Θυμάμαι την μητέρα μου που βαριόταν να παρακολουθεί
ταινίες και γι’ αυτό δεν έβλεπε ποτέ. Τι να δω; έλεγε, αυτά όλα είναι ψεύτικα,
παραμύθια.
Δεν έχω ακούσει άλλον κανέναν στη μακρά
ζωή μου να λέει κάτι τέτοιο. Εντάξει, ήταν μια ιδιορρυθμία της που όμως, εδώ
που τα λέμε, δεν ήταν και απορριπτέα.
Και τώρα που μεγάλωσα έπαθα κι εγώ το
ίδιο.
Εδώ και αρκετούς μήνες βαριέμαι να δω
ταινία μυθοπλασίας. Διότι, καθώς τη βλέπω, σκέφτομαι συγχρόνως:
Οι ηθοποιοί είναι στημένοι για να
παίξουν τον ρόλο τους, ο ρόλος τους που
βλέπω είναι γραμμένος από έναν ευφάνταστο σεναριογράφο, γύρω από τους ηθοποιούς
στέκονται οι κάμερες που εγώ δεν βλέπω, αλλά είναι εκεί, πίσω από τις κάμερες
είναι οι κάμεραμεν που στριφογυρίζουν τις κάμερες από δω κι από κει για να
πετύχουν το κατάλληλο πλάνο, πίσω από αυτούς είναι ο σκηνοθέτης που φωνάζει τι
ακριβώς πρέπει να κάνουν οι ηθοποιοί και γύρω γύρω είναι πολλοί και διάφοροι
άλλοι, μέχρι κι ο καφετζής που φέρνει τους καφέδες.
Κι εμείς βλέπουμε την ταινία και την
παίρνουμε στα σοβαρά. Βλέπουμε πχ ένα ζευγάρι να ανταλλάσσει δραματικές
κουβέντες και να έχει βουρκωμένα μάτια και νομίζουμε πως αυτοί οι δυο είναι
μόνοι στο δωμάτιο και πολύ υποφέρουν από κάτι που κατέβασε το κεφάλι του
σεναριογράφου και δεν πάει ο νους μας ότι αυτοί οι δύο στην πραγματικότητα μπορεί
να μη χωνεύουν ο ένας τον άλλον ή ο ένας από αυτούς να κατουριέται και πρέπει
επειγόντως να πάει στην τουαλέτα, μόλις τελειώσει αυτή η καταραμένη σκηνή ή ότι
ο άλλος έχει φαγούρα στην πλάτη, αλλά δεν μπορεί να διακόψει την σκηνή για να
ξυστεί και άλλα πολλά και διάφορα.
Και με τέτοιες σκέψεις πώς τώρα εγώ να συγκεντρωθώ στο έργο
και να το πάρω στα σοβαρά, ειδικά αν πρόκειται για έργο δευτέρας διαλογής που
θέλει απλώς να με βοηθήσει να περάσω την ώρα μου.
Περίπου το ίδιο ισχύει και στο θέατρο.
Σκέφτομαι τους έρμους τους ηθοποιούς να επαναλαμβάνουν κάθε βράδυ τα ίδια
λόγια, τις ίδιες κινήσεις, τις ίδιες χειρονομίες, τις ίδιες κραυγές
προσπαθώντας να μας πείσουν ότι έτσι στ’ αλήθεια νιώθουν κάθε βράδυ, κάθε
βράδυ, κάθε βράδυ, ενώ έχουν πια σιχαθεί τον εαυτό τους με αυτά τα καμώματα,
άσε που μπορεί να μη χωνεύονται μεταξύ τους και πρέπει να δείχνουν ότι
αγαπιούνται, άσε που μπορεί να έχει επιτυχία το έργο και να το παίζουν δυο
χρόνια και να λένε για δυο χρόνια τα ίδια, τα ίδια, τα ίδια λόγια.
Δεν ξέρω, αν θυμάται κανείς την
περίπτωση του Κώστα Ρηγόπουλου που την τρίτη χρονιά της θεατρικής
παράστασης «Αγάπη μου Ουά Ουά» το 1969 πάγωσε στη σκηνή και δεν μπορούσε να
αρθρώσει λέξη. Παραιτήθηκε από τον ρόλο του και αργότερα το έργο ανέβηκε ξανά
με τον Μπάρκουλη στη θέση του Ρηγόπουλου.
Ένα μαρτύριο δηλαδή.
Ναι, θα μου πείτε, αλλά έτσι βλέπουμε
και αριστουργήματα στον κινηματογράφο και στο θέατρο και απολαμβάνουμε υψηλή
τέχνη.
Πράγματι, ισχύει αυτό.
Σε τέτοιες περιπτώσεις παρασύρομαι κι
εγώ και δεν κάνω τις σκέψεις που ανέφερα πιο πάνω. Αλλά, αν γλιστρήσει το μυαλό
μου κατά κει, πάει να πει ότι βλέπω κάτι
ανάξιο λόγου.
Να περνά η ώρα δηλαδή.


