Έτσι,
ξέρεις εσύ,
μ’ έριξες στα χώματα,
με αναποδογύρισες,
πάτησες στην πλάτη μου,
με κρατάς γερά.
Ξέρεις εσύ
πώς να το κάνεις.
Κι εγώ τι να σου πω
με το στόμα χωμένο στα χώματα.
Ως πότε, σκέφτομαι,
ως πότε.
Κάποτε θα γυρίσω ανάσκελα,
θα ανασηκωθώ
και τότε σαν θηρίο
θα σε κατασπαράξω
και όχι, όχι, όχι,
δεν θα σε λυπηθώ.