3/7/26

Δαλματικές Ακτές (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 



 

 

Μόνη σε γκρουπ για τις Δαλματικές Ακτές.

Ο πρώην δούλευε, άρα θα ήμουν μόνη μου σ’ αυτό το ταξίδι.

 

Βρήκα όμως μια κυρία που ταξίδευε κι αυτή μόνη. Δήλωνε εξήντα χρονών, ψέματα έλεγε, ήταν πολύ μεγαλύτερη και ασχημούλα εκ φύσεως, αλλά κομψότατη και συγγενής του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας.

 

Μοιραστήκαμε το δίκλινο δωμάτιο στο ξενοδοχείο, στο πούλμαν καπνίζαμε σαν φουγάρα και μας πέταξαν στις τελευταίες θέσεις να μην τους ενοχλούμε, η κυρία ήταν ευγενέστατη και ομιλητική, περνούσα καλά μαζί της.

 

Από την πρώτη ημέρα πάντως εντόπισε τον μοναχικό κύριο. Στην αρχή δεν καταλάβαινα, όταν έλεγε «πού είναι ο κύριος; Πού είναι; Πού είναι ο κύριος;» κι έψαχνε ανάμεσα στους συνταξιδιώτες μας. «Ποιος κύριος;» ρωτούσα αφελώς εγώ, «Εκείνος ο κύριος, ο κύριος, πού είναι;» συνέχιζε αυτή την αναζήτηση, μέχρι που τον εντόπιζε.

 

Τον πλεύρισε κανονικά.

 

Ο κύριος θα ήταν γύρω στα 55-60, καλούτσικος, αδύνατος, χωρισμένος ή χήρος, δεν ξέρω, πάντως είχε μια κόρη. Μονίμως αγέλαστος.

 

Αλλά η συνταξιδιώτισσά μου δεν το έβαζε κάτω. Από δω τον είχε, από κει τον είχε, τον έφερε τελικά στην παρέα μας. Γλυκομίλητη όπως πάντα αυτή, αυτός μουτρωμένος. Εγώ έπαιζα τον ρόλο του παρατηρητή.

 

Παντρεμένη η κυρία – πώς να την πω τώρα, δεν θυμάμαι το μικρό της όνομα, ας την πω Δήμητρα – και μ’ ένα γιο ψυχίατρο, αλλά ζωηρούλα γενικώς. Καθόμασταν στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου και μου διηγούνταν ιστορίες, απιστίες και τέτοια και κάποια στιγμή σταμάτησε και μου είπε σκεφτική:

 

-Τον γιο μου φοβάμαι. Μερικές φορές με κοιτάζει και είναι σαν να τα καταλαβαίνει όλα. Ψυχίατρος είναι βλέπεις.

 

Πράγματι, καλό είναι να μην έχεις γιο ψυχίατρο, άμα είσαι ζωηρή γηραιά κυρία.

 

Ο κύριος εν τω μεταξύ, μόνος του ταξίδευε κι αυτός, του είχε κολλήσει αυτή η αντιπαθητική με την παρατρεχάμενή της (εγώ ήμουν αυτή), ερχόταν άκεφος στο τραπέζι μας, η κυρία Δήμητρα δεν έβαζε γλώσσα μέσα της, ο κύριος άκουγε βαριεστημένος, ήταν φανερό ότι δεν ανταποκρινόταν στη γλυκομίλητη και κομψή, πλην ασχημούλα γιαγιά.

 

Εγώ παρέμενα βουβή και παρατηρήτρια των τεκταινομένων. Η κυρία Δήμητρα ήταν Νέα Δημοκρατία και ο κύριος Τάδε, όπως είχα συμπεράνει, ήταν Πασόκ. Μιλάμε για τη δεκαετία του ΄80, όπου τα πάθη και τα μίση μεταξύ αυτών των δύο κομμάτων ήταν αβυσσαλέα.

 

-Και τι εφημερίδα διαβάζεις; τη ρώτησε ένα βράδυ ο κύριος Τάδε με το γνωστό απορριπτικό του ύφος.

 

«Τώρα θα έχουμε πόλεμο» σκέφτηκα αμέσως και τέντωσα τα αφτιά μου.

 

Η κυρία Δήμητρα είπε ποια εφημερίδα διάβαζε, ήταν τότε η πιο επιθετική εφημερίδα της Νέας Δημοκρατίας εναντίον του Πασόκ. Ο άλλος την άκουσε ανέκφραστος και μετά είπε:

 

-Αυτή την εφημερίδα είναι να την αγοράζεις και μετά να την πετάς αμέσως στον τενεκέ των σκουπιδιών.

 

Εγώ έσκασα στα γέλια ( αλλά από μέσα μου), η κυρία Δήμητρα όμως δεν ταράχτηκε καθόλου:

 

-Μα γιατί το λέτε αυτό! Δεν έχετε δίκιο! είπε γλυκά και συνέχισε τη συζήτηση πάντα γλυκά και τρυφερά. Έτσι απεφεύχθη μια σύγκρουση ιδεολογιών που θα σήμαινε και το τέλος των ελπίδων της.

 

Επιστρέφοντας από τις Δαλματικές Ακτές κάναμε μια στάση στο Ζάγκρεμπ, όπου και διανυκτερεύσαμε. Ο κύριος πήγε στο καζίνο και αργότερα προσέγγισε τη συνταξιδιώτισσά μου.

 

-Ξέμεινα από λεφτά, της είπε. Μήπως μπορείς να με δανείσεις για να πάω να παίξω πάλι στο καζίνο; Θα σου τα δώσω πίσω, όταν γυρίσουμε στην Αθήνα.

 

-Ευχαρίστως, απάντησε αυτή, άνοιξε την τσάντα της και του έδωσε με πολλή χαρά το ποσό που της ζήτησε.

 

«Άμα τα ξαναδείς, να μου γράψεις», σκέφτηκα, αλλά δεν μου έπεφτε λόγος και δεν είπα τίποτα.

 

Δεν ξέρω, αν είχε συνέχεια στην Αθήνα αυτή η ιστορία. Με την κυρία Δήμητρα τηλεφωνηθήκαμε μερικές φορές, μετά χαθήκαμε.

 

Λίγα χρόνια αργότερα, όταν είχα ήδη χωρίσει, την πήρα στο τηλέφωνο.

 

-Καίτη; Ποια Καίτη; ρώτησε αυτή απορημένη.

 

Της θύμισα ποια ήμουν. Εκείνη από την άλλη μεριά έμεινε για λίγο σιωπηλή. Μετά μου είπε χαμηλόφωνα:

 

-Ξέρεις, λέω στον άντρα μου ότι βγαίνω μαζί σου, γι’ αυτό καλύτερα πρόσεχε, όταν μου τηλεφωνείς.

 

Δεν ξανατηλεφώνησα.

 

2/7/26

Είκοσι λεπτά πριν τα μεσάνυχτα

 

Πάρε, σου λέω, πάρε,


πάρε, πάρε,


καθόλου δεν με νοιάζει,


πάρε.


 

Τι να μου κάνει μια εικόνα;


Όσο και να τη θυμιατίζω,


αυτή μένει ακίνητη


με το βλέμμα στο κενό,


αιώνες κάθεται έτσι ακίνητη.


 

Πάρε, λοιπόν, πάρε,


δεν μου στοιχίζει τίποτα.





 

Περί αθανασίας

 



 

Δεν έχω ακούσει κανέναν γέροντα ή γερόντισσα να μιλά για αθανασία. Ούτε και κανέναν νέο.

 

Αυτό το θέμα, όπως διαπίστωσα, απασχολεί εκείνους που βρίσκονται μεταξύ νιότης και γηρατειών, όταν δηλαδή το σώμα τους αρχίζει να στέλνει τα πρώτα μηνύματα της παρακμής, κάτι ψιλοχαλάει, κάτι πονάκια εμφανίζονται, το πρόσωπο δεν είναι πια φρέσκο και λαμπερό, η χοληστερίνη δίνει το παρών της, η πίεση επίσης, χαλάνε και τα δόντια, ξεφυτρώνουν θρασύτατες οι άσπρες τρίχες στο κεφάλι, με λίγα λόγια η νιότη αποχωρεί αργά αλλά σταθερά, αργά αλλά πάντα σταθερά.

 

Και τότε αρχίζουν και τα υπαρξιακά περί αθανασίας, γιατί να πεθαίνουμε, τι είναι ο θάνατος, είναι μια μετάβαση σε μια άλλη ευτυχέστερη διάσταση άραγε, είναι το οριστικό μας τέλος, τι κάνει περί αυτού η επιστήμη, θα γίνει κάποτε αθάνατος ο άνθρωπος κι αν ναι, πώς θα είναι και τα λοιπά και τα λοιπά.

 

Η παρακμή ωστόσο του σώματος συνεχίζεται με σταθερό ρυθμό. Και ο μεσόκοπος, αν είναι τυχερός, καταφέρνει και γίνεται γέρος.

 

Οι γέροι δεν ασχολούνται καθόλου με την αθανασία – εκτός κι αν είναι τίποτα θρησκευόμενοι, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Οι γέροι κάθονται αποκαμωμένοι από τη ζωή και βαριούνται. Και πότε-πότε τους ακούς να λένε:

 

-Άντε, βαρέθηκα, να πεθάνω να ησυχάσω.

 

Υπομονή, αν είμαστε τυχεροί, θα το πούμε κι εμείς κάποτε.

 

1/7/26

Ταφικό επίγραμμα

 

Τι θα γράψουν,


βρομιάρη,


στον τάφο  σου;


 

"Σκότωσα έναν άνθρωπο.


Άξιζε που με γέννησε


η μάνα μου".