19/7/26

Φύγε τώρα

 

Φύγε τώρα,


πήγαινε εκεί που είναι το σώμα σου,


κουράστηκα με το φορτίο σου


όλη μέρα.


Πήγαινε εκεί 


που είσαι τρισδιάστατος.


 

Κι εγώ θα πάω για ύπνο τώρα,


ύπνο γλυκό, ανάλαφρο,


χωρίς εσένα.


 

Γιατί τουλάχιστον εκεί,


μες στα νυχτερινά νου όνειρα,


εσύ δεν είσαι πουθενά.



 

18/7/26

Όχι άλλες παρουσιάσεις, please!

 



 

Καταλαβαίνω την ανάγκη όλων ημών που εκδίδουμε βιβλία να τα παρουσιάσουμε με μια σεμνή τελετή στους φίλους, συγγενείς και αναγνώστες μας, να ακούσουμε την ευμενή κριτική εκείνων που προθυμοποιήθηκαν να λάβουν μέρος στην παρουσίαση και να χαρούμε με τα φιλικά χαμόγελα των παρόντων.

 

Το φαινόμενο όμως πήρε τελευταία τεράστιες διαστάσεις, καθώς πολλαπλασιάστηκαν οι εκδόσεις (πεζογραφίας και ποίησης, περί αυτού πρόκειται) και όσοι έχουμε κάνει κάποιες παρουσιάσεις νιώθουμε την υποχρέωση να ανταποδώσουμε παρακολουθώντας παρουσιάσεις φίλων και γνωστών, με αποτέλεσμα να μην κάνουμε τίποτε άλλο στην ζωή μας από το να τρέχουμε από τη μια παρουσίαση στην άλλη.

 

Εκτός αυτού βρίσκω ότι αυτές οι παρουσιάσεις έχουν καταντήσει μονότονοι μονόλογοι ενώπιον ενός μισοκοιμισμένου κοινού. Κανείς δεν πιστεύει αυτά που ακούει. Και ίσως και κανείς δεν πιστεύει αυτά που λέει. Εξάλλου ακούμε όλοι περίπου τα ίδια πράγματα σε όποια παρουσίαση κι αν πάμε.

 

Μετά από αυτές τις διαπιστώσεις μου κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν αξίζει να κάνει κάποιος τον κόπο να παρουσιάσει το βιβλίο του ενώπιον κοινού. Ας πληροφορήσει τους αναγνώστες του από τα ΜΚΔ και αν θέλει, ας αναφέρει ηλεκτρονικά κάποιες σύντομες κριτικές αναγνωστών που έκαναν τον κόπο να διαβάσουν το έργο του.

 

Προσωπικά, μπορεί να βγάλω ακόμα ένα δυο βιβλία και μπορεί να κάνω μια τελετή σε κανένα καφενείο, όπου θα ήθελα να μαζευτούμε πέντε, δέκα, δέκα πέντε φίλοι και να μιλήσουμε περί ανέμων και υδάτων, χαρούμενοι που βρεθήκαμε. Και κάπου παρενθετικά μπορεί να πω κι εγώ δυο κουβέντες για το βιβλίο μου. Ως εκεί.

 

Αγαπητοί φίλοι που με διαβάζετε και εκδίδετε τα έργα σας, μη με παρεξηγήσετε που δεν θα είμαι παρούσα στην δική σας τελετή. Δεν τις αντέχω πια αυτές τις τελετές καρμπόν.

 

Και σκέφτομαι πολύ σοβαρά και το άλλο:

 

Έχω το δικό μου σάιτ στον ηλεκτρονικό κόσμο που μας έχει περικυκλώσει και παρατηρώ ότι με διαβάζουν πολλοί.

 

Μπορώ επομένως κάλλιστα ό,τι καινούργιο γράφω να το αναρτώ στο σάιτ μου. Όσο θα υπάρχει ο ηλεκτρονικός κόσμος, θα είμαι κι εγώ εκεί μέσα, σε κάποια γωνιά, και όσοι ενδιαφέρονται θα μπορούν να με διαβάσουν όποτε θέλουν.


Σημείωση:
Και όχι και πολλή συνάφεια με τα λογοτεχνικά περιοδικά, ηλεκτρονικά και μη. Τα εκτιμώ, αλλά προσωπικά προτιμώ να είμαι μόνη μου. Αν μου ζητηθεί, συμμετέχω ευχαρίστως.




17/7/26

"Πηγή ζωοδόχος"

 

Πότε πότε  νιώθει να κολλάει πάνω του


και τότε θυμώνει


και τον βρίζει


μονολογώντας πάνω κάτω


στα δωμάτια,


 

μετά του στέλνει φιλιά,


μετά ξεχνιέται,


έπειτα θυμώνει ξανά,


έπειτα τον αγαπά ξανά


 

και όταν  συνέρχεται,


σκέφτεται πόσο χρήσιμος τής είναι, 


πόσο πολύτιμος τής είναι, γιατί, αν δεν υπήρχε αυτός, 


θα υπήρχε το χάος, θα υπήρχε το τίποτα, 


θα έρχονταν οι σκέψεις του θανάτου, 


μαύρες, βαριές σκιές,  οι σκέψεις του θανάτου.


 

Τώρα, με τούτη την ψευδαίσθηση 


που εκείνος τη λιπαίνει - να το πούμε κι αυτό 


η ζωή αντέχεται, έχει και κάποιες όμορφες στιγμές, 


έχει και  ωραίες σκέψεις και φαντασίες 


και μη νομίζετε πως δεν καταλαβαίνει  (αυτή) 


πως το όλο θέμα έχει και κάποια γελοιότητα, 


να στέκεται μπροστά στις Πύλες του Θανάτου και να χαμογελά, 


γιατί εκείνος -όχι ο Θάνατος, εκείνος -  


της έστειλε ένα φιλί και οι Πύλες 

παραμένουν επ' αόριστον κλειστές


έχει που λέτε κάποια γελοιότητα η όλη κατάσταση, 


ιδίως, όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη, 


νιώθει μια περιφρόνηση τότε 

και ρωτά το είδωλό της:


 

Εσύ θα πήγαινες με μια γυναίκα σαν και μένα;


 

Και το είδωλο μένει σκεφτικό,


 

μάλλον όχι, της απαντά μετά.


 

Κι εγώ το ίδιο νομίζω, λέει αυτή, λοιπόν όχι, δεν πρόκειται ποτέ να με φιλήσει.


 

Και το είδωλο κατανεύει σιωπηλά.


 

Εν τάξει, συμφωνήσαμε, του απαντά ψυχρά κι ύστερα


βάφει τα μάτια της, φορά τα ωραία της φορέματα, τα σκουλαρίκια της και βγαίνει έξω.

 

Μα τι ωραία που είστε! Της λέει η γειτόνισσα, της λέει η νυχού, της λέει η κομμώτρια,


ναι, κούκλα είμαι, απαντά αυτή και γελά χαιρέκακα,


αλλά οι Πύλες έτσι παραμένουν κλειστές κι εκείνος, ε, εκείνος κάνει τη ζωή του, δικαίως, δικαιότατα και ούτε ένα φιλί, ούτε ένα φιλί 

ο α-φιλό-τιμος,


 

θυμώνει


και τον βρίζει


κι ύστερα πάλι τον αγαπά.


 

Μα δεν το ξέρει (αυτός),


δεν το ξέρει,


ούτε καν το υποπτεύεται


ότι  αυτός είναι που την κρατά ζωντανή,


που ακόμα δεν έχει πέσει στα Τάρταρα,


να την πάρει ο διάολος


και να ησυχάσουν


κι αυτή κι αυτός


κι ολόκληρος ο κόσμος.




 

16/7/26

Τίβολι, Ερυθρές Ταξιαρχίες και η μικρή φοντάνα

 




 

Τρία ταξίδια έχω κάνει στην Ιταλία Το τρίτο και τελευταίο θα το αφηγηθώ αργότερα.

 

Τώρα θέλω να αναφέρω ένα περιστατικό που μας συνέβη ένα βράδυ που είπαμε να πάμε στο Τίβολι, 30 χλμ. έξω από τη Ρώμη, για να δούμε τις περίφημες φοντάνες του φωτισμένες, ένα φαντασμαγορικό θέαμα.

 

Ήταν η εποχή που η Ιταλία υπέφερε από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο με ελληνικές πινακίδες και με τρεις επιβάτες να ταξιδεύουν μέσα στη σκοτεινή ερημιά, εκ των οποίων επιβατών ο ένας ήταν πολύ μελαχρινός, η άλλη ξανθιά και η τρίτη καστανή, κίνησε το ενδιαφέρον της ιταλικής Αντιτρομοκρατικής που κάπου εκεί γύρω επιτηρούσε.

 

Μας σταμάτησαν λοιπόν μέσα στα μαύρα σκοτάδια και ζήτησαν τα χαρτιά μας. Αλλά δεν ήταν αυτό το ενδιαφέρον περιστατικό. Το ενδιαφέρον ήταν που, ενώ οι άλλοι εξέταζαν τα χαρτιά μας, ένας από αυτούς έχωσε το όπλο του, κάτι σαν πολυβόλο, μέσα από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου και  μας σημάδευε ακίνητος και βουβός.

 

Ο μελαχρινός συζητούσε με τους αστυνομικούς, η ξανθιά δίπλα του κόντεψε να λιποθυμήσει με την κάννη του όπλου στη μούρη της κι εγώ από πίσω γελούσα, γιατί ήξερα πως τίποτα δεν θα συνέβαινε, ήμασταν Έλληνες που πήγαιναν στο Τίβολι να δουν τους περίφημους κήπους του και ήμασταν απολύτως νόμιμοι.

 

Όπως και έγινε. Μας άφησαν να συνεχίσουμε τη διαδρομή μας.

 

Το Τίβολι ήταν μαγεία. Δεν ξέρω όμως γιατί, ένιωσα μια βαθιά συμπάθεια για μια μικρούλα φοντάνα κάπου σε μια γωνιά του κήπου που κανείς δεν την πρόσεχε, μια και όλοι συνωστίζονταν αφήνοντας επιφωνήματα θαυμασμού γύρω από τις μεγαλόπρεπες φοντάνες που συναγωνίζονταν μεταξύ τους σε λάμψη, έπαρση και γοητεία σαν σταρ του σινεμά.

 

Κάθισα δίπλα στη μικρή φοντάνα και της έκανα παρέα. Μου φαίνεται ότι της είπα και μερικά λογάκια, αλλά δεν θυμάμαι πια.

 

Αργότερα της έγραψα και ένα ποίημα με τον τίτλο «Η μικρή φοντάνα στο Τίβολι». 


Κάπου θα το έχω καταχωνιασμένο, αλλά ποιος έχει τώρα την υπομονή να το ψάξει ανάμεσα στην αμέτρητη χαρτούρα.