-Σε θέλω
πολύ, μουρμούρισε. Άνοιξε τα πόδια σου.
Υπάκουσα.
-Γιατί το
κάνουμε αυτό; Δεν έχει νόημα, είπα. Με θέλετε και σας θέλω. Γιατί τυραννιόμαστε;
-Επειδή η
ζωή είναι τυραννία, δεν είναι παιχνίδι. Σου τα έχω εξηγήσει αυτά. Συμπλέουμε
αυτή τη στιγμή με την Ανώτερη Βούληση που ζητά από μας τη Στέρηση. Δεν
ικανοποιούμε την επιθυμία μας.
-Θα έπρεπε
τότε να μένουμε και νηστικοί, είπα.
-Κάποιοι
από μας το κάνουν. Είναι πολύ φανατισμένοι αυτοί. Εγώ είμαι πιο μετριοπαθής.
-Και τι
γίνεται με τους παντρεμένους Φωτισμένους
Πιστούς; Δεν κάνουν παιδιά αυτοί;
-Ο γάμος
στους Φωτισμένους Πιστούς είναι λευκός. Μπορούμε όμως να υιοθετούμε παιδιά.
Εδώ λοιπόν επρόκειτο
για πολύ σκληρή σέχτα, δεν το είχα πάρει είδηση τόσο καιρό.
-Υπάρχουν
βέβαια και οι αδύναμοι που παρασύρονται σε μια στιγμή παραφοράς και ικανοποιούν
τη σεξουαλική τους επιθυμία. Έρχονται συντετριμμένοι μετά στην εξομολόγηση και
ζητούν εξιλέωση.
-Πείτε μου
κι άλλα για την Εκκλησία σας.
-Θα τα
μάθεις όλα σιγά-σιγά, Ελισάβετ, όταν θα έρθει η ώρα. Πρώτα όμως πρέπει να
περάσεις τη δοκιμασία της Στέρησης. Πρέπει να μάθεις να την αντέχεις.
Με τη
συζήτηση είχα κάπως ξεχαστεί και η επιθυμία μου είχε υποχωρήσει. Πήγα να πω κάτι, αλλά με διέκοψε:
-Αρκετά
μιλήσαμε. Τώρα θα μείνουμε σιωπηλοί κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
Αυτό ήταν
πραγματική δοκιμασία. Τον είδα να καρφώνει το βλέμμα του πάνω μου. Η διέγερσή μου ανέβηκε κατακόρυφα. Στριφογύρισα στην
πολυθρόνα ερεθισμένη.
-Προσπάθησε
να μείνεις ακίνητη. Κοίταζέ με και βυθίσου σε αυτό που νιώθεις. Βίωσέ το.
Τον κοίταξα
στα μάτια. Είδα πόσο πολύ με ποθούσε. Το πρόσωπό του έδειχνε απαθές, όμως το
βλέμμα του έκαιγε. Με ποθούσε. Τον ποθούσα κι εγώ. Κοιταχτήκαμε με βαθιά ηδονή
που έμοιαζε με οδύνη. Είχα τόσο δυνατό πόθο που ένιωσα να μουδιάζω.
Τι ήταν
αυτό που αισθανόμουν; Δεν καταλάβαινα πια. Έμοιαζε με ευτυχία, αλλά είχε πόνο
μέσα της. Τον κοίταζα και προσπαθούσα να ρουφήξω την εικόνα του, να τη βάλω
μέσα μου. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι είχα γίνει ένα μ’ αυτόν, ότι τον κρατούσα
μέσα μου, ότι έτρεχε μέσα στο κορμί μου μαζί με το αίμα μου. Μια ηδονική
αίσθηση με κατέκλυσε, σχεδόν με παρέλυσε. Έγλειψα τα χείλια μου και αφέθηκα να
αιωρούμαι σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση που με γέμισε γλύκα. Έμεινα έτσι πολλή
ώρα.
-Ω, είναι
κάτι μαγικό! Ψιθύρισα.
