22/10/26

Graffiti

 



Για πρώτη φορά χθες βράδυ, λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, δικαιολόγησα (εν μέρει) αυτά τα νεαρά, άσκεφτα παιδιά που λερώνουν τους δρόμους της πόλης με τις σαχλαμάρες που γράφουν σε όποια καθαρή επιφάνεια τοίχου βρουν.

 

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν πειράζει, ας συνεχίσουν να βρομίζουν τους δρόμους μας αυτά τα άσκεφτα, ανόητα παιδιά, στο κάτω κάτω παιδιά είναι, δεν είναι τίποτα μεσόκοποι μαντράχαλοι.

 

Αλλ’ όμως τα δικαιολόγησα κατά κάποιον τρόπο.

 

Γιατί κάτι παρόμοιο έκανα κι εγώ μαζί με μια φίλη μου τότε, δεκαετία του ΄60, και δεν καταλαβαίναμε ότι αυτό που κάναμε ήταν να λερώνουμε τοίχους με τις ανοησίες μας. Αν μας έπιανε κανείς να το κάνουμε και μας κατσάδιαζε, θα βάζαμε μυαλό. Αλλά κανείς δεν μας είδε και δεν μας μάλωσε. Κι εμείς καμαρώναμε.

 

Ας τα πάρουμε από την αρχή τα πράγματα.

 

Η σουρεαλιστική ποίηση εκείνη την εποχή ήταν άγνωστη στο ευρύ κοινό, ζήτημα να την γνώριζαν εκατό, διακόσια άτομα στην Ελλάδα.

 

Εμείς δεν ξέρω πώς τυχαία την ανακαλύψαμε και φυσικά πέσαμε κάτω από τα γέλια. Εμ, τέτοια ξέρουμε να γράφουμε κι εμείς, είπαμε, και επί όπου σκαρώσαμε μερικούς ακαταλαβίστικους στίχους.

 

Μας άρεσε αυτό το παιχνίδι και το συνεχίσαμε. Φτιάχναμε παλαβά τετράστιχα και όπου βρίσκαμε επιφάνεια καθαρή, τη λερώναμε με τα «ποιήματά» μας.

 

Στα θρανία του σχολείου δεν βόλευε, αλλά τα τραπεζάκια του ινστιτούτου αγγλικών ήταν ό,τι πρέπει για να τα λερώσεις με διάφορες αηδίες. Εμείς τα λερώναμε με τα σούπερ σούπερ σουρεαλιστικά μας  τετράστιχα.

 

Μια και ανήκαμε στη χορωδία του σχολείου και κάναμε εκδηλώσεις σε αίθουσες των κινηματογράφων της πόλης μας, εμείς οι δύο ταραξίες γράφαμε τις βλακείες μας με το στιλό στα παρασκήνια και το διασκεδάζαμε. Ποτέ δεν μας πέρασε από τον νου ότι λερώναμε τον χώρο.

 

Χθες βράδυ λοιπόν που τα θυμήθηκα αυτά, σκέφτηκα ότι τα graffiti που έχουν γεμίσει και βρομίσει τις πόλεις μας είναι έργο νεαρών που δεν καταλαβαίνουν ότι απλώς λερώνουν τον χώρο που ζούμε. Θεωρούν φυσικό αυτό που κάνουν. Βέβαια τώρα αυτό έγινε της μόδας και το κάνουν πολλοί. Αλλά ίσως με μερικές σφαλιάρες κάποιοι από αυτούς θα καταλάβαιναν πόσο λάθος είναι αυτό που κάνουν.

 

Δυστυχώς δεν έχω καταγράψει πουθενά τα «σουρεαλιστικά» τετράστιχα που σκάρωνα τότε κι έτσι αυτή η υψηλή μου τέχνη χάθηκε στον χρόνο. Μόνο ένα θυμάμαι:

 

Κάθε μέρα έπινα

Μια μελένια μπλούζα

Ώσπου τώρα έγινα

Άσπρη καραμούζα.


*

Και μη νομίζετε: αν εμβαθύνετε στο νόημα των στίχων, θα ανακαλύψετε και τη σοφία που κρύβουν.


ΥΓ
Κι άλλο ένα που θυμάμαι μόνο τους δύο τελευταίους στίχους:

Θέλει να' ρθει ένα βόδι
και να πάθει εμπλοκή.

).



21/10/26

Νίκου Γκάτσου: "Ελλαδογραφία"

 


 

Τω καιρώ εκείνο ο ακμαιότερος κλάδος της πελασγικής δρυός

 

εκάλυπτε τρεις οικισμούς πέριξ του μυστηριώδους Βράχου της Ακροπόλεως.

 

Αλλά μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσοποταμίας, τα οποία οδήγησαν

 

εις την έξωσιν των πρωτοπλάστων εκ της κοιλάδος του Τίγρεως και

 

προεκάλεσαν σύγχυσιν εις τας φρένας των ανθρώπων, οι οικισμοί

 

των Αθηνών ήρχισαν να πληθύνονται παραλόγως.

 

Αποτέλεσμα υπήρξεν η αλματώδης επέκτασις της πόλεως και η δημιουργία

 

του λεγομένου άστεως, το οποίο κατά τους αρχαιοπλήκτους ιστορικούς

 

εμεγαλούργησε και περιεβλήθη την αίγλην της αιωνιότητος.

 

 

 

Επίσκοποι και προεστοί


κατακτητές και στρατηλάτες


επαναστάτες και αστοί


της ιστορίας οι πελάτες.

 

 

 

Αλλά οι αρχαίοι Θεοί, εν τη μερίμνη των δια τα υπόλοιπα πελασγικά

 

φύλα, απεφάσισαν την βαθμιαία κατάρρευσιν των Αθηνών ως ηγέτιδος

 

πόλεως και την απαλλαγήν του Ελληνισμού, ως εθνικού πλέον συνόλου,

 

εκ των κινδύνων του συγκεντρωτισμού. Κατά τους επόμενους μακρούς αιώνας

 

κατεβλήθησαν αρκεταί προσπάθειαι δια την αναβίωσιν του παλαιού άστεως,

 

αλλ’ αύται απέβησαν άκαρποι. Ευτυχώς δε, διότι κατά την νεωτέραν και σκληροτέραν δοκιμασίαν

 

του γένους, η εκ νέου κυριαρχία των Αθηνών θα απεδυνάμωνε τας

 

κορυφάς και τας πεδιάδας της πελασγικής γης,

 

αι οποίαι διεμόρφωσαν την οριστικήν φυσιογνωμίαν της φυλής και κατηύγασαν

 

δι’ ανεσπέρου φωτός τους ομιχλώδεις ορίζοντας της

 

περιδεούς ανθρωπότητος.

 

 

 

Στο Σούλι και στην Αλαμάνα

 

κάναμε φως τη συμφορά

 

θα μας θυμούνται τάχα, μάνα,

 

καμιά φορά;

 

 

 

Ματαία ελπίς. Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζώσας αιωνιότητας,

 

ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι

 

Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα (του) νεοπαγούς κράτους, ήρχισαν να

 

προετοιμάζονται διά την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδος του έθνους.

 

Αλλά η προγονική κληρονομία δεν είχεν εξ ολοκλήρου σπαταληθεί και

 

οι μεταγενέστεροι αδελφοί του μικρού Χορμόπουλου, εκ των Ηπειρωτικών

 

ορέων και εξ όλων των στενωπών της αθανάτου πατρίδος, διέπλευσαν την

 

Αχερουσίαν της μοίρας των με την γαλήνην του μαρτυρίου και της θυσίας.

 

Και τα βαρβαρικά έθνη ηπόρησαν και κατ’ ιδίαν εκάγχασαν ακριβώς όπως αι 


Αθήναι.

 


 

Χτυπάτε της οργής προφήτες

 

καμπάνα στην Καισαριανή

 

νά ΄ρθουν απόψε οι Διστομίτες

 

νά ΄ρθουν κι οι Καλαβρυτινοί

 

με σπαραγμό κι απελπισία

 

για τη χαμένη τους θυσία.

 

 

 

Άραγε είναι αληθές ότι η θυσία των απέβη επί ματαίω;

 

Ουδείς δύναται να αποφανθή μετά βεβαιότητος και ουδείς δύναται να

 

προεξοφλήση το μέλλον, διότι η ιστορία των ανθρώπων είναι μία

 

συνεχής παλινδρόμησις. Αλλά με την διαρκώς ογκούμενην υπερτροφίαν της

 

Αττικής αι προοπτικαί διαγράφονται σκοτειναί. Οι αρχαίοι Θεοί δεν

 

υπάρχουν πλέον δια να δώσουν την λύσιν, και ούτω, θάττον η βράδιον,

 

αι Αθήναι θα συγκεντρώσουν εις τους κόλπους των και θα εξαφανίσουν διά

 

παντός την Ελληνικήν αρετήν, ως ο Κρόνος εις το απώτατον παρελθόν

 

κατέτρωγε τα ίδια αυτού τέκνα ή ως ο Ήλιος εις το απώτατον μέλλον θα

 

συγκεντρώσει εις τας αγκάλας του τους πλανήτας του

 

και θα καταβροχθίσει αυτούς!

 

Γένοιτο! και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.

 

 

 

Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;

 

Πότε θα ΄ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι

 

να συνοδεύσουνε την βλακεία

 

στην τελευταία της κατοικία;».


*

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Πρώτη και μοναδική εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης


https://www.youtube.com/watch?v=jelHE_YjH9o&list=RDjelHE_YjH9o&start_radio=1



 

20/10/26

Έτσι ξαφνικά

 

Έτσι ξαφνικά,


όταν όλα είναι ήσυχα,


χορτάτη η ψυχή μου,


το πνεύμα ήρεμο,


έτσι ξαφνικά


νιώθω να πλησιάζει η φουρτούνα.


 

Ετοιμάζομαι,


γεμίζω λόγια,


με τυλίγουν τα κύματα


κι εγώ μονολογώ


κι αφήνομαι


σαν σκουπιδάκι


στον αφρό.


 

Είσαι πάντα δικός μου,


όπου κι αν είσαι,


είσαι πάντα εσύ,


είσαι πάντα δικός μου,


σου λέω.


 

Το λέω πολλές φορές,


το λέω με άλλα λόγια


κάθε φορά,


το λέω συνέχεια,


το λέω καταπίνοντας


πικρό νερό


και τα κύματα σιγά σιγά ημερεύουν.


 

Ξεβράζομαι στην ακτή


λίγο γδαρμένη


-δεν είναι τίποτα.