Γύρισε σπίτι και βρήκε τη μάνα του να
μιλά στο τηλέφωνο με κάποιον της αστυνομίας. Θα ήταν δώδεκα τη νύχτα.
-Α, ήρθε, μόλις τώρα ήρθε! Την άκουσε
να λέει.
Του πρότεινε το τηλέφωνο:
-Είναι ένας αστυνομικός και θέλει να
σου μιλήσει.
Πήρε το ακουστικό και άκουσε μια βλοσυρή φωνή να του λέει πως με τέτοια καμώματα, να γυρίζει τις νύχτες και να μην ξέρουν οι γονείς του πού βρίσκεται και να προκαλεί τόση αγωνία στη μητέρα του και ότι πρέπει να τη σέβεται και ότι τούτο και ότι εκείνο και ότι το άλλο…και… και… και…
Τον άκουγε εξουθενωμένος.
-Δεν ξέρετε όμως τον λόγο που έλειψα,
τόλμησε να πει.
Ακολούθησε ένας νέος χείμαρρος
αυστηρών επιπλήξεων.
Παραιτήθηκε.
-Μάλιστα, είπε στο τέλος και κατέβασε
το ακουστικό.
Η μητέρα του τον κοίταζε γεμάτη
ικανοποίηση. Αυτή τη φορά τον είχε συντρίψει.
Εποχή χούντας.
Άντε να εξηγήσεις στον ένστολο την
προσωπική σου τραγωδία.
(Μικρές ιστορίες)