5/4/25

Ο τρομοκράτης (Ένα διήγημα σε πέντε συνέχειες)

 1

 

Με είχε ξαπλώσει στο ιατρικό κρεβάτι και με ένα αιχμηρό εργαλείο τσιμπούσε τις γάμπες μου.

 

-Το νιώθετε; με ρωτούσε.

-Ναι, απαντούσα.

-Το νιώθετε απλά ή σας ενοχλεί;

-Με ενοχλεί.

 

Συνέχισε να τσιμπάει τις γάμπες μου και να με ρωτά και να του απαντώ, όταν ακούστηκαν πυροβολισμοί κάπου μέσα στο κτίριο.

 

Κράτησε το νυστέρι στον αέρα και κοίταξε γύρω του απορημένος.

 

-Τι είναι αυτό; Πυροβολισμοί; ρώτησα.

 

Δεν μου απάντησε. Βγήκε από το ιατρείο κρατώντας ακόμα εκείνο το εργαλείο στο χέρι, διέσχισε την αίθουσα αναμονής και κόλλησε το αφτί του στον τοίχο.

 

Κατέβηκα από το κρεβάτι και στάθηκα όρθια στη μέση του ιατρείου. Οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν για  λίγο, μετά ακολούθησε απόλυτη ησυχία.

 

Ο γιατρός επέστρεψε και άφησε το εργαλείο στο γραφείο του.

 

-Κάτι δεν πάει καλά, είπε.

 

Άνοιξε το κινητό του ψάχνοντας για κάποια σχετική είδηση.

 

-Δεν βλέπω τίποτα.

 

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το δικό μου κινητό.

 

-Πού είσαι; άκουσα τη λαχανιασμένη φωνή της Νένας. Είσαι ακόμα στον γιατρό;

-Ναι. Γιατί ρωτάς; Συμβαίνει τίποτα;

-Λένε πως κάποιος τρομοκράτης έχει χωθεί σε μια πολυκατοικία στους Αμπελοκήπους. Μη βγεις έξω, μέχρι να μάθουμε περισσότερα.

-Εδώ πέσανε κάποιοι πυροβολισμοί, είπα.

 

Μεσολάβησε μια μικρή σιωπή.

 

-Μείνε μέσα, μην το κουνήσεις από κει που είσαι, είπε η Νένα κι έκλεισε το τηλέφωνο.

 

Αμέσως μετά χτύπησε το κινητό του γιατρού. Τον είδα που συνοφρυώθηκε, καθώς άκουγε τον συνομιλητή του.

 

-Είσαι σίγουρος; ρώτησε μετά.

 

Ο άλλος μιλούσε ακατάσχετα.

 

-Καλά, εντάξει, είπε ο γιατρός κι έκλεισε το τηλέφωνο.

 

-Τι σας είπαν; ρώτησα.

 

Δεν μου απάντησε. Άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του, πήρε ένα μπρελόκ με κλειδιά και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Κλείδωσε και ξαναγύρισε.

 

-Είναι μέσα στην πολυκατοικία ο τρομοκράτης; ρώτησα ανήσυχη.

-Ναι, είπε ξερά αυτός.

 

Ήταν 9.30 το βράδυ. Η γραμματέας του είχε σχολάσει. Τα γραφεία της πολυκατοικίας ήταν ήδη κλειστά. Με τα χίλια ζόρια είχα καταφέρει να κλείσω αυτό το ραντεβού με τον γιατρό εκτός του ωραρίου του και να τώρα που μου βγήκε γρουσούζικο.

 

-Είμαστε μόνοι δηλαδή μέσα σ’ αυτή την πολυκατοικία;

-Μάλλον.

Μετά κάτι σκέφτηκε και βιάστηκε να κλείσει τα φώτα.

 

-Καλύτερα να φαίνεται πως το ιατρείο είναι άδειο.

 

Τα φώτα του δρόμου φώτισαν αχνά το δωμάτιο.

 

(Συνεχίζεται)


2/4/25

Το κακό παιδί

 


 

Γύρισε σπίτι και βρήκε τη μάνα του να μιλά στο τηλέφωνο με κάποιον της αστυνομίας. Θα ήταν δώδεκα τη νύχτα.

 

-Α, ήρθε, μόλις τώρα ήρθε! Την άκουσε να λέει.

 

Του πρότεινε το τηλέφωνο:

 

-Είναι ένας αστυνομικός και θέλει να σου μιλήσει.

 

Πήρε το ακουστικό και άκουσε μια βλοσυρή φωνή να του λέει πως με τέτοια καμώματα, να γυρίζει τις νύχτες και να μην ξέρουν οι γονείς του πού βρίσκεται και να προκαλεί τόση αγωνία στη μητέρα του και ότι πρέπει να τη σέβεται και ότι τούτο και ότι εκείνο και ότι το άλλο…και… και… και…

 

Τον άκουγε εξουθενωμένος.

 

-Δεν ξέρετε όμως τον λόγο που έλειψα, τόλμησε να πει.

 

Ακολούθησε ένας νέος χείμαρρος αυστηρών επιπλήξεων.


Παραιτήθηκε.

 

-Μάλιστα, είπε στο τέλος και κατέβασε το ακουστικό.

 

Η μητέρα του τον κοίταζε γεμάτη ικανοποίηση. Αυτή τη φορά τον είχε συντρίψει.

 

Εποχή χούντας.


Άντε να εξηγήσεις στον ένστολο την προσωπική σου τραγωδία.


(Μικρές ιστορίες)





31/3/25

Μακάριοι οι αλλοδαποί

 

Με κοίταζαν οι διπλανοί


στο μαγαζάκι του καφέ


αλλοδαποί εργάτες


ή άνεργοι, ποιος ξέρει,


και για το δράμα τους ποιος νοιάζεται


και για την πονηριά τους


και για το σπίτι τους,


τη μάνα τους, τα αδέρφια τους,


τα παιδιά και τις γυναίκες τους.


 

Εγώ πάντως δεν νοιάστηκα,


πονούσε η ψυχή μου,


καθόμουνα σκυφτή και κάπνιζα


και κοίταζα τον κόσμο απογοητευμένη.



Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι,


μακάριοι οι πεινώντες και οι διψώντες


και όσοι με κοιτάζουν με φθόνο


ή με λαγνεία


και όσοι λογαριάζουν πόσα λεφτά


έχω στην τσάντα μου


και όσοι χαϊδεύουν το μαχαίρι


στην τσέπη του παντελονιού τους.



Μακάριοι οι αλλοδαποί


που τέτοιο σαν τον δικό μου πόνο


ποτέ τους δεν θα νιώσουν.



30/3/25

Μελαγχολία

 Έρχεται ύπουλα η μελαγχολία 


κι εγώ τη διώχνω.