11/3/26

14. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα


 Ο ΠΕΡΠΑΤΕΑΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙ


-Θα σας πω τι έγινε, είπε ο Περπατέας και πήρε μια βαθιά αναπνοή. Η Κλειώ, αφού έφυγε ο κλέφτης, έπεσε στην αγκαλιά μου και έτρεμε ολόκληρη. Ψεύδιζε και δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Με τα πολλά κατάλαβα ότι έδωσε δέκα πέντε χιλιάρικα στον κλέφτη. Τη ρώτησα, αν είχε άλλα χρήματα στο σπίτι.

 -Και γιατί της κάνατε μια τέτοια αδιάκριτη ερώτηση;

-Μου φάνηκε παράξενο  να έχει μόνο δέκα πέντε χιλιάρικα. Η Κλειώ ήταν πολύ πλούσια ξέρετε.

-Συνεχίστε.

-Μου είπε ότι τα πολλά χρήματα τα είχε σε άλλο δωμάτιο. Τη ρώτησα σε ποιο. Όχι πως περίμενα να μου πει βέβαια, αλλά πάντως τη ρώτησα. Κι εκείνη τότε, δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, μάλλον λόγω του εγκεφαλικού, με οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά της και μου έδειξε την ντουλάπα. Έψαξα στα συρτάρια της και βρήκα τα χρήματα ταχτοποιημένα σε δεσμίδες.

-Και τα αρπάξατε.

-Όχι, δεν έγινε έτσι.

-Δεν τα αρπάξατε;

-Τα κοίταζα και δεν πίστευα στα μάτια μου. Τόσα πολλά λεφτά μαζεμένα δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Αλλά το μυαλό της Κλειώς δεν δούλευε πια φυσιολογικά. Με είδε που τα κοίταζα θαμπωμένος και νόμισε πως θα της τα έκλεβα. Έφυγε από την κρεβατοκάμαρα και γύρισε κραδαίνοντας το μαχαίρι… αυτό που ξέρετε. Όρμησε κατά πάνω μου με μουγκρητά προσπαθώντας να με μαχαιρώσει. Της το πήρα από τα χέρια εύκολα, εκείνη όμως συνέχισε να με γρονθοκοπά και να μουγκρίζει.

-Και τότε τη μαχαιρώσατε.

-Ήταν ατύχημα, κύριε αστυνόμε. Προσπαθούσα να την ξεκολλήσω από πάνω μου. Ούτε που το κατάλαβα πώς έγινε. Ξαφνικά την ένιωσα να παραλύει, να γλιστρά από πάνω μου και να πέφτει στο πάτωμα. Τότε είδα το αίμα που ανάβλυζε στο φουστάνι της. Την είχα μαχαιρώσει, χωρίς να το καταλάβω, καθώς παλεύαμε. Με πιστεύετε, έτσι δεν είναι;

-Για συνεχίστε.

-Τρομοκρατήθηκα. Καταλαβαίνετε… νόμισα ότι την είχα σκοτώσει. Την ταρακούνησα, της φώναζα, εκείνη όμως δεν αντιδρούσε. Έψαξα για τον σφυγμό της. Δεν υπήρχε σφυγμός. Η Κλειώ ήταν νεκρή. Στάθηκα πάνω από το πτώμα της κι έκλαιγα. Το πιστεύετε αυτό που σας λέω; Έκλαιγα σαν παιδί. Είχα σκοτώσει άνθρωπο. Και ποιον; Την Κλειώ, την ευεργέτριά μου.

 

Ο Περπατέας σώπασε ξαφνικά και τα μάτια του βούρκωσαν.

-Δεν είμαι δολοφόνος, κύριε αστυνόμε!

-Κλέφτης όμως είστε. Αντί να ειδοποιήσετε την αστυνομία, βουτήξατε τα χρήματα και εξαφανιστήκατε. Και μας δουλεύατε κι εμάς εδώ τόσον καιρό.

-Τι να έκανα; Κανείς δεν θα με πίστευε ότι επρόκειτο για ατύχημα. Φοβήθηκα, πανικοβλήθηκα. Κι αν σας έλεγα για το κλεφτρόνι, θα νομίζατε ότι το έβγαλα από το μυαλό μου. Όλα ήταν εναντίον μου.

-Ναι, αλλά τα χρήματα τα κλέψατε.

 

Ο Περπατέας άφησε έναν αναστεναγμό κι έμεινε για λίγο σιωπηλός.

-Τα έκλεψα, εντάξει. Έτσι κι αλλιώς η Κλειώ δεν ζούσε πια. Δεν ήταν κλοπή αυτό.

-Μπα; Και τι ήταν;

-Μετάθεση χρημάτων. Απόν τον ένα κάτοχο στον άλλον.

-Είχε κληρονόμο όμως η Σαλόνγκα. Τα χρήματα αυτά ανήκαν στον ανιψιό της.

 

Ο Περπατέας έκανε μια χειρονομία αδιαφορίας:

-Τι ανάγκη έχει αυτός…Δυο ακίνητα στο Μαρούσι και οι δουλειές του πάνε πρίμα. Αλί από μένα τον άπορο…

-Αυτά να πείτε στο δικαστήριο και θα σας αθωώσουν, είπε ο Δεβρεντής παγερά. Και δε μου λέτε, όλα αυτά τα καταφέρατε με σπασμένη τη μέση σας;

-Πού να σκεφτώ τον πόνο μπροστά σ’ αυτά τα τρομερά που μου  συνέβαιναν…

-Ναι, είναι κι αυτό. Καλού κακού θα σας κάνουμε μια ακτινογραφία, να δούμε πώς είναι η μέση σας.

-Είμαι καλά τώρα.

-Τέλος πάντων, είπε ο Δεβρεντής. Τελικά πόσα κλέψατε;

-Εκατόν ενενήντα πέντε χιλιάδες.

-Χμ, έκανε ο Δεβρεντής. Και πώς μεταφέρατε τόσα χρήματα στο σπίτι σας;

-Τα έβαλα σε ένα σεντόνι. Πήρα ένα ταξί και γύρισα σπίτι μου. Άφησα και ένα καλό φιλοδώρημα στον ταξιτζή.

 

-Θα βγάλουμε ένταλμα και θα ερευνήσουμε το σπίτι σας, είπε ο Δεβρεντής.

 

Ο άλλος παρέμεινε σιωπηλός.

 

Οι έρευνες στο σπίτι του Περπατέα στα Νέα Λιόσια που πλέον είχε ξενοικιάσει αλλά και στο πατρικό του, κάπου σε ένα χωριό στην περιοχή της Μεσσηνίας, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Η αστυνομία ερεύνησε και κάποια σημεία στα χωράφια του που έδειχναν φρεσκοσκαμμένα, αλλά πάλι δεν βρήκε τίποτα. Ούτε φυσικά υπήρχε κάποια κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα στο όνομά του. Έψαξαν για ονόματα συγγενών, αλλά πάλι δεν βρήκαν τίποτε.

 

Ο Δεβρεντής απογοητεύτηκε:

-Φοβάμαι ότι ο Περπατέας δεν πρόκειται να ομολογήσει ποτέ πού έχει κρύψει τα χρήματα, είπε στους βοηθούς του.


(Συνεχίζεται)



10/3/26

13. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

"ΔΕΝ ΣΚΟΤΩΣΑ ΕΓΩ ΤΗΝ ΚΛΕΙΩ"

 

-Τα ξέρουμε όλα, κύριε Περπατέα. Πέσατε στη σκάλα, σακατευτήκατε και γυρίσατε πίσω να ζητήσετε βοήθεια από τη Σαλόνγκα. Εκείνη σας έβαλε να καθίσετε κάπου και τι έγινε μετά; Θα μας πείτε;

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας εξακολουθούσε να είναι μαρμαρωμένος.

 

Ο Δεβρεντής ανησύχησε λίγο. Ένα δεύτερο εγκεφαλικό και μάλιστα μέσα στη ΓΑΔΑ δεν θα το άντεχε ούτε η ανάκριση.

 

-Είστε καλά; Θέλετε λίγο νερό;

-Νερό… όχι, είπε μηχανικά ο Περπατέας.

 

Μετά ζωντάνεψε ξαφνικά:

-Ποιος σάς τα είπε αυτά; ρώτησε.

-Το κλεφτρόνι που σας είδε να κρύβεστε στο διαμέρισμα της Σαλόνγκα.

-Κλεφτρόνι; Ποιο κλεφτρόνι;

-Ελάτε τώρα, μη χάνουμε την ώρα μας. Σας είπα, τα ξέρουμε όλα.

-Και πιστεύετε ένα κλεφτρόνι;

-Σας αναγνώρισε, κύριε Περπατέα. Και ανάμεσα σε άλλα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε, πρόσθεσε επίσης ότι η ηλικιωμένη γυναίκα τραύλιζε και είχε στραβώσει το στόμα της. Ο ιατροδικαστής μάς βεβαίωσε ότι ο θάνατός της προήλθε από εγκεφαλικό και ότι η μαχαιριά που δέχτηκε δεν ήταν θανάσιμη. Επομένως δεν χρειάζεται να ανησυχείτε. Τώρα, αυτό που θέλω από σας είναι να μου πείτε, αν η Κλειώ Σαλόνγκα τραύλιζε, όταν την επισκεφτήκατε για δεύτερη φορά.

 

Ο Περπατέας έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Ετοιμάζει τώρα το σενάριό του», σκέφτηκε ο Δεβρεντής.

 

-Δεν μ’ έβαλε να καθίσω, μ’ έβαλε να ξαπλώσω στον καναπέ του καθιστικού, γιατί πονούσα πολύ, είπε ο Περπατέας. Μετά πήγε να κλείσει την εξώπορτα.

-Και τότε μπήκε στο διαμέρισμα το κλεφτρόνι.

-Ναι. Αυτός που τη μαχαίρωσε.

-Με το επιτραπέζιο μαχαίρι, με το οποίο είχατε κόψει το κότσι στο δείπνο;

-Ναι, με αυτό.

-Μάλιστα. Και τι συνέβη αμέσως μετά;

-Το κλεφτρόνι δεν με είχε δει, δεν κοίταξε προς το μέρος του καθιστικού, όταν μπήκε, γιατί έπεσε πάνω στην Κλειώ που πήγαινε να κλείσει την εξώπορτα. Την απείλησε με το μαχαίρι…

-Ένα σουγιαδάκι κρατούσε ο νεαρός, κύριε Περπατέα.

-Ναι, τέλος πάντων. Και της ζήτησε τα λεφτά της. Εκείνη φοβήθηκε και τον οδήγησε εκεί που τα έκρυβε. Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Με σπασμένη τη μέση μου ήμουν εντελώς ανίκανος να την υπερασπιστώ. Σηκώθηκα, όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και δοκίμασα να φύγω από το σπίτι και να ειδοποιήσω την αστυνομία. Αλλά μέχρι να σηκωθώ από τον καναπέ – πονούσα, σας είπα και δεν μπορούσα να κάνω γρήγορα – μέχρι να σηκωθώ από τον καναπέ, τον άκουσα που ερχόταν και κρύφτηκα πίσω από την πόρτα. Όταν βεβαιώθηκα ότι έφυγε, πήγα κι έκλεισα την εξώπορτα και άρχισα να φωνάζω την Κλειώ. Την έψαξα σε όλα τα δωμάτια. Τελικά τη βρήκα στην κρεβατοκάμαρά της ξαπλωμένη στο πάτωμα μέσα στο αίμα και το μαχαίρι αφημένο δίπλα της. Την ταρακούνησα, αλλά τίποτα. Έψαξα για σφυγμό, τίποτα. Τότε πανικοβλήθηκα κι έφυγα από το διαμέρισμα.

-Γιατί πανικοβληθήκατε; Το λογικό θα ήταν να ειδοποιούσατε την αστυνομία ή το Πρώτων Βοηθειών.

-Ποιος θα με πίστευε; Αυτή η ιστορία με το κλεφτρόνι θα σας φαινόταν εξωπραγματική. Όλοι θα λέγατε ότι τη σκότωσα εγώ.

 

Ο Δεβρεντής έμεινε για λίγο σιωπηλός.

- Η μαχαιριά που δέχτηκε η Κλειώ Σαλόνγκα ήταν επιπόλαιη, δεν προκάλεσε αυτή τον θάνατό της, είπε μετά. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι τι προηγήθηκε, η μαχαιριά και μετά το εγκεφαλικό ή το εγκεφαλικό και μετά η μαχαιριά. Ή συγχρόνως και τα δύο.

-Ρωτήστε το κλεφτρόνι.

-Το κλεφτρόνι πήρε δέκα πέντε χιλιάρικα που η Σαλόνγκα έκρυβε στο ένα από τα υπνοδωμάτιά της κι έφυγε. Η ίδια βρέθηκε νεκρή στην κρεβατοκάμαρά της. Και τα πολλά χρήματα που φύλαγε εκεί, στο συρτάρι της ντουλάπας της, είχαν κάνει φτερά. Αλήθεια, πού τα έχετε κρύψει, κύριε Περπατέα;

 

Ο Περπατέας έμεινε απαθής.

 

-Τελικά τραύλιζε η Σαλόνγκα, είχε στραβώσει το στόμα της, όταν σας άνοιξε την πόρτα;

-Δεν ξέρω, ήμουν σε κακή κατάσταση εκείνη τη στιγμή, δεν πρόσεξα τίποτα.

 

Μεσολάβησε μια μικρή σιωπή. Μετά ο Δεβρεντής είπε:

 

-Θα σας κατηγορήσουμε για ληστεία και απόπειρα φόνου. Σε λίγα χρόνια θα είστε πάλι έξω. Πείτε μας την αλήθεια.

-Πουθενά δεν διάβασα ότι η Κλειώ πέθανε από εγκεφαλικό, μουρμούρισε ο Περπατέας.

-Δεν το αφήσαμε να διαρρεύσει.

-Για ποιο λόγο;

-Διότι έτσι. Δεν κάνετε εσείς τις ερωτήσεις, εμείς τις κάνουμε.  Πείτε μας τι έγινε, αφού έφυγε το κλεφτρόνι.

-Σας είπα.

-Λέτε ψέματα.

-Το κλεφτρόνι μαχαίρωσε την Κλειώ, άρπαξε όλα τα χρήματα κι έφυγε. Πιστεύετε ένα κλεφτρόνι κι όχι εμένα;

-Το κλεφτρόνι δεν είναι τόσο ηλίθιο όσο νομίζετε. Δεν θα μας αποκάλυπτε ποτέ μια ληστεία μετά φόνου που έκανε, - έτσι θα νόμιζε δηλαδή, ότι τη σκότωσε - για να ελαφρύνει τη θέση του, επειδή τον πιάσαμε να κλέβει ένα άδειο σπίτι στην Παλλήνη. Πού έχετε κρύψει τα χρήματα, κύριε Περπατέα;

 

Ο Περπατέας κάρφωσε τα μάτια του στον Δεβρεντή.

 

-Δεν σκότωσα εγώ την Κλειώ, είπε σταθερά.

-Όχι, δεν τη σκοτώσατε.

-Η Κλειώ λέτε πέθανε από εγκεφαλικό.

-Ναι, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

 

Ο Περπατέας έσκυψε το κεφάλι:

-Η Κλειώ πράγματι πέθανε από εγκεφαλικό, μουρμούρισε. Αλλιώς δεν εξηγείται.

-Τι εννοείτε;


(Συνεχίζεται)





 

 

9/3/26

12. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

Ο ΠΕΡΠΑΤΕΑΣ ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΓΑΔΑ

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας βρισκόταν ακόμα στο χωριό του, συγκεκριμένα σκάλιζε τον κήπο του εκείνη την ηλιόλουστη ημέρα του Μαΐου, όταν είδε από μακριά δυο αστυνομικούς να πλησιάζουν.


«Τι στο διάολο θέλουν αυτοί εδώ;», σκέφτηκε και παράτησε την τσάπα του σε μια γωνιά.

-Καλώς τα παιδιά! Ποιος αέρας σάς έφερε κατά δω; είπε πρόσχαρα.

-Περπατέα, σε ψάχνουν στην Αθήνα, είπε ο ένας που ήταν και συχωριανός του – όταν ήταν παιδιά, παίζανε μαζί στα χωράφια του χωριού.

-Ναι, ξέρω, για κείνη την υπόθεση με τη Σαλόνγκα.

-Τι σηκώθηκες κι έφυγες στη μέση των ανακρίσεων;

-Νόμιζα πως είχαμε τελειώσει. Τι άλλο να τους έλεγα;  Όλα τους τα είπα.

-Δεν τους είπες όμως ότι είσαι πάλι άνεργος.

-Τους το είπα. Γι’ αυτό κατέβηκα στο χωριό. Κουράστηκα πια, βαρέθηκα. Θα αλλάξω ζωή και θα γίνω αγρότης.

-Καλά, αυτά να τους τα πεις τώρα που θα πας στην Αθήνα.

-Μα τι θέλουν από μένα; Άσε που δεν έχω φράγκο ούτε για το εισιτήριο.

-Μη σε νοιάζει, θα σε πάμε εμείς.


Έτσι ο Ευδαίμων Περπατέας βρέθηκε πάλι στο γραφείο του Χαράλαμπου Δεβρεντή και ήπιε την καθιερωμένη κόκα κόλα του.

-Αν με κερνάγατε και ένα τοστ, ζαμπόν, τυρί, δεν θα έλεγα όχι, είπε στον Δεβρεντή που στεκόταν όρθιος από πάνω του.

-Άνεργος ακόμα, κύριε Περπατέα;

-Άνεργος και άφραγκος, αναστέναξε αυτός.

-Και δεν ζει και η Κλειώ Σαλόνγκα να σας ελεήσει.

-Θεός σχωρέσ’ την. Δεν βρήκατε ακόμα τον δολοφόνο της;

-Κοντεύουμε.

-Εγώ πάντως τον ανιψιό της υποψιάζομαι. Αυτός θα πάρει τώρα όλη την περιουσία της.

-Τίποτα δεν θα πάρει, κύριε Περπατέα. Τα χρήματά της έκαναν φτερά. Άνοιξε και η διαθήκη της και τα ακίνητά της τα χαρίζει σε ζωοφιλικές οργανώσεις.

Ο Ευδαίμων Περπατέας έμεινε με το στόμα ανοιχτό:

-Πολύ ύπουλη ήταν τελικά η μακαρίτισσα…


Έμεινε για λίγο σκεφτικός:

-Αλλά, αν ο ανιψιός βούτηξε τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ…

-Ένα λεπτό, να παραγγείλω το τοστ σας, τον διέκοψε ο Δεβρεντής.


-Ξέρετε τι σκέφτομαι; είπε ο Περπατέας, όταν ο αστυνόμος επέστρεψε. Ο ανιψιός έμαθε ότι δεν επρόκειτο να κληρονομήσει τα ακίνητα και φοβήθηκε ότι η θεία του δεν θα του άφηνε ούτε τα χρήματα που φύλαγε στο σπίτι της. Γι’ αυτό της τα έκλεψε. Η γριά τον έπιασε στα πράσα κι αυτός αναγκάστηκε να τη σκοτώσει.

-Ωραίο σενάριο. Πρέπει όμως να γύρισε πίσω, εφόσον φύγατε από το σπίτι της όλοι μαζί.

-Ναι, κάτι τέτοιο πρέπει να έγινε.

-Με αυτή τη λογική μπορεί να γύρισε πίσω οποιοσδήποτε από τους τέσσερίς σας.

-Ναι, αλλά ποιος είχε συμφέρον σ’ αυτή την υπόθεση;


Εκείνη τη στιγμή κατέφθασε το τοστ και η συζήτηση διακόπηκε, μέχρι να το καταβροχθίσει ο Περπατέας, ενώ ο Δεβρεντής περίμενε υπομονετικά.

-Πώς είναι η μέση σας; Συνήλθατε; τον ρώτησε, όταν ο άλλος είχε καταπιεί και την τελευταία μπουκιά.

-Ναι, εντάξει, όλα καλά.

-Σίγουρα όλα καλά, εφόσον σκάβετε τα χωράφια σας στο χωριό.

-Τι να κάνω, κύριε αστυνόμε. Κάπως πρέπει να ζήσω κι εγώ. Πάλι καλά που έχω αυτά τα χωραφάκια στο χωριό μου. Αλλιώς θα καταντούσα άστεγος. Μου δίνει και η Πολιτεία ένα μικρό επίδομα και κουτσοβολεύομαι.

-Είστε ήδη πενήντα οχτώ χρονών. Πόσο καιρό ακόμα νομίζετε ότι θα μπορείτε να σκάβετε τα χωράφια σας;

Ο Περπατέας έμεινε σιωπηλός.

-Ένας καλός γάμος όμως θα σας έσωζε, συνέχισε ο Δεβρεντής.

-Ποια να με πάρει εμένα τον άνεργο και σ’ αυτή την ηλικία, μουρμούρισε ο Περπατέας.

-Η Κλειώ Σαλόνγκα.


Ο Περπατέας μαρμάρωσε προς στιγμήν. Ύστερα είπε:

-Η Κλειώ δεν ανεχόταν τη συμβίωση με τίποτα ζωντανό. Το ξέρετε ότι δεν ήθελε λουλούδια στο σπίτι της; Ούτε γλάστρες είχε ούτε τίποτα. Μόνο άψυχα αντικείμενα ήθελε. Εμένα με χρειαζόταν για τις ανάγκες της. Της έκανα τις αγγαρείες που μου ζητούσε και μετά έπρεπε να φύγω.


Σταμάτησε για λίγο:

-Μέχρι και τα πόδια της με έβαζε να της τρίβω, όταν πονούσε, πρόσθεσε.

-Ήταν μια σωματική προσέγγιση αυτό όμως.

-Μια αγγαρεία ήταν.

-Που προσέδιδε μια ιδιαίτερη οικειότητα.

-Πού το πάτε, κύριε αστυνόμε;

-Καταλαβαίνετε πού το πάω. Πείτε μου τώρα την αλήθεια: της ζητήσατε να την παντρευτείτε;

-Ποιος διαδίδει αυτές τις ψευτιές; Ο ανιψιός της ασφαλώς, αυτός το ύπουλο υποκείμενο! έκανε εκνευρισμένος ο Περπατέας.

-Γιατί είναι ψευτιές; Της ζητήσατε να σας παντρευτεί κι εκείνη αρνήθηκε. Συμβαίνουν αυτά, είπε ο Δεβρεντής ρίχνοντας άδεια για να πιάσει γεμάτη.


 Ο Περπατέας έμεινε σιωπηλός. 

-Πώς έγινε; Θα μου πείτε λεπτομέρειες;

-Δεν σας τις είπε ο ανιψιός της;

-Θα ήθελα να τις ακούσω από σας.


Καταπτοημένος ο Ευδαίμων Περπατέας διηγήθηκε στον Δεβρεντή ότι ένα βράδυ που τον είχε βάλει πάλι η Σαλόνγκα να τρίψει τα πόδια της, της πρότεινε να παντρευτούν. Της υποσχέθηκε ότι θα ήταν πάντα κοντά της, θα τη φρόντιζε και θα της φερόταν με τρυφερότητα. Ότι είχε ανάγκη από έναν άνθρωπο δικό της που θα νοιαζόταν γι’ αυτήν. Της τα έλεγε όλα αυτά και παράλληλα της έτριβε τα πόδια. Η Σαλόνγκα τον άκουγε ανέκφραστη. Μετά του είπε: «Πήγαινε στο διάολο!».

-Έτσι σας είπε;

-Έτσι ακριβώς. Σηκώθηκα κι έφυγα ντροπιασμένος. Την άλλη μέρα μού τηλεφώνησε, λες και δεν συνέβαινε τίποτα. Ήθελε να της κάνω κάποια ψώνια. Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ γι’ αυτό το θέμα.

-Τι ανάποδο πλάσμα! σχολίασε ο Δεβρεντής. Αν δεχόταν την πρότασή σας, θα ήταν λέτε σήμερα ζωντανή;

-Χωρίς αμφιβολία. Ποιος θα τολμούσε να την πειράξει με έναν άντρα στο πλευρό της που θα τη νοιαζόταν;

-Και θα είχατε λύσει κι εσείς το οικονομικό σας πρόβλημα.

Ο Περπατέας κούνησε το  κεφάλι κοιτάζοντας αλλού.

-Πάντως οφείλω να σας πω ότι ο ανιψιός της δεν έχει ιδέα γι’ αυτήν την πρόταση γάμου που κάνατε στη θεία του, είπε ο Δεβρεντής.

Ο Περπατέας τον κοίταξε καχύποπτα:

-Ποιος σας το είπε τότε; Μήπως εκείνος ο λιγδιάρης ο ποιητής;

-Όχι, ο λιγδιάρης δεν μου είπε τίποτα.

-Τότε ο χαζοχαρούμενος ο εκδότης της. Αυτός ο υποκριτής. Που τον φλέρταρε για να με ταπεινώσει.

-Εσείς μου είπατε ότι τον φλέρταρε για να τον γελοιοποιήσει.

-Αυτός σας το είπε τελικά;


Ο Δεβρεντής χαμογέλασε χαιρέκακα:

-Κανείς δεν μου το είπε, κύριε Περπατέα. Μόνος σας το ομολογήσατε. Εδώ που τα λέμε δεν είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι ένας γάμος με τη Σαλόνγκα θα σας έσωζε από το άδηλο και άνεργο μέλλον σας. Και φυσικά της κάνατε την πρόταση, όταν απολυθήκατε για δεύτερη φορά.


Ο Περπατέας έσκυψε το κεφάλι κι έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα. Μετά είπε:

-Όπως και να’ χει, δεν τη σκότωσα εγώ.

-Όχι, δεν τη σκοτώσατε εσείς. Εσείς απλώς τη μαχαιρώσατε.


Ο Περπατέας μαρμάρωσε για δεύτερη φορά.


(Συνεχίζεται)

 

 

 

8/3/26

11. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

  ΝΕΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

 

Αυτά που διηγήθηκε στη συνέχεια ο Νεκτάριος Ρομποτέλης ήταν κεραυνός εν αιθρία για τον Δεβρεντή.

 

Ο μικρός εκείνο το βράδυ χαζολογούσε στους έρημους δρόμους στην περιοχή Αμπελοκήπων με την ελπίδα να βρει κανένα διαμέρισμα με ανοιχτή μπαλκονόπορτα για να σαλτάρει, αλλά κάτι τέτοιο και μάλιστα νυχτιάτικα αποδείχτηκε μάταιο.

 

Καθώς όμως περνούσε από μια πολυκατοικία και όλα γύρω ήταν σκοτεινά και έρημα, άνοιξε ξαφνικά η εξώπορτα και πετάχτηκαν έξω τρεις άντρες. Ο Νεκτάριος τρύπωσε μέσα στην πολυκατοικία, ενώ οι τρεις άντρες ούτε που γύρισαν να τον κοιτάξουν. Έδειχναν μάλιστα πολύ σκυθρωποί και βιαστικοί.

 

Πήρε το ασανσέρ και ανέβηκε στον πέμπτο όροφο. Έστησε αφτί. Ησυχία. Έριξε μια ματιά στην πόρτα του μοναδικού διαμερίσματος του ορόφου. Ήταν πόρτα ασφαλείας κι αυτός ακόμα δεν είχε ειδικευθεί να ανοίγει τέτοιες πόρτες. Κατέβηκε προσεχτικά στον τέταρτο όροφο. Τα ίδια. Και τα δύο διαμερίσματα είχαν πόρτες ασφαλείας. Ίσως είχε καλύτερη τύχη στον τρίτο όροφο.

 

Εκεί πράγματι τον περίμενε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Η πόρτα του ενός από τα τρία διαμερίσματα ήταν μεν ασφαλείας, αλλά ήταν ορθάνοιχτη. Και το φως αναμμένο στο χολ. Έβγαλε το σουγιαδάκι του που χρησιμοποιούσε μόνο για εκφοβισμό στις δύσκολες περιστάσεις και μπήκε αθόρυβα στο διαμέρισμα.

 

Εκείνη τη στιγμή ήρθε μούρη με μούρη με μια γριά που ερχόταν να κλείσει την πόρτα. Ο μικρός πρότεινε το σουγιαδάκι του με το ένα χέρι και με το άλλο τής έκανε νόημα να μη βγάλει άχνα.

Η γριά υπάκουσε τρομοκρατημένη.

 

-Πού έχεις τα λεφτά; της ψιθύρισε ο Νεκτάριος.

 

Η γριά τού έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Το διαμέρισμα ήταν λίγο πολύπλοκο, με διαδρόμους δεξιά και αριστερά και με δωμάτια με κλειστές πόρτες. Τελικά μπήκαν σε ένα από αυτά, η γριά άνοιξε τη ντουλάπα, τράβηξε έξω ένα συρτάρι και έβγαλε  ένα μάτσο πενηντάευρα.

 

-Πάρ’ τα και πήγαινε στο καλό, του είπε ψευδίζοντας.

-Άλλα δεν έχεις;

-Αυτά είναι όλα που έχω. Δέκα πέντε χιλιάδες, είπε η γριά και ο Νεκτάριος παρατήρησε ότι το στόμα της ήταν κάπως στραβωμένο.

 

Κανονικά, ένας κλέφτης που σέβεται τον εαυτό του δεν φεύγει ποτέ από το σπίτι που ληστεύει, αν δεν το ψάξει ενδελεχώς. Όμως το μάτσο με τα πενηντάευρα ήταν αρκετά χοντρό και ο Νεκτάριος δεν ήθελε να χάσει τον χρόνο του ψάχνοντας αυτό το δαιδαλώδες διαμέρισμα. Από την άλλη, η εκπαίδευσή του στις ληστείες ήταν πολύ ελλιπής, αυτός ήξερε να κλέβει άδεια σπίτια. Και σε αντίθεση με τους συναδέλφους του, δεν είχε αρχίσει ακόμα να δέρνει αυτούς που έκλεβε.

 

Γύρισε λοιπόν την πλάτη του στη γριά και προσπάθησε να βρει την έξοδο, αλλά μπερδεύτηκε μέσα στους διαδρόμους και κάποια στιγμή στάθηκε σαν χαμένος μην ξέροντας προς τα πού να πάει.

 

-Εκείνη τη στιγμή τον είδα, είπε στον Δεβρεντή.

-Ποιον; ρώτησε ο Δεβρεντής τρέμοντας σχεδόν από ανυπομονησία.

-Έναν ψηλό αδύνατο άντρα που κρυβόταν πίσω από μια πόρτα. Να πω την αλήθεια, φοβήθηκα, γιατί πίστευα πως η γριά ήταν μόνη της. Άρχισα να τρέχω και τελικά βρήκα την έξοδο και το’ σκασα.

-Και θέλεις τώρα να σε πιστέψω; είπε ο Δεβρεντής.

-Σ’το ορκίζομαι, κυρ αστυνόμε, σου λέω την αλήθεια!

-Έπιασες τίποτα, όσο ήσουν μέσα στο διαμέρισμα;

-Δεν θυμάμαι. Φόραγα όμως τα γάντια μου.

-Και γιατί να πιστέψω αυτό το παραμύθι και να μην πιστέψω ότι σκότωσες εσύ τη γριά;

-Με το σουγιαδάκι μου; Πλάκα μού κάνεις τώρα; Αφού βρήκατε το μαχαίρι της κουζίνας γεμάτο αίματα!

-Και γιατί να μην τη σκότωσες εσύ με το μαχαίρι της κουζίνας  και μετά με την ησυχία σου να έψαξες το διαμέρισμα; Βρήκες τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ και τις βούτηξες. Ε; Πώς σου φαίνεται αυτό το σενάριο;

-Μα τι λες τώρα, κυρ αστυνόμε! Αν είχα εγώ διακόσιες χιλιάδες ευρώ, θα παραθέριζα τώρα στη Μύκονο και θα είχα και καμιά δεκαριά γκόμενες να με νταντεύουν, δεν θα έκλεβα άδεια σπίτια στην Παλλήνη!

 

Ο Δεβρεντής τον παρατήρησε σιωπηλός για λίγη ώρα. Εδώ που τα λέμε ένα δίκιο το είχε ο μικρός.

 

-Και γιατί δεν ήρθες νωρίτερα να μας τα πεις αυτά;

-Για χαζό με έχεις μου φαίνεται. Να έρθω μόνος μου να με συλλάβετε για ληστεία και φόνο; Τώρα όμως είναι αλλιώς. Εγώ ένα απλό κλεφτρόνι είμαι. Να βρείτε αυτόν τον άντρα που κρυβόταν στο διαμέρισμα της Σαλόνγκας. Αυτός τη σκότωσε.

 

Ο Δεβρεντής έμεινε για λίγο σκεφτικός. Το κλεφτρόνι μάλλον έλεγε την αλήθεια και επομένως είχε έρθει η ώρα να τσακώσουν  επιτέλους τον δολοφόνο της Σαλόνγκα, δηλαδή αυτόν που επιχείρησε να την μαχαιρώσει και της προκάλεσε το εγκεφαλικό. Και μετά άρπαξε και τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ.

 

-Αν τον δεις αυτόν τον τύπο, θα τον αναγνωρίσεις;

 

Ο μικρός έξυσε το πηγούνι του:

-Χμ, ναι. Αν και δεν είδα ολόκληρο το μούτρο του, μόνο το μισό.

-Καλά. Περίμενε εδώ. Θα πω να σου φέρουν κι άλλη πορτοκαλάδα.

-Είσαι πολύ κύριος, κυρ αστυνόμε, είπε ο Ρομποτέλης. Να σηκωθώ λίγο να ξεμουδιάσω;

-Να κάτσεις εκεί που κάθεσαι.

 

Λίγο αργότερα ο ύποπτος είχε εντοπιστεί. Ο Δεβρεντής έδειξε στον νεαρό μια σειρά από φωτογραφίες ανδρών, ανάμεσα στις οποίες ήταν και οι φωτογραφίες των τεσσάρων καλεσμένων στο μοιραίο εκείνο δείπνο της ποιήτριας. Ο Νεκτάριος Ρομποτέλης έδειξε έναν και είπε με σιγουριά:

 

-Αυτός! Αυτός ήταν!

-Είσαι σίγουρος;

-Εκατό τοις εκατό! Αυτός!

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του.

 

-Μήπως αναγνωρίζεις και εκείνους τους τρεις άνδρες που βγήκαν από την εξώπορτα της πολυκατοικίας, ενώ εσύ έμπαινες;

 

-Και βέβαια! Τους θυμάμαι πολύ καλά. Όταν δω κάποιον μια φορά, τον θυμάμαι για πάντα. Είναι η δουλειά μου αυτή. Ξέρεις εσύ, κύριε αστυνόμε.

 

Ο Δεβρεντής δεν άντεξε άλλο. Του έδωσε μια φάπα στον σβέρκο και του είπε:

-Άσε τις σαχλαμάρες και δείξε μου ποιοι είναι.

 

Το κλεφτρόνι μελέτησε ξανά τις φωτογραφίες που είχε μπροστά του και του υπέδειξε έναν έναν αυτούς τους τρεις που είδε να βγαίνουν από την πολυκατοικία.

 

-Μάλιστα. Πολύ καλά τα πήγαμε σήμερα, Ρομποτέλη. Θα σε χρειαστούμε για μάρτυρα στο δικαστήριο. Και σταμάτα να κλέβεις. Γίνε τίμιος άνθρωπος. Για το καλό σου το λέω.

 

Ο Ρομποτέλης χαμογέλασε:

-Πού να βρω δουλειά, κυρ αστυνόμε; Εύκολο το’ χεις; Αλλά τέλος πάντων είμαι ευχαριστημένος που σας φάνηκα χρήσιμος. Μην το ξεχάσετε όμως αυτό στη δική μου δίκη!

-Μην ανησυχείς, θα το θυμόμαστε.


(Συνεχίζεται)