Αν ήταν εκεί ο Κέβιν, ακόμα
καλύτερα. Δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Τα πράγματα έπρεπε να ξεκαθαρίσουν. Στην
τσάντα μου είχα ένα μαχαίρι. Δεν ξέρω, γιατί το είχα πάρει μαζί μου. Το ήθελα
μαζί μου. Δεν ήξερα γιατί.
Χτύπησα το κουδούνι και περίμενα.
Ένιωθα ήρεμη, παράξενα ήρεμη.
Μου άνοιξε την πόρτα μια ψηλή,
αδύνατη γυναίκα, ξανθιά, με κουρασμένο πρόσωπο.
-Είμαι η Κέητ, είπα.
Δεν έδειξε καμιά έκπληξη. Μου
έκανε βουβή τόπο να περάσω. Μπήκα στο καθιστικό.
Και εκεί βρήκα τον Κέβιν. Τον
βρήκα να κάθεται αμέριμνος και να παίζει με τα παιδιά της. Ο Κέβιν έπαιζε με τα
παιδιά της, ο Κέβιν, ο δικός μου Κέβιν, έπαιζε με τα παιδιά μιας ξένης. Μου
ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.
Αυτός με είδε και μαρμάρωσε.
Η Τζούλια έστειλε τα παιδιά στο
δωμάτιό τους και ύστερα στάθηκε παράμερα. Έδειχνε αμήχανη κι έπαιζε με τα
κουμπιά της ρόμπας της.
Ο Κέβιν σηκώθηκε και με πλησίασε.
-Λοιπόν; Γνώρισες τη Τζούλια;
Η φωνή του ακουγόταν ήρεμη, εγώ
όμως ένιωσα την ταραχή του.
-Ναι, τη γνώρισα, απάντησα το
ίδιο ήρεμα. Γνώρισα τη Τζούλια.
-Κάθισε, Κέητ, είπε η Τζούλια.
Έβαλα το χέρι στην τσάντα μου και
χάιδεψα το μαχαίρι. Θα μπορούσα να σκοτωθώ μπροστά τους, να κόψω τον λαιμό μου
από τη μιαν άκρη ως την άλλη. Ή να μαχαιρώσω τον Κέβιν. Ή να σφάξω τη Τζούλια.
Αντί γι’ αυτό γύρισα προς το
μέρος της και είπα:
-Ο Κέβιν είναι ερωτευμένος μαζί
μου. Δεν νιώθει τίποτα για σένα. Σε χρησιμοποιεί. Αν του ζητήσω να χωρίσετε, θα
το κάνει την ίδια στιγμή.
Η Τζούλια γούρλωσε τα μάτια. Ο
Κέβιν χλόμιασε. Τα μικρά ήρθαν στην πόρτα και μας χάζευαν.
-Έτσι δεν είναι, Κέβιν;
-Τι λέει αυτή, Κέβιν; έκανε η
Τζούλια.
-Έτσι δεν είναι, Κέβιν;
-Πάμε να φύγουμε, μου είπε αυτός.
-Όχι, πριν της πεις ότι χωρίζετε.
Οριστικά.
Η Τζούλια έκανε ένα βήμα προς το
μέρος του:
-Όχι, Κέβιν, όχι, αγάπη μου!
Αγάπη της; Είπε αγάπη της τον
Κέβιν; Αυτό το τίποτα είπε αγάπη της την αγάπη μου; Μόλυνε με το βρομόστομά της
την ιερή μου αγάπη;
Εκείνη τη στιγμή θόλωσα. Έβγαλα
από την τσάντα το μαχαίρι και όρμησα εναντίον της.
.jpg)
