31/7/26

"Λιλί Μαρλέν": η ιστορία ενός τραγουδιού

 




 

Στο μέτωπο οι αντίπαλοι σκότωναν ο ένας τον άλλον και στις στιγμές της ανάπαυλας τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι. Από τα παράξενα της ανθρώπινης ψυχής.

 

Λιλί Μαρλέν (Lili Marleen):

 

Τους στίχους τούς έγραψε το 1915 ένας Γερμανός στρατιώτης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Hans Leip. Το 1938, παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τους μελοποίησε ο Norbert Schultze και το τραγούδι το ηχογράφησε η Lale Andersen.

 

Δυο χρόνια αργότερα ένας Γερμανός Ναζί που υπηρετούσε στον σταθμό του κατεχόμενου τότε Βελιγραδίου το έκανε διάσημο. Ειδικά οι Γερμανοί που πολεμούσαν στην Αφρική, στο Μέτωπο της Ερήμου, είχαν γοητευτεί και ήθελαν να το ακούν κάθε μέρα.

 

Στον Γκαίμπελς όμως δεν πολυάρεσε, γιατί επρόκειτο απλώς για μια ρομαντική μπαλάντα και με εντολή του τού άλλαξαν ύφος και θύμιζε πλέον εμβατήριο.

 

Το παράδοξο αρχίζει εδώ:

Οι Άγγλοι από την άλλη πλευρά του μετώπου της Αφρικής που το άκουγαν κι αυτοί, γοητεύτηκαν. Και σε λίγο η «Λιλί Μαρλέν» τραγουδιόταν με το ίδιο πάθος από τους Γερμανούς Ναζί και από τους Συμμάχους, Άγγλους, Αμερικανούς και άλλους που εν τω μεταξύ είχαν μεταφράσει τους στίχους του στη δική τους γλώσσα.

 

Οι στίχοι αναφέρονται σε ένα στρατιώτη που σκέφτεται νοσταλγικά την καλή του, όσο κάνει σκοπιά.

 

Η Μάρλεν Ντίτριχ που εγκατέλειψε την ναζιστική Γερμανία και κατέφυγε στην Αμερική το τραγούδησε στα αγγλικά κι από κει το τραγούδι πέρασε μεταφρασμένο και σε άλλες γλώσσες, έγινε διάσημο και τραγουδήθηκε από πολλούς ανά τον κόσμο.

 

Το μεταφράζω (αν και χωρίς χάρη) από τα γερμανικά:

 

Δίπλα στο στρατόπεδο, μπρος στη μεγάλη πύλη

είναι  ένα φανάρι

κι ακόμα είναι εκεί.

Εκεί ξανά θα βρεθούμε,

δίπλα στο φανάρι θα σταθούμε

όπως κάποτε, Λιλί Μαρλέν.

 

Οι δυο σκιές μας γίνονταν μια σκιά,

όλοι το καταλάβαιναν αυτό

με τόσο έρωτα που είχαμε.

Κι ο κόσμος όλος πρέπει να το δει,

όταν σταθούμε δίπλα στο φανάρι

όπως κάποτε, Λιλί Μαρλέν.

 

Τα βήματά σου το φανάρι τα γνωρίζει,

την όμορη περπατησιά σου.

Όλα τα βράδια καίει,

όμως εμένα πια με ξέχασε.

Κι έχω μια θλίψη τώρα,

ποιος δίπλα στο φανάρι θα σταθεί

μαζί με σένα, Λιλί Μαρλέν;

 

 

Απ’ το βαθύ διάστημα,

από της γης το χώμα

υψώνεται σαν σε όνειρο

το αγαπημένο σου το στόμα.

Όταν τα τελευταία σύννεφα θα φύγουν,

ποιος θα στέκεται δίπλα στο φανάρι

μαζί με σένα, Λιλί Μαρλέν;

 

 

Bei der Kaserne, vor dem großen Tor

Steht 'ne Laterne

Und steht sie noch davor

Da wollen wir uns wiederseh'n

Bei der Laterne wollen wir steh'n

Wie einst Lili Marleen

Wie einst Lili Marleen

 

 

Uns're beiden Schatten sah'n wie einer aus

Dass wir lieb uns hatten

Das sah man gleich daraus

Und alle Leute soll'n es sehen

Wenn wir bei der Laterne steh'n

Wie einst Lili Marleen

Wie einst Lili Marleen

 

 

Deine Schritte kennt sie

Deinen schönen Gang

Aller Abend brennt sie

Doch mich vergaß sie lang

Und sollte mir ein Leid gescheh'n

Wer wird bei der Laterne steh'n

Mit dir, Lili Marleen?

Mit dir, Lili Marleen?

 

 

Aus dem tiefen Raume

Aus der Erde Grund

Hebt sich wie im Traume dein verliebter Mund

Wenn sich die späten Nebel dreh'n

Wer wird bei der Laterne steh'n

Mit dir, Lili Marleen?

Mit dir, Lili Marleen?

 

https://www.youtube.com/watch?v=KIc9kddJT6M&list=RDKIc9kddJT6M&start_radio=1





30/7/26

Μυθοπλασία στον κινηματογράφο και στο θέατρο

 

 



 

Θυμάμαι την μητέρα μου που βαριόταν να παρακολουθεί ταινίες και γι’ αυτό δεν έβλεπε ποτέ. Τι να δω; έλεγε, αυτά όλα είναι ψεύτικα, παραμύθια.

 

Δεν έχω ακούσει άλλον κανέναν στη μακρά ζωή μου να λέει κάτι τέτοιο. Εντάξει, ήταν μια ιδιορρυθμία της που όμως, εδώ που τα λέμε, δεν ήταν και απορριπτέα.

 

Και τώρα που μεγάλωσα έπαθα κι εγώ το ίδιο.

 

Εδώ και αρκετούς μήνες βαριέμαι να δω ταινία μυθοπλασίας. Διότι, καθώς τη βλέπω, σκέφτομαι συγχρόνως:

 

Οι ηθοποιοί είναι στημένοι για να παίξουν τον ρόλο τους,  ο ρόλος τους που βλέπω είναι γραμμένος από έναν ευφάνταστο σεναριογράφο, γύρω από τους ηθοποιούς στέκονται οι κάμερες που εγώ δεν βλέπω, αλλά είναι εκεί, πίσω από τις κάμερες είναι οι κάμεραμεν που στριφογυρίζουν τις κάμερες από δω κι από κει για να πετύχουν το κατάλληλο πλάνο, πίσω από αυτούς είναι ο σκηνοθέτης που φωνάζει τι ακριβώς πρέπει να κάνουν οι ηθοποιοί και γύρω γύρω είναι πολλοί και διάφοροι άλλοι, μέχρι κι ο καφετζής που φέρνει τους καφέδες.

 

Κι εμείς βλέπουμε την ταινία και την παίρνουμε στα σοβαρά. Βλέπουμε πχ ένα ζευγάρι να ανταλλάσσει δραματικές κουβέντες και να έχει βουρκωμένα μάτια και νομίζουμε πως αυτοί οι δυο είναι μόνοι στο δωμάτιο και πολύ υποφέρουν από κάτι που κατέβασε το κεφάλι του σεναριογράφου και δεν πάει ο νους μας ότι αυτοί οι δύο στην πραγματικότητα μπορεί να μη χωνεύουν ο ένας τον άλλον ή ο ένας από αυτούς να κατουριέται και πρέπει επειγόντως να πάει στην τουαλέτα, μόλις τελειώσει αυτή η καταραμένη σκηνή ή ότι ο άλλος έχει φαγούρα στην πλάτη, αλλά δεν μπορεί να διακόψει την σκηνή για να ξυστεί και άλλα πολλά και διάφορα.

 

Και με τέτοιες  σκέψεις πώς τώρα εγώ να συγκεντρωθώ στο έργο και να το πάρω στα σοβαρά, ειδικά αν πρόκειται για έργο δευτέρας διαλογής που θέλει απλώς να με βοηθήσει να περάσω την ώρα μου.

 

Περίπου το ίδιο ισχύει και στο θέατρο. Σκέφτομαι τους έρμους τους ηθοποιούς να επαναλαμβάνουν κάθε βράδυ τα ίδια λόγια, τις ίδιες κινήσεις, τις ίδιες χειρονομίες, τις ίδιες κραυγές προσπαθώντας να μας πείσουν ότι έτσι στ’ αλήθεια νιώθουν κάθε βράδυ, κάθε βράδυ, κάθε βράδυ, ενώ έχουν πια σιχαθεί τον εαυτό τους με αυτά τα καμώματα, άσε που μπορεί να μη χωνεύονται μεταξύ τους και πρέπει να δείχνουν ότι αγαπιούνται, άσε που μπορεί να έχει επιτυχία το έργο και να το παίζουν δυο χρόνια και να λένε για δυο χρόνια τα ίδια, τα ίδια, τα ίδια λόγια.

 

Δεν ξέρω, αν θυμάται κανείς την περίπτωση του Κώστα Ρηγόπουλου που την τρίτη χρονιά της θεατρικής παράστασης «Αγάπη μου Ουά Ουά» το 1969 πάγωσε στη σκηνή και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Παραιτήθηκε από τον ρόλο του και αργότερα το έργο ανέβηκε ξανά με τον Μπάρκουλη στη θέση του Ρηγόπουλου.

 

Ένα μαρτύριο δηλαδή.

 

Ναι, θα μου πείτε, αλλά έτσι βλέπουμε και αριστουργήματα στον κινηματογράφο και στο θέατρο και απολαμβάνουμε υψηλή τέχνη.

 

Πράγματι, ισχύει αυτό.

 

Σε τέτοιες περιπτώσεις παρασύρομαι κι εγώ και δεν κάνω τις σκέψεις που ανέφερα πιο πάνω. Αλλά, αν γλιστρήσει το μυαλό μου κατά κει, πάει να πει ότι βλέπω  κάτι ανάξιο λόγου.

 

Να περνά η ώρα δηλαδή.



29/7/26

Το χαρέμι

 

 

Μαλλιοτραβιούνται οι μαριονέτες σου, 


εγώ είμαι η πιο ωραία, αλλά εγώ η πιο νέα, 


όμως εγώ η πιο διάσημη, κι εγώ η πιο πλούσια, 


πέφτουν κάτω δίνουν γροθιές, 


κλοτσιές η μια στην άλλη,


 αφήνουν ουρλιαχτά, αφήνουν βογκητά

 


κι εσύ στον θρόνο σου χαμογελάς πολύ ευχαριστημένος,


μα κοίτα πώς με θέλουν, κοίτα, σκοτώνονται για μένα,


λες στους ευνούχους σου.


 

Αλλά είναι μία στη γωνιά που κάθεται ήσυχη 


κι αυτό δεν σου αρέσει. Για έλα δω, της λες 


κι εκείνη πλησιάζει. Δεν μ’ αγαπάς εσύ; ρωτάς


 κι αυτή χαμογελά. Πώς, βέβαια, σε αγαπώ, 


αλλά είμαι ξέρεις λίγο άντρας, δεν το προσέξατε αυτό,


 όταν με αιχμαλωτίσατε.

 


Τι άντρας και αηδίες, απαντάς εσύ, 


λες να μη σ’ έχω δοκιμάσει στο κρεβάτι;


 Γυναίκα είσαι εκατό τοις εκατό.


 

Γυναίκα στο κρεβάτι, άντρας στο μυαλό, 


σου λέει αυτή. Με αυτές τις κακομοίρες 


μη με ανακατεύεις.

 

Και φτύνει κάτω, ενώ οι ευνούχοι 


 κοιτάζουν αποσβολωμένοι.





Έφεσος, Τουρκία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 



 

Στην Τουρκία έχω κάνει μερικά ταξίδια, τρία – τέσσερα, θα τα αναφέρω σποραδικά.

 

Πρώτη φορά που πάτησα τουρκικό έδαφος ήταν σε μια κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά που περιλάμβανε και μια επίσκεψη στην Έφεσο. Όλοι οι επιβάτες ήταν ξένοι, οι μόνοι Έλληνες ήμασταν εγώ και ο πρώην.

 

Μια και δεν είχαμε πατήσει ποτέ πριν τουρκικό έδαφος, είχαμε μια ανησυχία για τους ντόπιους. Σκεφτήκαμε όμως ότι χωμένοι ανάμεσα στους ξένους δεν θα μας έπαιρνε κανείς είδηση.

 

Ο Τούρκος ξεναγός μάς ξενάγησε στην περίφημη αρχαία πόλη προσέχοντας πάντα να λέει «ο πολιτισμός του Αιγαίου». Η λέξη «Έλληνες» δεν ακούστηκε ποτέ. Ας είναι.

 

Η ουσία είναι ότι μετά από αρκετή ώρα ο ξεναγός κάτι μάς είπε, δεν θυμάμαι τώρα τι, και γύρισε σε μένα και τον πρώην και μας είπε: «Εσείς βέβαια τα ξέρετε αυτά». Και χαμογέλασε πονηρά.

 

Μας είχε καταλάβει από την αρχή ότι ήμασταν Έλληνες. Αυτό που εμείς δεν είχαμε καταλάβει ήταν ότι ο άνθρωπος δεν είχε καμιά απολύτως εχθρική διάθεση απέναντί μας.

 

Χαμογελάσαμε κάπως αμήχανα.