετε;
-Είπαμε στις 9 και τώρα είναι 11.
-Προφανώς δεν έχετε συναίσθηση του χρόνου, είναι 11 η ώρα.
-Μήπως είναι χαλασμένο το ρολόι σας;
-Σας συνέβη κάτι, κ.Τ;
-Όταν λέμε 9, εννοούμε 9!
-Τι ώρα είπαμε ότι θα έρθετε, κ.Τ;
-Ξέρετε τι ώρα είναι τώρα, κ.Τ;
-Μα πού ήσασταν; Μεσημέριασε!
-Τι έγινε, σας πήρε ο ύπνος;
-Καλώστονε κι ας άργησε!
-Αργήσατε, αλλά δεν πειράζει.
-Πάντα καθυστερημένος, κ.Τ!
-Είστε καλά; Ανησύχησα, ξέρετε.
-Έτσι δεν πρόκειται να κάνουμε δουλειά, κ.Τ!
-Τα ζώα μου αργά.
κλπ



Από όλες αυτές τις φράσεις μόνο μία κυριολεκτεί, η πρώτη: «Αργήσατε δύο ώρες, κ.Τ». Αν ήμασταν μηχανήματα, θα χρησιμοποιούσαμε μόνο αυτήν. Επειδή όμως δεν είμαστε μηχανήματα και επειδή διαθέτουμε ένα ευρηματικό εγκέφαλο, μπορούμε να επιλέξουμε μια φράση που θα εκφράζει και άλλες σκέψεις και συναισθήματά μας εκτός από το γεγονός της δίωρης καθυστέρησης. Ανάλογα με τη διάθεσή μας, θα πούμε μια φράση που θα εκφράζει δυσαρέσκεια, ενόχληση, ειρωνεία, ανησυχία ή καλή προαίρεση.

Αν μας καταλάβει η μανία της ακριβολογίας, εκτός του ότι ο λόγος μας θα γίνει ξύλινος, θα βρισκόμαστε συνέχεια μπροστά σε απίθανα προβλήματα. Ας πάρουμε την πρόταση: «Το ψωμί είναι στο τραπέζι». Η πρόταση αυτή είναι κοινότοπη και σαφέστατη και όλοι όσοι μιλάμε ελληνικά καταλαβαίνουμε πολύ καλά το νόημά της.

Τώρα μπορεί να εμφανιστεί κάποιος και να πει: Ποιο ψωμί; Η λέξη ψωμί είναι πολύ γενική και είναι λάθος να λέμε έτσι τη φράση. Πρέπει να πούμε η φρατζόλα το ψωμί. Αλλά πρόκειται για τη χθεσινή φρατζόλα ή γι αυτήν που αγοράσαμε σήμερα από το φούρνο; Το σωστό είναι να πούμε: Η φρατζόλα το ψωμί που αγόρασα σήμερα από το φούρνο είναι στο τραπέζι.

Ναι, αλλά είναι όλη φρατζόλα στο τραπέζι ή ένα μέρος της; Για να αποφύγουμε τις ασάφειες και τις παρανοήσεις, θα πρέπει να διευκρινίσουμε: Ολόκληρη η φρατζόλα το ψωμί που αγόρασα σήμερα από το φούρνο είναι στο τραπέζι.

Πρόκειται όμως για τη λευκή φρατζόλα  ή για την κριθαρένια ( σε περίπτωση που αγοράσαμε δύο είδη φρατζόλας). Άρα: Ολόκληρη η φρατζόλα το κριθαρένιο  ψωμί που αγόρασα σήμερα από το φούρνο είναι στο τραπέζι.

Αλλά και το ρήμα «είναι» δεν φαίνεται πολύ κατάλληλο εδώ. Τι πάει να πει «είναι»; Υπάρχει δηλαδή στο τραπέζι; Και πώς υπάρχει; Αφ’ εαυτού της; Για να είμαστε σαφείς, πρέπει να αντικαταστήσουμε το «είναι» με το σωστό ρήμα. Επομένως: Ολόκληρη τη φρατζόλα το κριθαρένιο ψωμί που αγόρασα σήμερα από το φούρνο την έχω τοποθετήσει στο τραπέζι.

Τώρα μάλιστα! Καμιά παρανόηση δεν μπορεί να υπάρξει.

Εκτός ίσως από τον προσδιορισμό: «στο τραπέζι». Δεν είναι πολύ σαφής κι αυτός. Εδώ έχουμε την πρόθεση «εις» που εννοείται στο εμπρόθετο άρθρο «στο». Αυτό το «στο» όμως μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Πχ πάω στο γραφείο, κάθομαι στο χολ, έδωσα ένα βιβλίο στο παιδί, στο βυθό της θάλασσας, στο καλό και να μας γράφεις. Άρα και εδώ πρέπει να γίνουμε σαφέστεροι και να πούμε:

«Ολόκληρη τη φρατζόλα το κριθαρένιο ψωμί που αγόρασα σήμερα από το φούρνο, την έχω τοποθετήσει πάνω στο τραπέζι».

Αλλά ποιο τραπέζι; Αυτό της κουζίνας ή της τραπεζαρίας; Μήπως αυτό της βεράντας; Ή το άλλο που βρίσκεται στο χολ;

Άρα: «Ολόκληρη τη φρατζόλα το κριθαρένιο ψωμί που αγόρασα σήμερα από το φούρνο, την έχω τοποθετήσει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας».

Τέλεια. Κανείς δεν μπορεί τώρα να μας κατηγορήσει ότι δεν χειριζόμαστε τη γλώσσα μας σωστά και με ακρίβεια.

Μέχρι βέβαια να πούμε ολόκληρη αυτή τη φράση, ο άλλος μπορεί να έχει καταβροχθίσει το ψωμί και να ακυρώσει την ίδια στιγμή το μήνυμά μας.



Συνελόντι ειπείν – όπως έλεγαν και οι πρόγονοι – η ύψιστη ακριβολογία είναι βρόχος που πνίγει (μεταφορά) την ελευθερία του λόγου. Ο λόγος πρέπει να είναι και λίγο αλήτης (προσωποποίηση), να παίζει με τις λέξεις, να κάνει τους συνδυασμούς που του αρέσουν, να γίνεται υπαινικτικός, φλύαρος, βλοσυρός, παιχνιδιάρης, ειρωνικός, να υπερβάλλει, άμα θέλει, και να βρίσκει ομοιότητες ανάμεσα σε πράγματα και καταστάσεις που με την πρώτη ματιά δείχνουν παράταιρα.

Δείτε το παρακάτω κείμενο:

“Ο πύρινος λόγος του άναψε φωτιές στη συνεδρίαση, κάποιοι πάνιασαν από τις αποκαλύψεις του, άλλοι του επιτέθηκαν αφρίζοντας από λύσσα, κάποιοι άλλοι χαμογέλασαν σαρδόνια. «Αυτό το σκουλήκι θα μας κάνει να φαγωθούμε μεταξύ μας» ψιθύρισε ο διπλανός μου, «να δεις που αυτός θα βάλει την ταφόπλακα στο κόμμα μας». Του έριξα ένα αιχμηρό βλέμμα: «Είναι ένας γίγαντας της πολιτικής», είπα, «αλλά έχετε τυφλωθεί όλοι από την αλαζονεία σας και ξερνάτε δηλητήριο». Με κοίταξε με τα ποντικίσια μάτια του: «Ιούδα!» φώναξε και σηκώθηκε πάνω σαν αυτόματο. Τον είδα να διασχίζει την αίθουσα σαν βολίδα και να εξαφανίζεται μέσα στις κραυγές του πλήθους που τράνταζαν την αίθουσα λες και γινόταν σεισμός”.



Αν επιχειρήσουμε να ξαναγράψουμε αυτή την παράγραφο αφαιρώντας τα αναρχικά κατά κάποιο τρόπο καλολογικά στοιχεία που περιέχει, θα μέναμε με ένα ξερό κείμενο πληροφοριακό και απολύτως βαρετό.

Μόνο μια δέσμευση έχει η γλώσσα παντού στον κόσμο: τη σωστή σύνταξη. Η σωστή σύνταξη είναι ο σκελετός του γλωσσικού οικοδομήματος που πρέπει να είναι στέρεος και αμετακίνητος για να μπορέσουμε μετά πάνω του να βάλουμε όλα τα κινητά στολίδια και τα σχέδια που θέλουμε, δηλαδή τις λέξεις και τις φράσεις της αρεσκείας μας.

 Και στη σύνταξη, λυπάμαι που το λέω, κάποιοι τα κάνουν θάλασσα. Αν μάλιστα είναι ποιητές, φαίνεται να το κάνουν σκόπιμα. Εγώ πάντως όρκο δεν παίρνω.


Δεν υπάρχουν σχόλια: