12/3/26

Έχω αγωνία

 

Περιφέρομαι άσκοπα,


προσπαθώ να γεμίσω τον χρόνο μου


με άλλα διάφορα, αδιάφορα,


συγκρατώ με δυσκολία τον εαυτό μου


να μη σε γεμίσω με την αγάπη μου


κι έχω αγωνία,


γιατί σου υποσχέθηκα


ότι από σένα τίποτα ποτέ


δεν θα ζητήσω.



Τόση υποκριτική ταπεινότητα


και από πίσω


ένας τεράστιος εγωισμός.


 

Σπάσε μού τον επιτέλους,


σπάσε τον!



15. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Ο Περπατέας δικάστηκε και καταδικάστηκε σε οχτώ χρόνια για ληστεία και απόπειρα φόνου. Έπαιξε ρόλο και ο σύννομος πρότερος βίος του. Ποτέ δεν είπε όμως πού είχε κρύψει τα χρήματα. Στη φυλακή έμεινε πέντε χρόνια Τα πέρασε όλα σε αγροτική φυλακή και υπήρξε υποδειγματικός κρατούμενος, ήσυχος και ευγενικός. Έτσι βγήκε λίγο νωρίτερα από το αναμενόμενο και πήγε να ζήσει στο χωριό του.

 

Τα ΜΜΕ κάλυψαν εννοείται τη δίκη και αποκάλυψαν τελικά την αιτία θανάτου της Κλειώς Σαλόνγκα. Ο κόσμος συγκινήθηκε, γράφτηκαν πολλά, επαινέθηκε ξανά η μεγάλη ποίησή της και το όνομά της πέρασε στην αθανασία, τουλάχιστον για τα επόμενα πενήντα – εκατό χρόνια, μετά δεν ξέρουμε ποιο θα ήταν το μέλλον της.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής συνέχισε να κάνει τη δουλειά που ήξερε, δηλαδή να πιάνει και να ανακρίνει υπόπτους για κλοπές, ληστείες και φόνους και παράλληλα ανέβαινε στην ιεραρχία της Αστυνομίας. Δώδεκα χρόνια αργότερα αποστρατεύτηκε και πήγε στο σπίτι του να γεράσει και να πεθάνει ήσυχα.

 

Από όλες τις υποθέσεις που είχε αναλάβει, αυτή της Κλειώς Σαλόνγκα ήταν η πιο λαμπερή που προβλήθηκε εξαντλητικά από τα ΜΜΕ. Γι’ αυτό και δεν μπορούσε να την ξεχάσει. Κυρίως τον έτρωγε η περιέργεια τι είχαν απογίνει εκείνα τα χρήματα της Σαλόνγκα, εφόσον ο Περπατέας ποτέ δεν είχε αποκαλύψει τι τα είχε κάνει και εφόσον μετά την αποφυλάκισή του είχε γίνει ξανά  ένας ταπεινός αγρότης.

 

Μέσα σ’ αυτά τα δώδεκα χρόνια που ακόμα ήταν στην Αστυνομία δεν έπαψε να παρακολουθεί τους τέσσερις άνδρες που είχαν παρακαθίσει στο δείπνο εκείνης της Πέμπτης στο διαμέρισμα της Σαλόνγκα καθώς και το κλεφτρόνι, το οποίο κάθε τόσο το έπιανε η αστυνομία, άλλοτε γιατί είχε γδύσει κάποιο ερημικό εξοχικό, άλλοτε γιατί είχε αρπάξει πορτοφόλια τουριστών και την τελευταία φορά, γιατί είχε τραυματίσει με το σουγιαδάκι του έναν συνάδελφό του. Μπήκε στη φυλακή για λίγους μήνες και, όταν βγήκε, τον βρήκαν νεκρό κάπου στο Μεταξουργείο με κομμένο τον λαιμό του.

 

Όσο για τους υπόλοιπους, είχαν την προβλεπόμενη πορεία στη ζωή τους.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας δεν κληρονόμησε τίποτα από τη θεία του, πλην όμως ως ο μοναδικός συγγενής της είχε τα δικαιώματα στο ποιητικό της έργο και κέρδισε κάποια χρήματα με την εκμετάλλευσή του. Δεν έπαψε βέβαια να τη βρίζει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του για την απουσία συγγενικής αγάπης που είχε επιδείξει απέναντί του.

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης δεν κατάφερε τελικά να γίνει δεκτός στους κύκλους των διανοουμένων – εδώ που τα λέμε τα ποιήματά του ήταν φτηνές αντιγραφές άλλων ποιητών – και μετά από κάποια χρόνια άκαρπων προσπαθειών, ερωτεύτηκε κάποια Άντα που έμενε στη Βούλα και πήγε να ζήσει μαζί της. Αυτή τον έστρωσε στη δουλειά και ο Ευγένιος Ταραντάκης έγινε ένας πολύ καλός ντελιβεράς, παντρεύτηκε την Άντα και έκανε και δυο παιδάκια.

 

Ο Σπύρος Κεντιρές κήρυξε πτώχευση και έκλεισε τις εκδόσεις του. Αυτό όμως δεν τον γλίτωσε από την καταδίωξη των τοκογλύφων και έσωσε τη ζωή του την τελευταία στιγμή, όταν παντρεύτηκε μια υπάλληλο Υπουργείου έντεκα χρόνια μεγαλύτερή του που προσφέρθηκε να πληρώσει τους τοκογλύφους με αντίτιμο να έχει στο κρεβάτι της έναν ωραίο άντρα που ούτε στα όνειρά της δεν μπορούσε να φανταστεί. Ο Κεντιρές ανέλαβε το νοικοκυριό και, όποτε έβρισκε ευκαιρία, έβγαινε και με καμιά ομορφούλα και παρηγοριόταν.

 

Όσο για τον Ευδαίμονα Περπατέα, αφού καλλιέργησε δέκα ακόμα χρόνια τα χωράφια του και εξάντλησε και τις τελευταίες σωματικές αντοχές του, πήγε και κλείστηκε σε έναν οίκο ευγηρίας στα βόρεια προάστια της Αθήνας.

 

Αυτό δεν θα ήταν παράξενο, αν ο οίκος ευγηρίας ανήκε στον δήμο, καθότι ο Περπατέας όλα αυτά τα χρόνια τα είχε ζήσει ως φτωχός αγρότης. Όμως εκείνος βρέθηκε να ζει το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα πολυτελέστατο ιδιωτικό γηροκομείο, όπου ολοκλήρωναν την περιπέτεια της ζωής τους οι πλούσιοι Αθηναίοι.

 

(Στο επόμενο το τέλος της νουβέλας)



11/3/26

14. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα


 Ο ΠΕΡΠΑΤΕΑΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙ


-Θα σας πω τι έγινε, είπε ο Περπατέας και πήρε μια βαθιά αναπνοή. Η Κλειώ, αφού έφυγε ο κλέφτης, έπεσε στην αγκαλιά μου και έτρεμε ολόκληρη. Ψεύδιζε και δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Με τα πολλά κατάλαβα ότι έδωσε δέκα πέντε χιλιάρικα στον κλέφτη. Τη ρώτησα, αν είχε άλλα χρήματα στο σπίτι.

 -Και γιατί της κάνατε μια τέτοια αδιάκριτη ερώτηση;

-Μου φάνηκε παράξενο  να έχει μόνο δέκα πέντε χιλιάρικα. Η Κλειώ ήταν πολύ πλούσια ξέρετε.

-Συνεχίστε.

-Μου είπε ότι τα πολλά χρήματα τα είχε σε άλλο δωμάτιο. Τη ρώτησα σε ποιο. Όχι πως περίμενα να μου πει βέβαια, αλλά πάντως τη ρώτησα. Κι εκείνη τότε, δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, μάλλον λόγω του εγκεφαλικού, με οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά της και μου έδειξε την ντουλάπα. Έψαξα στα συρτάρια της και βρήκα τα χρήματα ταχτοποιημένα σε δεσμίδες.

-Και τα αρπάξατε.

-Όχι, δεν έγινε έτσι.

-Δεν τα αρπάξατε;

-Τα κοίταζα και δεν πίστευα στα μάτια μου. Τόσα πολλά λεφτά μαζεμένα δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Αλλά το μυαλό της Κλειώς δεν δούλευε πια φυσιολογικά. Με είδε που τα κοίταζα θαμπωμένος και νόμισε πως θα της τα έκλεβα. Έφυγε από την κρεβατοκάμαρα και γύρισε κραδαίνοντας το μαχαίρι… αυτό που ξέρετε. Όρμησε κατά πάνω μου με μουγκρητά προσπαθώντας να με μαχαιρώσει. Της το πήρα από τα χέρια εύκολα, εκείνη όμως συνέχισε να με γρονθοκοπά και να μουγκρίζει.

-Και τότε τη μαχαιρώσατε.

-Ήταν ατύχημα, κύριε αστυνόμε. Προσπαθούσα να την ξεκολλήσω από πάνω μου. Ούτε που το κατάλαβα πώς έγινε. Ξαφνικά την ένιωσα να παραλύει, να γλιστρά από πάνω μου και να πέφτει στο πάτωμα. Τότε είδα το αίμα που ανάβλυζε στο φουστάνι της. Την είχα μαχαιρώσει, χωρίς να το καταλάβω, καθώς παλεύαμε. Με πιστεύετε, έτσι δεν είναι;

-Για συνεχίστε.

-Τρομοκρατήθηκα. Καταλαβαίνετε… νόμισα ότι την είχα σκοτώσει. Την ταρακούνησα, της φώναζα, εκείνη όμως δεν αντιδρούσε. Έψαξα για τον σφυγμό της. Δεν υπήρχε σφυγμός. Η Κλειώ ήταν νεκρή. Στάθηκα πάνω από το πτώμα της κι έκλαιγα. Το πιστεύετε αυτό που σας λέω; Έκλαιγα σαν παιδί. Είχα σκοτώσει άνθρωπο. Και ποιον; Την Κλειώ, την ευεργέτριά μου.

 

Ο Περπατέας σώπασε ξαφνικά και τα μάτια του βούρκωσαν.

-Δεν είμαι δολοφόνος, κύριε αστυνόμε!

-Κλέφτης όμως είστε. Αντί να ειδοποιήσετε την αστυνομία, βουτήξατε τα χρήματα και εξαφανιστήκατε. Και μας δουλεύατε κι εμάς εδώ τόσον καιρό.

-Τι να έκανα; Κανείς δεν θα με πίστευε ότι επρόκειτο για ατύχημα. Φοβήθηκα, πανικοβλήθηκα. Κι αν σας έλεγα για το κλεφτρόνι, θα νομίζατε ότι το έβγαλα από το μυαλό μου. Όλα ήταν εναντίον μου.

-Ναι, αλλά τα χρήματα τα κλέψατε.

 

Ο Περπατέας άφησε έναν αναστεναγμό κι έμεινε για λίγο σιωπηλός.

-Τα έκλεψα, εντάξει. Έτσι κι αλλιώς η Κλειώ δεν ζούσε πια. Δεν ήταν κλοπή αυτό.

-Μπα; Και τι ήταν;

-Μετάθεση χρημάτων. Απόν τον ένα κάτοχο στον άλλον.

-Είχε κληρονόμο όμως η Σαλόνγκα. Τα χρήματα αυτά ανήκαν στον ανιψιό της.

 

Ο Περπατέας έκανε μια χειρονομία αδιαφορίας:

-Τι ανάγκη έχει αυτός…Δυο ακίνητα στο Μαρούσι και οι δουλειές του πάνε πρίμα. Αλί από μένα τον άπορο…

-Αυτά να πείτε στο δικαστήριο και θα σας αθωώσουν, είπε ο Δεβρεντής παγερά. Και δε μου λέτε, όλα αυτά τα καταφέρατε με σπασμένη τη μέση σας;

-Πού να σκεφτώ τον πόνο μπροστά σ’ αυτά τα τρομερά που μου  συνέβαιναν…

-Ναι, είναι κι αυτό. Καλού κακού θα σας κάνουμε μια ακτινογραφία, να δούμε πώς είναι η μέση σας.

-Είμαι καλά τώρα.

-Τέλος πάντων, είπε ο Δεβρεντής. Τελικά πόσα κλέψατε;

-Εκατόν ενενήντα πέντε χιλιάδες.

-Χμ, έκανε ο Δεβρεντής. Και πώς μεταφέρατε τόσα χρήματα στο σπίτι σας;

-Τα έβαλα σε ένα σεντόνι. Πήρα ένα ταξί και γύρισα σπίτι μου. Άφησα και ένα καλό φιλοδώρημα στον ταξιτζή.

 

-Θα βγάλουμε ένταλμα και θα ερευνήσουμε το σπίτι σας, είπε ο Δεβρεντής.

 

Ο άλλος παρέμεινε σιωπηλός.

 

Οι έρευνες στο σπίτι του Περπατέα στα Νέα Λιόσια που πλέον είχε ξενοικιάσει αλλά και στο πατρικό του, κάπου σε ένα χωριό στην περιοχή της Μεσσηνίας, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Η αστυνομία ερεύνησε και κάποια σημεία στα χωράφια του που έδειχναν φρεσκοσκαμμένα, αλλά πάλι δεν βρήκε τίποτα. Ούτε φυσικά υπήρχε κάποια κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα στο όνομά του. Έψαξαν για ονόματα συγγενών, αλλά πάλι δεν βρήκαν τίποτε.

 

Ο Δεβρεντής απογοητεύτηκε:

-Φοβάμαι ότι ο Περπατέας δεν πρόκειται να ομολογήσει ποτέ πού έχει κρύψει τα χρήματα, είπε στους βοηθούς του.


(Συνεχίζεται)



10/3/26

13. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

"ΔΕΝ ΣΚΟΤΩΣΑ ΕΓΩ ΤΗΝ ΚΛΕΙΩ"

 

-Τα ξέρουμε όλα, κύριε Περπατέα. Πέσατε στη σκάλα, σακατευτήκατε και γυρίσατε πίσω να ζητήσετε βοήθεια από τη Σαλόνγκα. Εκείνη σας έβαλε να καθίσετε κάπου και τι έγινε μετά; Θα μας πείτε;

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας εξακολουθούσε να είναι μαρμαρωμένος.

 

Ο Δεβρεντής ανησύχησε λίγο. Ένα δεύτερο εγκεφαλικό και μάλιστα μέσα στη ΓΑΔΑ δεν θα το άντεχε ούτε η ανάκριση.

 

-Είστε καλά; Θέλετε λίγο νερό;

-Νερό… όχι, είπε μηχανικά ο Περπατέας.

 

Μετά ζωντάνεψε ξαφνικά:

-Ποιος σάς τα είπε αυτά; ρώτησε.

-Το κλεφτρόνι που σας είδε να κρύβεστε στο διαμέρισμα της Σαλόνγκα.

-Κλεφτρόνι; Ποιο κλεφτρόνι;

-Ελάτε τώρα, μη χάνουμε την ώρα μας. Σας είπα, τα ξέρουμε όλα.

-Και πιστεύετε ένα κλεφτρόνι;

-Σας αναγνώρισε, κύριε Περπατέα. Και ανάμεσα σε άλλα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε, πρόσθεσε επίσης ότι η ηλικιωμένη γυναίκα τραύλιζε και είχε στραβώσει το στόμα της. Ο ιατροδικαστής μάς βεβαίωσε ότι ο θάνατός της προήλθε από εγκεφαλικό και ότι η μαχαιριά που δέχτηκε δεν ήταν θανάσιμη. Επομένως δεν χρειάζεται να ανησυχείτε. Τώρα, αυτό που θέλω από σας είναι να μου πείτε, αν η Κλειώ Σαλόνγκα τραύλιζε, όταν την επισκεφτήκατε για δεύτερη φορά.

 

Ο Περπατέας έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Ετοιμάζει τώρα το σενάριό του», σκέφτηκε ο Δεβρεντής.

 

-Δεν μ’ έβαλε να καθίσω, μ’ έβαλε να ξαπλώσω στον καναπέ του καθιστικού, γιατί πονούσα πολύ, είπε ο Περπατέας. Μετά πήγε να κλείσει την εξώπορτα.

-Και τότε μπήκε στο διαμέρισμα το κλεφτρόνι.

-Ναι. Αυτός που τη μαχαίρωσε.

-Με το επιτραπέζιο μαχαίρι, με το οποίο είχατε κόψει το κότσι στο δείπνο;

-Ναι, με αυτό.

-Μάλιστα. Και τι συνέβη αμέσως μετά;

-Το κλεφτρόνι δεν με είχε δει, δεν κοίταξε προς το μέρος του καθιστικού, όταν μπήκε, γιατί έπεσε πάνω στην Κλειώ που πήγαινε να κλείσει την εξώπορτα. Την απείλησε με το μαχαίρι…

-Ένα σουγιαδάκι κρατούσε ο νεαρός, κύριε Περπατέα.

-Ναι, τέλος πάντων. Και της ζήτησε τα λεφτά της. Εκείνη φοβήθηκε και τον οδήγησε εκεί που τα έκρυβε. Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Με σπασμένη τη μέση μου ήμουν εντελώς ανίκανος να την υπερασπιστώ. Σηκώθηκα, όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και δοκίμασα να φύγω από το σπίτι και να ειδοποιήσω την αστυνομία. Αλλά μέχρι να σηκωθώ από τον καναπέ – πονούσα, σας είπα και δεν μπορούσα να κάνω γρήγορα – μέχρι να σηκωθώ από τον καναπέ, τον άκουσα που ερχόταν και κρύφτηκα πίσω από την πόρτα. Όταν βεβαιώθηκα ότι έφυγε, πήγα κι έκλεισα την εξώπορτα και άρχισα να φωνάζω την Κλειώ. Την έψαξα σε όλα τα δωμάτια. Τελικά τη βρήκα στην κρεβατοκάμαρά της ξαπλωμένη στο πάτωμα μέσα στο αίμα και το μαχαίρι αφημένο δίπλα της. Την ταρακούνησα, αλλά τίποτα. Έψαξα για σφυγμό, τίποτα. Τότε πανικοβλήθηκα κι έφυγα από το διαμέρισμα.

-Γιατί πανικοβληθήκατε; Το λογικό θα ήταν να ειδοποιούσατε την αστυνομία ή το Πρώτων Βοηθειών.

-Ποιος θα με πίστευε; Αυτή η ιστορία με το κλεφτρόνι θα σας φαινόταν εξωπραγματική. Όλοι θα λέγατε ότι τη σκότωσα εγώ.

 

Ο Δεβρεντής έμεινε για λίγο σιωπηλός.

- Η μαχαιριά που δέχτηκε η Κλειώ Σαλόνγκα ήταν επιπόλαιη, δεν προκάλεσε αυτή τον θάνατό της, είπε μετά. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι τι προηγήθηκε, η μαχαιριά και μετά το εγκεφαλικό ή το εγκεφαλικό και μετά η μαχαιριά. Ή συγχρόνως και τα δύο.

-Ρωτήστε το κλεφτρόνι.

-Το κλεφτρόνι πήρε δέκα πέντε χιλιάρικα που η Σαλόνγκα έκρυβε στο ένα από τα υπνοδωμάτιά της κι έφυγε. Η ίδια βρέθηκε νεκρή στην κρεβατοκάμαρά της. Και τα πολλά χρήματα που φύλαγε εκεί, στο συρτάρι της ντουλάπας της, είχαν κάνει φτερά. Αλήθεια, πού τα έχετε κρύψει, κύριε Περπατέα;

 

Ο Περπατέας έμεινε απαθής.

 

-Τελικά τραύλιζε η Σαλόνγκα, είχε στραβώσει το στόμα της, όταν σας άνοιξε την πόρτα;

-Δεν ξέρω, ήμουν σε κακή κατάσταση εκείνη τη στιγμή, δεν πρόσεξα τίποτα.

 

Μεσολάβησε μια μικρή σιωπή. Μετά ο Δεβρεντής είπε:

 

-Θα σας κατηγορήσουμε για ληστεία και απόπειρα φόνου. Σε λίγα χρόνια θα είστε πάλι έξω. Πείτε μας την αλήθεια.

-Πουθενά δεν διάβασα ότι η Κλειώ πέθανε από εγκεφαλικό, μουρμούρισε ο Περπατέας.

-Δεν το αφήσαμε να διαρρεύσει.

-Για ποιο λόγο;

-Διότι έτσι. Δεν κάνετε εσείς τις ερωτήσεις, εμείς τις κάνουμε.  Πείτε μας τι έγινε, αφού έφυγε το κλεφτρόνι.

-Σας είπα.

-Λέτε ψέματα.

-Το κλεφτρόνι μαχαίρωσε την Κλειώ, άρπαξε όλα τα χρήματα κι έφυγε. Πιστεύετε ένα κλεφτρόνι κι όχι εμένα;

-Το κλεφτρόνι δεν είναι τόσο ηλίθιο όσο νομίζετε. Δεν θα μας αποκάλυπτε ποτέ μια ληστεία μετά φόνου που έκανε, - έτσι θα νόμιζε δηλαδή, ότι τη σκότωσε - για να ελαφρύνει τη θέση του, επειδή τον πιάσαμε να κλέβει ένα άδειο σπίτι στην Παλλήνη. Πού έχετε κρύψει τα χρήματα, κύριε Περπατέα;

 

Ο Περπατέας κάρφωσε τα μάτια του στον Δεβρεντή.

 

-Δεν σκότωσα εγώ την Κλειώ, είπε σταθερά.

-Όχι, δεν τη σκοτώσατε.

-Η Κλειώ λέτε πέθανε από εγκεφαλικό.

-Ναι, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

 

Ο Περπατέας έσκυψε το κεφάλι:

-Η Κλειώ πράγματι πέθανε από εγκεφαλικό, μουρμούρισε. Αλλιώς δεν εξηγείται.

-Τι εννοείτε;


(Συνεχίζεται)