Είμαι λίγο παγωμένη.
Μάλλον θα φταίει ο καιρός,
οι καιροί,
τα ήθη,
τα έθιμα,
η νύχτα,
η σιωπή...
Κάτι θα φταίει πάντως
που νιώθω παγωμένη.
Είμαι λίγο παγωμένη.
Μάλλον θα φταίει ο καιρός,
οι καιροί,
τα ήθη,
τα έθιμα,
η νύχτα,
η σιωπή...
Κάτι θα φταίει πάντως
που νιώθω παγωμένη.
Η Έλεν
ταχτοποίησε την κουβέρτα στα πόδια της μητέρας της και κάθισε απέναντί της.
Προσπάθησε να βρει κάποιο θέμα να συζητήσουν, αλλά το μυαλό της ήταν άδειο.
-Σου έφερα λίγο κέικ. Θέλεις να δοκιμάσεις;
-Αργότερα,
είπε αυτή κι έγειρε στα μαξιλάρια της.
Έβγαλε
τα γυαλιά της και σκούπισε τα μάτια της που είχαν μια τάση τελευταία να
δακρύζουν χωρίς λόγο.
-Είναι
καλά οι εγγονοί μου;
-Πολύ
καλά. Αλλά ξέρεις τώρα…νέα παιδιά. Έχουν άλλες προτεραιότητες.
-Άλλες
προτεραιότητες...ασφαλώς. Ελπίζω μόνο να μην παίρνουν ναρκωτικά. ,
-Τα
παιδιά μου δεν θα έπαιρναν ποτέ ναρκωτικά, μητέρα. Το ξέρεις.
- Έτσι
όπως τα νοθεύουν σήμερα, μπορεί κανείς και να πεθάνει.
Η Έλεν
προτίμησε να μείνει σιωπηλή. Με τη μητέρα της δεν μπορούσε να συνεννοηθεί, αυτό
το είχε πάρει απόφαση εδώ και χρόνια. Η
Έθελ Τερέλ ήταν σκληρό καρύδι από τα
νιάτα της και αυτή η ιδιότητά της δεν
είχε αλλάξει με τα χρόνια.
-Στην
εποχή μου, όποιος είχε αυτή την κακή
συνήθεια, δεν πέθαινε στους δρόμους. Ούτε λήστευε για να εξασφαλίσει τη δόση
του, συνέχισε η Έθελ Τερέλ.
-Τα
παιδιά μου δεν παίρνουν ναρκωτικά, μητέρα.
Η Έθελ
κοίταξε την κόρη της επίμονα, όπως συνήθιζε, όταν ήθελε να της εκμαιεύσει
κάποια εξομολόγηση.
-Και
τι σκαρώνει αυτό τον καιρό ο διάσημος γαμπρός μου;
-Ο
Ιγνάτιος είναι στο σπίτι. Ετοιμάζει το αυριανό του άρθρο.
-Αλήθεια;
Και με τι θέμα αυτή τη φορά;
-Ποιο
άλλο; Το φλέγον θέμα των ημερών: Τα
ανδρικά πορνεία.
Η Έθελ
Τερέλ μισόκλεισε τα μάτια κι έμεινε
σιωπηλή. Ασφαλώς κάτι πάλι σκεφτόταν
εις βάρος του γαμπρού της, σκέφτηκε η Έλεν. Ή εις βάρος της δημοκρατίας.
Ωστόσο δεν θύμωνε πια μαζί της. Εξάλλου
η μητέρα της ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, κολλημένη στο παρελθόν. Δεν
ήταν δυνατόν να της αλλάξει τα μυαλά τώρα που κόντευε ενενήντα χρονών.
-Και
με τα γυναικεία πορνεία τι θα γίνει;
-Αυτό
είναι άλλο θέμα, απάντησε η Έλεν.
-Γιατί
δεν τους ενοχλούν τα γυναικεία πορνεία;
-Τα
έχουμε πει αυτά, μητέρα. Κάπου πρέπει να εκτονώνονται όσοι δεν είναι
παντρεμένοι ή δεν έχουν φιλενάδα.
-Κι
αφού εκτονώνονται στα γυναικεία πορνεία σας,
γιατί τότε βιάζουν και σκοτώνουν
γυναίκες;
-Άσε,
μητέρα. Τα έχουμε πει αυτά πολλές φορές.
-Δεν
βλέπω καμιά διαφορά ανάμεσα στα δικά σας γυναικεία πορνεία και στα ανδρικά πορνεία του καιρού μου. Μόνο που τώρα το τίμημα το
πληρώνουν οι γυναίκες.
-Εν
τάξει, έκανε η Έλεν. Εμείς οι δυο δεν θα συνεννοηθούμε ποτέ. Ας αλλάξουμε συζήτηση. Είσαι ευχαριστημένη από
τη νέα οικιακή βοηθό;
-Καλή
είναι, είπε η Έθελ κι έκλεισε πάλι τα μάτια.
Μεσολάβησε
μια σιωπή μερικών λεπτών. Η Έλεν κοίταξε τη μητέρα της. Μπορεί να βρισκόταν στο
τέλος της μακράς ζωής της, όμως επέμενε να είναι αυτή που ήταν πάντα: απόλυτη
και αυταρχική.
-Θέλεις
να φτιάξω τσάι, μητέρα;
-Φτιάξε.
Η Έλεν
σηκώθηκε και η Έθελ μισάνοιξε τα μάτια και
παρατήρησε την παχιά σιλουέτα της κόρης της καθώς έβγαινε από το δωμάτιο.
Τόσα χρόνια στις δίαιτες αυτή η κοπέλα και δεν κατάφερε τελικά ν’ αδυνατίσει. Και μάλλον σαν να είχε παχύνει
κι άλλο τελευταία.
Καημένη
Έλεν! Αν ζούσε μέσα στο Σύστημα, κανείς δεν θα έδινε σημασία στα περιττά κιλά
της. Αλλά έτσι ήταν αυτό το κορίτσι, ακραίο πάντα. Φανατικά προσηλωμένη σήμερα
σ’ αυτή την ψευδο-δημοκρατία, όσο φανατικά προσηλωμένη ήταν τότε στο Σύστημα.
Και ο Ιγνάτιος, αυτός ο απατεώνας, ετοίμαζε τώρα το νέο του άρθρο - ένα ακόμα χτύπημα στο τελευταίο κατάλοιπο του
Συστήματος.
Έβγαλε
πάλι τα γυαλιά της και σκούπισε τα μάτια της. Τα γεράματα δεν είναι ευχάριστη
υπόθεση. Κυρίως αυτή η αδυναμία που φέρνουν μαζί τους, αυτή η αίσθηση ότι οι
άλλοι δεν σε υπολογίζουν και πολύ. Και κυρίως, όταν στο τέλος του βίου σου
διαπιστώνεις ότι όλη σου η ζωή μαζί με τις αξίες που πίστευες, έχουν πεταχτεί
στα σκουπίδια.
Όλα έγιναν μέσα στην ερημιά.
Πάρκαραν σε μιαν άκρη του δρόμου, όλα
γύρω ήταν σκοτεινά και ήσυχα, εκείνος έσβησε τη μηχανή και για λίγο έμειναν
σιωπηλοί.
-Το ξέρεις πως σε θέλω, της είπε
αυτός έπειτα.
Το είπε απλά και σιγανά, χωρίς να
γυρίσει προς το μέρος της. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Κοίταζε ανήσυχη έξω από το
παράθυρο και σκέφτηκε, μήπως είχε βγει με κανέναν παρανοϊκό που σε λίγο θα την
άρπαζε από τον λαιμό και θα την στραγγάλιζε. Ή μπορεί να έβγαζε από την τσέπη
του ένα μαχαίρι και να την έσφαζε. Ή μπορεί να την έβγαζε με τη βία έξω από το
αυτοκίνητο και να τη βίαζε στα έρημα χωράφια. Ή μπορεί να την πέταγε έξω στον
χωματόδρομο και να έφευγε κι εκείνη θα έμενε ολομόναχη στην. σκοτεινιά και την
ερημιά.
-Άκουσες τι σου είπα;
Κανένα φως πουθενά. Ούτε ένα σπίτι,
ένα καλύβι, κάτι που να δηλώνει ανθρώπινη παρουσία. Ήταν φανερό πως είχε κακό
σκοπό αυτός. Αφού την παίδεψε έναν ολόκληρο χρόνο, αποφάσισε ξαφνικά να τη
βγάλει βόλτα με το αυτοκίνητό του. Εκείνη ενθουσιάστηκε. Φαντάστηκε δρόμους
ολόφωτους, στα δεξιά μια θάλασσα ήσυχη, πλεούμενα να λικνίζονται στα ήσυχα
νερά, ταβέρνες με κόσμο στις βεράντες και στις ταράτσες, μουσική, ωραίο κρασί,
νόστιμα εδέσματα και πολλή κουβέντα. Ατέλειωτη κουβέντα. Με έναν ερωτισμό να ανταλλάσσεται
μεταξύ τους, βλέμματα με νόημα, χαμόγελα.
Ήταν ενθουσιασμένη, όταν κατέβηκε
στον δρόμο, όπου αυτός την περίμενε με αναμμένη
την μηχανή του αυτοκινήτου του. Άρχισαν αμέσως την φλυαρία, δηλαδή αυτή
μιλούσε κυρίως, εκείνος άκουγε και ενδιάμεσα έλεγε κάτι, γελούσαν,
χαμογελούσαν, όλα ήταν πολύ όμορφα.
Αλλά η διαδρομή ήταν διαφορετική από
αυτήν που εκείνη περίμενε. Τράβηξαν προς τα βόρεια της Αττικής, πέρασαν
προάστεια, έστριψαν σε δρόμους άγνωστους, τα σπίτια λιγόστευαν, οι άνθρωποι
αραίωναν, ο ήλιος είχε δύσει προ πολλού. Μπήκαν σε κάτι χωματόδρομους, το
αυτοκίνητο κάθε τόσο τρανταζόταν κι εκείνη σταμάτησε να μιλά.
Εκείνος πάρκαρε σε μιαν άκρη του
δρόμου και της είπε απλά:
-Το ξέρεις πως σε θέλω.
-Πάμε να φύγουμε από δω, του είπε
απότομα.
Εκείνος έκανε μια κίνηση να της
πιάσει το χέρι. Αυτή το τράβηξε απότομα.
-Μη μ’ αγγίζεις!
-Μα τι έπαθες ξαφνικά;
-Γιατί μ’ έφερες σ’ αυτές τις
ερημιές;
-Δεν ήθελες να μείνουμε μόνοι;
-Εδώ στην ερημιά; Όχι!
-Φοβάσαι;
-Ναι. Πάμε πίσω, εκεί που υπάρχει
κόσμος, κίνηση. Δεν μ’ αρέσει που μ’
έφερες εδώ.
-Τουλάχιστον δώσε μου ένα φιλί.
-Πάμε να φύγουμε. Θα σε φιλήσω εκεί
που θα έχει κόσμο.
Αυτός έκανε μια κίνηση να την φέρει
κοντά του. Αυτή αντιστάθηκε. Ακολούθησαν κάποια λεπτά σιωπηλής πάλης, εκείνη
αμυνόταν, αυτός επιθετικός.
Στην απελπισία της προσπάθησε να
ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω. Ήταν κλειδωμένη. Ένιωσε τρόμο.
-Ξεκλείδωσε την πόρτα! του φώναξε,
ενώ αυτός ακόμα πάλευε να την φέρει κοντά του.
-Μα γιατί αντιστέκεσαι; Εσύ δεν
ήθελες, εσύ δεν με τρέλανες με τα μηνύματά σου, τα τηλεφωνήματά σου ότι ήθελες
να βρεθούμε;
-Στις ερημιές; Όχι, εγώ ήθελα να
βρεθούμε ανάμεσα σε κόσμο. Δεν σε γνωρίζω. Ποιος είσαι; Δεν ξέρω καν πού
μένεις, λες πως είσαι συγγραφέας, είναι
δουλειά αυτή; Ζεις από τα βιβλία σου; Ποιος είσαι; Δεν σε ξέρω!
-Με ήθελες όμως, όποιος κι αν ήμουν.
-Άνοιξε την πόρτα!
Αυτός ξεκλείδωσε την πόρτα κι εκείνη
πετάχτηκε έξω. Κοίταξε γύρω της, σκοτάδι κι ερημιά. Άρχισε να τρέχει μέσα στα
χωράφια, χωρίς να ξέρει πού πήγαινε.
Ο άλλος έβαλε μπροστά τη μηχανή κι
έφυγε.
Ολομόναχη σε ένα σκοτεινό, άγνωστο μέρος.
Προχωρούσε μέσα στα χωράφια, πήγαινε στο πουθενά. Δεν μπορεί, κάπου θα βγάζει
αυτός ο τόπος, σκεφτόταν μέσα στην αγωνία της.
Τελικά ξαναβρέθηκε στον χωματόδρομο.
Δεξιά ή αριστερά; αναρωτήθηκε.
Κοίταξε με προσοχή προς τις δύο κατευθύνσεις. Αριστερά είδε ένα αμυδρό φως στον
ορίζονται. Αριστερά, αποφάσισε.
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.
Φοβόταν, φοβόταν πολύ.
Πώς πήγαν έτσι στραβά τα πράγματα;
Μα ασφαλώς φταίει κι αυτή η ηλίθια
που φαντάστηκε ρομαντικό ραντεβού με έναν άγνωστο. Τι ήξερε γι’ αυτόν ; Σχεδόν
τίποτα. Μιλούσαν στο μέσεντζερ, είχε ωραία, ήσυχη φωνή, της άρεσε, ακουγόταν
λογικός, στοχαστικός, μετρημένος. Και ερωτικός. Πολύ ερωτικός.
Συγγραφέας δήλωνε. Είχε εκδώσει ένα
βιβλίο, εκείνη φυσικά το αγόρασε, το διάβασε, έμεινε σκεφτική. Μια αστυνομική
ιστορία ήταν, είχε πλοκή, είχε ενδιαφέρον, εντάξει, όχι και κανένα
αριστούργημα, πάντως καλό ήταν.
Επίσης δήλωνε χωρισμένος. Δηλαδή ελεύθερος
για σχέση.
-Έχεις όμορφα μάτια, της είπε μια
μέρα που μιλούσαν στο μέσεντζερ.
-Κι εσύ, του απάντησε.
Χαμογέλασαν.
-Θέλεις να βρεθούμε από κοντά;
-Ναι.
Ήρθε με το αυτοκίνητό του, την πήρε,
ξεκίνησαν προς τα βόρεια προάστεια.
-Είσαι πολύ όμορφος, του είπε.
Τέτοια ήταν πάντα αυτή. Της άρεσε να
φλερτάρει τους άντρες. Να μην τους δίνει περιθώρια να την φλερτάρουν αυτοί.
Όταν την φλέρταραν, ένιωθε άβολα, ένιωθε κάπως σαν λεία, σαν λάφυρο. Όχι, η
λεία ήταν αυτοί. Το λάφυρο ήταν αυτοί. Το απολάμβανε.
Τώρα μέσα σ’ αυτή την ερημιά και το
σκοτάδι δεν το απολάμβανε καθόλου. Αυτή ήταν η λεία, το άγριο ζώο που
αντιστεκόταν στις ορέξεις του. Κι εκείνος την πέταξε έξω.
Κάπου από μακριά έφτασαν στα αφτιά
της γρυλλίσματα. Τσακάλια ήταν, λύκοι ήταν, αλεπούδες, σκύλοι, ιδέα δεν είχε.
Περπατούσε στον χωματόδρομο και σκεφτόταν τι θα έκανε, αν της ορμούσε κανένα
αγρίμι. Έψαξε στην τσάντα της, βρήκε το σουγιαδάκι που είχε πάντα μαζί της για
καλό και για κακό. Τι να μου κάνει ένα σουγιαδάκι, σκέφτηκε. Το κράτησε πάντως
στο χέρι της έτοιμο, αν χρειαζόταν.
Αν βγω ζωντανή από αυτή την ιστορία,
θα τον ξεσκίσω, θα τον κάνω κομμάτια, σκεφτόταν, καθώς προχωρούσε βιαστικά.
Μόνο να βγω ζωντανή.
Κάποια στιγμή διέκρινε τα φώτα ενός
αυτοκινήτου που ερχόταν από απέναντι. Άνθρωπος! Σκέφτηκε με ανακούφιση, μετά
όμως ταλαντεύτηκε. Κι αν ήταν κανένας κακοποιός; Ποιος λογικός άνθρωπος
τριγυρίζει τη νύχτα στις ερημιές;
Στάθηκε στην άκρη του δρόμου
αναποφάσιστη.
Το αυτοκίνητο πλησίασε και σταμάτησε
μπροστά της.
-Θα μπεις μέσα ή προτιμάς να
τριγυρνάς στα χωράφια;
Ήταν πάλι αυτός.
Στάθηκε αμίλητη και έκανε
λογαριασμούς στο μυαλό της. Μπερδεμένους λογαριασμούς όμως, άκρη δεν έβγαζε.
Αυτός βγήκε από το αυτοκίνητο και την
πλησίασε.
-Δεν θα σου κάνω κακό, της είπε
ήσυχα. Ήθελα μόνο να σε φιλήσω.
Με μια αυθόρμητη, ασυλλόγιστη κίνηση
τον τράβηξε κοντά της και τον φίλησε στο στόμα. Έμειναν έτσι να φιλιούνται
αρκετή ώρα, ενώ τα τσακάλια ή κάποια άλλα αγρίμια συνέχιζαν να γρυλλίζουν κάπου
μακριά.
Τον πήρε ύστερα από το χέρι και κατέβηκαν
στο διπλανό χωράφι.
Αργότερα στο αυτοκίνητο, αυτή έφτιαξε
τα μαλλιά της, πέρασε με κραγιόν τα χείλη της, τίναξε από πάνω της τα
ξερόχορτα.
Καθάρισε κι αυτός τα μαλλιά του από
τα ξερόχορτα.
-Μου άρεσε, είπε αυτή.
-Μα πώς φαντάστηκες ότι θα σου έκανα
κακό;
Εκείνη έμεινε σιωπηλή.
Αυτός έβαλε μπροστά τη μηχανή και
ξεκίνησαν.
Σε λίγο έφτασαν στα φώτα και στην
κίνηση.
-Και τώρα θα σ’ αφήσω εδώ, της είπε.
-Δεν θα με πας σπίτι μου;
-Όχι. Να πάρεις ταξί να πας. Εδώ πάντως
δεν κινδυνεύεις.
-Με εκδικείσαι;
-Ναι.
Αυτή έμεινε για λίγο σιωπηλή.
Μετά έβγαλε από την τσάντα της το
σουγιαδάκι και με μια γρήγορη κίνηση το κάρφωσε στο μπράτσο του. Αυτός άφησε
μια κραυγή πόνου, ενώ εκείνη έβγαινε από το αυτοκίνητο.
Λίγες μέρες αργότερα του τηλεφώνησε:
-Είσαι καλά; Δεν σε κάρφωσα βαθιά.
-Καλά είμαι. Θέλεις να βγούμε απόψε;
-Πού θα με πας;
-Ξέρω μια ερημική παραλία γεμάτη
βράχια. Κανείς δεν πατά εκεί πέρα.
Η ευτυχία, να ξέρετε,
είναι μια σκέψη μόνο
γλυκιά σαν μέλι
που σε μελώνει ολόκληρο.
Βουλιάζεις μες στο μέλι
ευτυχισμένος
και ανύποπτος
και από πάνω
η επιφάνεια κλείνει
κι εσύ χωρίς αναπνοή
πεθαίνεις
μες στο μέλι.
Και είναι μόνο
μια σκέψη,
μια σκέψη μόνο
αλλά τόσο πολύ θανατηφόρα.