4/3/26

7. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα


ΝΕΟΣ ΓΥΡΟΣ ΥΠΟΠΤΩΝ: ΜΑΝΟΣ ΣΑΛΟΝΓΚΑΣ


Στον δεύτερο γύρο εξέτασης μαρτύρων – τους οποίους πλέον ο Δεβρεντής θεωρούσε όλους υπόπτους – απέφυγε να τους ενημερώσει για την έκθεση του ιατροδικαστή. Αυτό το ήξεραν μόνο εκείνος, οι δύο βοηθοί του και ο ιατροδικαστής. Τα ΜΜΕ βοούσαν για την τραγική δολοφονία της ποιήτριας και ο Δεβρεντής τα άφησε να βοούν κρυμμένος στις σκιές του.

 

Ξεκίνησε πάλι από τον ανιψιό της ποιήτριας, τον Μάνο Σαλόνγκα.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας πάντα περιποιημένος, με κοστούμι, γραβάτα και καλοχτενισμένα μαλλιά ήρθε στην ώρα του στο καθορισμένο ραντεβού, χαιρέτησε ψυχρά και κάθισε στην καρέκλα σιωπηλός.

 

-Σας ταλαιπωρώ λίγο, είπε τάχα απολογούμενος ο Χαράλαμπος Δεβρεντής.

-Παρακαλώ. Εδώ πρόκειται για τον φόνο της θείας μου.

-Της οποίας την περιουσία κληρονομήσατε.

-Ποια περιουσία; Οι διακόσιες χιλιάδες ευρώ εξαφανίστηκαν.

-Σας έμεινε τουλάχιστον το σπίτι της. Άλλα ακίνητα είχε;

-Δυο γκαρσονιέρες που τις  νοίκιαζε.

-Δεν είναι κι άσχημα που θα κληρονομήσετε τώρα τρία ακίνητα.

-Αν υπονοείτε κάτι, με προσβάλλετε βαθύτατα. Τη θεία μου την αγαπούσα.

-Αυτή σας αγαπούσε;

-Βεβαίως.

-Όμως το κλειδί του σπιτιού της δεν σας το είχε δώσει.

-Η θεία μου ήταν περίεργος άνθρωπος. Σκεφτείτε ότι κανείς δεν ήξερε τον κωδικό του συναγερμού του διαμερίσματός της. Πολλές φορές αναρωτιόμουν τι θα γινόταν, αν της συνέβαινε κάτι, έτσι ολομόναχη και κατάκλειστη, όπως ζούσε.

-Τελικά της συνέβη. Μόνο που ο συναγερμός δεν ήταν οπλισμένος και η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Δεν το βλέπετε; Κάποιος γνωστός της ήταν μέσα στο διαμέρισμα τη στιγμή του φόνου.

-Εγώ πάντως δεν ήμουν.

-Τι κάνατε, αφού φύγατε εκείνο το βράδυ της Πέμπτης από το διαμέρισμά της;

-Πήρα το αυτοκίνητό μου και γύρισα στο σπίτι μου. Έπεσα αμέσως για ύπνο.

-Σας είδε κανείς, όταν βγήκατε από το αυτοκίνητο ή όταν μπαίνατε στο σπίτι σας;

-Με είδε ο ένοικος του διπλανού διαμερίσματος που έβγαζε εκείνη τη στιγμή τα σκουπίδια.

-Πήρατε είδηση ότι ο Περπατέας έπεσε στις σκάλες, καθώς κατεβαίνατε;

-Όχι, εξάλλου εγώ προπορευόμουν. Δεν κατάλαβα τίποτε.

-Τις επόμενες μέρες δεν σκεφτήκατε να επικοινωνήσετε με τη θεία σας; Να πείτε κάτι για το δείπνο, να δικαιολογηθείτε που φύγατε έτσι απότομα όλοι μαζί;

-Δεν το συνηθίζαμε. Γενικά επικοινωνούσαμε πολύ αραιά και κυρίως με μηνύματα στο φέις μπουκ.

-Παράξενη αγάπη είχατε θεία και ανιψιός. Δεν έχετε κλειδί του σπιτιού της, δεν γνωρίζετε τον κωδικό του συναγερμού της και επικοινωνούσατε με λακωνικά μηνύματα κάθε δέκα, δέκα πέντε μέρες. Θέλετε να σας διαβάσω μερικά;

 

Χωρίς να περιμένει απάντηση, ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ανακάτεψε τα χαρτιά του και ξεχώρισε μερικά φύλλα:

 

-«Τι κάνεις, θεία;» «Καλά είμαι. Εσύ;» «Κι εγώ καλά». «Τι κάνεις, Μάνο;» «Είμαι καλά, θεία. Εσύ καλά;» «Καλά κι εγώ». Έτσι πάνε σκοινί κορδόνι όλα σχεδόν τα μηνύματά σας.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας έκανε μια κίνηση ανυπομονησίας:

-Αφού ξέρετε πόσο παράξενη ήταν η θεία μου. Δεν της άρεσαν οι πολλές κουβέντες.

-Από την άλλη σάς είχε εκμυστηρευτεί πόσα χρήματα είχε κρυμμένα στα σπίτι της.

-Ναι. Μου είχε πει μάλιστα πού τα έκρυβε. Όταν τα κακαρώσω, ανιψιέ, να ξέρεις πού θα τα βρεις, μου είχε πει.

-Και πού τα έκρυβε η μακαρίτισσα;

-Στο συρτάρι της ντουλάπας της, εκεί που τοποθετούσε και τα εσώρουχά της. Στην κρεβατοκάμαρά της.

-Εκεί που βρέθηκε το πτώμα της;

-Ναι.

-Κι εσείς το ξέρατε αυτό.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας έχασε το χρώμα του.

-Μπορούσε να τα βρει πανεύκολα ο οποιοσδήποτε, τραύλισε. Ακόμα κι ένας ερασιτέχνης διαρρήκτης.

-Διαρρήκτης πάντως δεν μπήκε εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμα της θείας σας.

-Ήταν κι άλλα τρία άτομα εκείνο το βράδυ στο δείπνο και μάλιστα άτομα πολύ ύποπτα κατά τη γνώμη μου. Με κανέναν τους δεν τα πήγαινε καλά η θεία μου.

-Για πείτε μου. Με ενδιαφέρει η γνώμη σας.

-Ο Ταραντάκης είναι ένα γλοιώδες υποκείμενο, ένας τεμπέλης που παριστάνει τον ποιητή, η θεία μου, όποτε βρισκόμασταν, μιλούσε πολύ περιφρονητικά γι’ αυτόν. Ο εκδότης την έκλεβε, η θεία μου το ήξερε αυτό. Και ο Περπατέας δεν είναι καλύτερος. Της ζητούσε χρήματα κάθε τόσο. Αυτή του έδινε, αλλά τον χρησιμοποιούσε τουλάχιστον. Τον έβαζε να της κάνει δουλειές που εκείνη απεχθανόταν.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής έμεινε για λίγο σκεφτικός.

 

-Δεν είναι περίεργο που σας κάλεσε όλους μαζί εσάς για δείπνο; είπε μετά.

-Είναι λίγο. Αλλά πρέπει να σας πω ότι η θεία μου τελευταία είχε αρχίσει να τα χάνει. Ίσως έπαιξαν ρόλο και τα ψυχοφάρμακα που έπαιρνε.

-Έπαιρνε ψυχοφάρμακα;

-Ναι. Έπαιρνε ηρεμιστικά εδώ και χρόνια. Δυσκολευόταν να κοιμηθεί και επί πλέον είχε και σύνδρομο ανήσυχων άκρων.

-Τι είναι αυτό;

-Είναι μια νευρολογική διαταραχή. Όταν ξάπλωνε για να κοιμηθεί, ένιωθε κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα να διαπερνά τα πόδια της και έπρεπε να σηκωθεί και να κάνει βόλτες πάνω κάτω, μέχρι να της περάσει. Με τα ηρεμιστικά το σύνδρομο υποχωρούσε και την έπαιρνε ο ύπνος.

 

-Μάλιστα, είπε ο αστυνόμος.

-Μήπως αυτοκτόνησε; ρώτησε αυθόρμητα ο Μάνος Σαλόνγκας.

-Να κάρφωσε δηλαδή μόνη της το μαχαίρι στο πλευρό της;

-Μια υπόθεση κάνω.

-Και τα χρήματα πώς έκαναν φτερά;

-Σας είπα, η θεία μου είχε αρχίσει να τα χάνει. Μπορεί να τα έδωσε σε κάποιον.

-Πολύ τολμηρή η υπόθεσή σας. Και εν πάση περιπτώσει, όχι, η Κλειώ Σαλόνγκα δεν αυτοκτόνησε, αυτό το απέκλεισε ο ιατροδικαστής.


Ο Μάνος Σαλόνγκας έδειξε ξαφνικό ενδιαφέρον:

-Δηλαδή τι ακριβώς είπε ο ιατροδικαστής;


Ο Δεβρεντής έμεινε σιωπηλός κοιτάζοντας τον Μάνο Σαλόνγκα. Περίμενε μια ανεπαίσθητη κίνηση των βλεφάρων του, ένα σούφρωμα έστω των χειλιών του, μια κίνηση να στρώσει τα καλοχτενισμένα μαλλιά του, κάτι τέλος πάντων που θα πρόδινε τυχόν κρυφές σκέψεις. Αλλά ο Μάνος Σαλόνγκας καθόταν στη θέση του σαν άγαλμα. 


-Ο ιατροδικαστής απέκλεισε την αυτοκτονία, είπε ξερά.


(Συνεχίζεται)



3/3/26

6. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 ΑΝΑΤΡΟΠΗ

 

Η υπόθεση φαινόταν να έχει κολλήσει. Οι καλεσμένοι διαβεβαίωναν ότι έφυγαν όλοι μαζί από το διαμέρισμα της Κλειώς Σαλόνγκα. Κανείς δεν είχε επιστρέψει, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονταν. Η εξώπορτα δεν ήταν παραβιασμένη, άρα κάποιος γνωστός της την είχε επισκεφθεί μετά την αποχώρηση των καλεσμένων. Ωστόσο το πιο προφανές ήταν ότι αυτός ο γνωστός ήταν κάποιος από τους τέσσερις καλεσμένους. Το ενδεχόμενο να ήταν ένα πέμπτο άτομο που αποφάσισε να κάνει επίσκεψη στην ποιήτρια μετά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα ήταν πολύ ισχνό.

 

Η περίπτωση της δολοφονίας της Κλειώς Σαλόνγκα ανατράπηκε ωστόσο με εντυπωσιακό τρόπο μετά τη νεκροψία. Οι τοξικολογικές εξετάσεις έδειξαν ότι είχε πιει πολύ κρασί και στο αίμα της ανιχνεύτηκε μεγάλη δόση ηρεμιστικού.

 

Αλλά η έκπληξη ήρθε στη συνέχεια. Ο ιατροδικαστής αποκάλυψε στον Χαράλαμπο Δεβρεντή ότι η ποιήτρια πέθανε από εγκεφαλικό και όχι από τη μαχαιριά στο αριστερό πλευρό της. Το μαχαίρι είχε μεν καρφωθεί στη σάρκα της αλλά όχι πολύ βαθιά και πάντως δεν είχε πειράξει τα ζωτικά της όργανα. Το αίμα δε που είχε τρέξει από την πληγή ήταν σχετικά λίγο και δεν δικαιολογούσε ένα θάνατο από αιμορραγία.

 

-Μου λέτε δηλαδή ότι η Κλειώ Σαλόνγκα είχε ένα φυσικό θάνατο; ρώτησε ο Δεβρεντής εμβρόντητος.

-Φυσικότατο, είπε ο ιατροδικαστής.

-Και η μαχαιριά;

-Η μαχαιριά μπορεί να έγινε λίγα δευτερόλεπτα πριν, λίγα δευτερόλεπτα μετά ή συγχρόνως με το εγκεφαλικό. Όπως και να’ χει, δεν ήταν φονική. Αν δεν παρενέβαινε το εγκεφαλικό, σήμερα η Κλειώ Σαλόνγκα θα ήταν ανάμεσά μας.

-Μπορούμε όμως τουλάχιστον να στοιχειοθετήσουμε απόπειρα φόνου, είπε ο Δεβρεντής απογοητευμένος.

-Ή κάποιο ίσως ατύχημα.

-Ατύχημα μετά ληστείας; Έκανε ειρωνικά ο αστυνόμος.

 

Ο ιατροδικαστής σήκωσε τους ώμους:

-Αυτό είναι δικό σας θέμα, είπε ξερά. Σκέφτηκε λίγο και μετά πρόσθεσε:

-Αν κάποιος τη μαχαίρωσε, όταν ήταν ήδη νεκρή, μπορείτε να τον κατηγορήσετε για περιύβριση νεκρού.

-Περιύβριση νεκρού, χμ…, μουρμούρισε ο Δεβρεντής. Θα το λάβω υπόψη μου αυτό.

 

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής έκανε ένα δεύτερο γύρο εξέτασης μαρτύρων. Στο μυαλό του είχε καρφωθεί εκείνη η αστυνομική ιστορία της Αγκάθας Κρίστι, όπου όλοι οι ύποπτοι αποδείχθηκαν τελικά συνεννοημένοι δολοφόνοι που σκότωσαν το θύμα στο Οριάν Εξπρές. «Λες να έχουμε κι εδώ κάτι παρόμοιο;» αναρωτήθηκε. «Να σηκώθηκαν όλοι μαζί έξαλλοι από το τραπέζι και να κυνηγούσαν τη Σαλόνγκα από το ένα δωμάτιο στο άλλο; Η Σαλόνγκα τότε κατέρρευσε από τον τρόμο, κάποιος τής κατάφερε μια μαχαιριά έτσι, από το άχτι του, και μετά όλοι διαμοίρασαν τα ιμάτιά της, δηλαδή τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ. Και τώρα έχουμε ομερτά. Όλοι κάνουν τον ψόφιο κοριό. Χμ, υπερβολικό μού φαίνεται, εξάλλου εδώ δεν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά για την πραγματική ζωή».

 

(Συνεχίζεται)

 

2/3/26

5. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα.

 

  Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΕΝΟΣ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας σηκώθηκε όρθιος και έτριψε τη μέση του.

-Συγγνώμη, αλλά με κούρασε να κάθομαι τόση ώρα σε μια τόσο άβολη στάση, είπε με την ιδιότυπη φωνή του.

-Αν προτιμάτε να στέκεστε όρθιος, δεν έχω αντίρρηση.

-Όχι, εντάξει, θα καθίσω, νιώθω καλύτερα τώρα.

 

Πήρε την καρέκλα, τη γύρισε στο πλάι και κάθισε στραβά πάνω της.


-Σας έλεγα λοιπόν, ότι εγώ έχω την ευθύνη που χάλασε εκείνη η βραδιά. Η Κλειώ δεν σταματούσε να πειράζει τους καλεσμένους της με τον δικό της προσβλητικό τρόπο, ενώ οι καλεσμένοι δεν αντιδρούσαμε. Ήμασταν συνηθισμένοι, βλέπετε. Απλά ανταλλάσσαμε βλέμματα  και κάποια βεβιασμένα χαμόγελα κατανόησης του στιλ «είναι μια γριά ξεμωραμένη, δεν δίνουμε σημασία». Πρώτα πρόσβαλε τον ανιψιό της λέγοντάς του ότι θα περιμένει πολλά χρόνια ακόμα, μέχρι να την κληρονομήσει και να ξεκοκαλίσει την περιουσία της. Μετά πρόσβαλε τον ποιητή λέγοντάς του ότι και οι ποιητές εργάζονται και δεν περιμένουν να ζήσουν από το χαρτζιλίκι των γονιών τους. Και έφερε  ως παράδειγμα τον εαυτό της που εργάστηκε επί τριάντα χρόνια ως επιμελήτρια κειμένων στον εκδοτικό οίκο «Σπερχειός». Τέλος πρόσβαλε τον εκδότη της λέγοντάς του ότι, αν δεν ήταν αυτή να τον στηρίζει, η επιχείρησή του θα είχε φαλιρίσει προ πολλού.

-Μα αυτή τον φλέρταρε είπαμε.

 

Ο Περπατέας χαμογέλασε:

-Του το είπε γλυκά γλυκά, καθώς χάιδευε το μούσι του, αλλά ο εκδότης άλλαξε χρώμα. Τον γελοιοποίησε σας λέω!

 

-Εσάς δεν σας πρόσβαλε;

-Με μένα συνέβη το εξής: επειδή το πράγμα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, θέλησα να επέμβω και με την άνεση της φιλίας που μας έδενε εδώ και αρκετά χρόνια, την επέπληξα.

-Κάνατε μια τόσο γενναία πράξη;

-Της είπα: «Κλειώ, το έχεις παρακάνει απόψε, θα μας κάτσει το κότσι στο λαιμό. Ας πούμε κάτι άλλο να ευθυμήσουμε». Και τότε η Κλειώ μού επιτέθηκε.

-Σας χτύπησε;

-Όχι, εννοώ μου επιτέθηκε φραστικά. Με είπε αχάριστο και τεμπέλη και ανάξιο της φιλίας της. Ένιωσα πολύ προσβεβλημένος. Σηκώθηκα από τη θέση μου και ανακοίνωσα ότι αποχωρώ από ένα σπίτι, στο οποίο θεωρούμαι ανεπιθύμητος. Την ίδια στιγμή σηκώθηκαν και οι υπόλοιποι. Η Κλειώ σε έξαλλη κατάσταση μάς έβρισε όλους συλλήβδην. Μας έστειλε στο διάολο και είπε ότι δεν θέλει να μας ξαναδεί στα μάτια της.

-Μα τόσο πια στριμμένη ήταν αυτή η γυναίκα;

 

Ο Περπατέας κούνησε το κεφάλι με κατανόηση:

 

- Τέλος πάντων. Εκείνο το βράδυ φύγαμε όλοι μαζί κατεβαίνοντας βιαστικά τις σκάλες και χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη. Μετά εγώ γλίστρησα κι έπεσα στα σκαλοπάτια.

-Δεν σκεφτήκατε να γυρίσετε πίσω και να ζητήσετε βοήθεια από τη Σαλόνγκα;

-Με τίποτα! Εξάλλου είμαι σίγουρος ότι δεν θα μου άνοιγε.

-Πήγατε τουλάχιστον στον γιατρό να σας δει;

-Μπα, δεν είναι κάτι σοβαρό, θα περάσει. Θέλει τον χρόνο του.

 

Ο Δεβρεντής άφησε να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα και μετά ρώτησε:

-Γιατί σάς κάλεσε η Κλειώ Σαλόνγκα εκείνο το βράδυ; Υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος, μια επέτειος, ας πούμε, τίποτα γενέθλια, μια αιτία τέλος πάντων;

 

Ο Περπατέας τον κοίταξε αμήχανα:

-Όχι, δεν νομίζω.

-Τέσσερις άγνωστοι μεταξύ τους άνδρες, διαφορετικής ηλικίας , ανύπαντροι και με διαφορετικούς προσανατολισμούς… δεν είναι λίγο περίεργο;

-Το μόνο που μπορώ να υποθέσω, είπε ο Περπατέας, είναι ότι ήθελε να γνωρίσει τον ποιητή στον εκδότη της. Ο ανιψιός της κι εγώ ήμασταν κάπως διακοσμητικοί. Σαν πρόσχημα, ας πούμε.

-Ναι, λογικό ακούγεται. Αλλά μετά σας πρόσβαλε όλους.

-Σας είπα, η Κλειώ ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος.

 

-Πολλά περίεργα πράγματα συνέβησαν εκείνο το βράδυ στο δείπνο, είπε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής κλείνοντας τα χαρτιά του. Πρώτον, η Κλειώ Σαλόνγκα κάλεσε τέσσερις άγνωστους μεταξύ τους άνδρες για φαγητό, εκ των οποίων κανείς δεν είχε οικογένεια.

-Η Κλειώ ένιωθε αλλεργία με τις οικογένειες, είπε ο Περπατέας. Γι’ αυτό και δεν παντρεύτηκε.

-Είχε όμως έναν ανιψιό.

-Της προέκυψε. Δεν τον είχε δει ποτέ της, μέχρι που πέθανε ο αδελφός της, με τον οποίο είχαν διακόψει τις σχέσεις. Αυτό συνέβη πριν δέκα περίπου χρόνια. Τον συμπάθησε και τον έβλεπε πότε πότε.

-Και τον έκανε και κληρονόμο της.

-Ο ανιψιός της φρόντιζε για την υγεία της. Φυσικό είναι να την κληρονομήσει.

-Δεύτερον, υπήρξε προσβλητική σε όλους σας. Δεν φαίνεται να συμπαθούσε κανέναν σας.

-Την αδικείτε. Η Κλειώ ήταν απλώς πολύ ιδιότροπη.

-Τρίτον, φλέρταρε προκλητικά τον εκδότη της ενώπιον όλων σας και κυρίως ενώπιον του εραστή της.

-Εραστή της; Μα τι λέτε τώρα… εγώ ποτέ…

-Η Κλειώ Σαλόνγκα διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με τον Ευγένιο Ταραντάκη.

-Συκοφαντίες! αναφώνησε ο Περπατέας με την τσιριχτή φωνή του, ανήκουστες συκοφαντίες!

-Αντάλλασσε μαζί του μηνύματα στο μέσεντζερ πολύ αποκαλυπτικά. Ο Ταραντάκης ήταν εραστής της. Το ομολόγησε εξάλλου ο ίδιος χθες εδώ, στο γραφείο που καθόμαστε.

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας έδειξε να καταρρέει.

 

-Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό, μουρμούρισε καταπτοημένος. Η Κλειώ, αυτή η αγέρωχη ψυχή, να ξεπέσει τόσο…όχι, δεν το δέχομαι!

-Να το δεχτείτε, γιατί είναι αλήθεια.

 

Ο Περπατέας άλλαξε στάση στην καρέκλα κι έμεινε για λίγο σκεφτικός.

 

-Βέβαια, είχε αρχίσει να τα χάνει τελευταία, μουρμούρισε.

-Γιατί το λέτε αυτό;

-Η Κλειώ ήταν πάντα ιδιότροπη, αλλά εδώ και λίγους μήνες είχε γίνει και επιθετική. Και επί πλέον είχε κλειστεί τελείως στον εαυτό της. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Η πρόσκληση για δείπνο ήταν, τουλάχιστον για μένα, μια ευχάριστη έκπληξη. Αλλά εκείνη απλώς ετοιμαζόταν να μας επιτεθεί. Ήθελε να μας ταπεινώσει όλους.

-Άρα όλοι είστε ύποπτοι για τη δολοφονία της.

-Δεν θα σκότωνα ποτέ την ευεργέτριά μου, είπε με στόμφο ο Περπατέας.

-Γνωρίζατε ότι η μακαρίτισσα φύλαγε χρήματα στο σπίτι της;

-Όχι, είπε ξερά ο Περπατέας.

 

Ο Δεβρεντής έβγαλε πάλι από το συρτάρι το μαχαίρι τυλιγμένο στη νάιλον σακούλα:

 

-Αναγνωρίζετε αυτό το μαχαίρι;

-Ναι. Με αυτό κόψαμε το κότσι εκείνο το βράδυ.

- Μάλιστα, είπε ο αστυνόμος και σηκώθηκε. Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας, κύριε Περπατέα.

 

Ο Περπατέας κούνησε το κεφάλι και βγήκε κουτσαίνοντας από το γραφείο.


(Συνεχίζεται)



1/3/26

4. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα


«Η ΚΛΕΙΩ ΗΤΑΝ ΨΥΧΟΥΛΑ»

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας ήρθε στο τμήμα κουτσαίνοντας. Ήταν ένας ψηλός άνδρας, αδύνατος, με βαμμένα μαύρα μαλλιά και ευγενική φυσιογνωμία.

 

-Καθίστε, κύριε Περπατέα, μη στέκεστε όρθιος. Βλέπω ότι έχετε κάποιο πρόβλημα.

-Γκρεμίστηκα από τις σκάλες, είπε ο Περπατέας και κάθισε στην καρέκλα παίρνοντας μια περίεργη στάση.

 

Περίεργη ήταν όμως και η φωνή του. Ο Δεβρεντής στύλωσε τα αφτιά του για να καταλάβει καλύτερα.

 

-Ποιες σκάλες; ρώτησε.

-Εκείνο το βράδυ που φύγαμε από το σπίτι της Κλειώς.

-Γιατί δεν πήρατε το ασανσέρ;

-Φύγαμε κακήν κακώς, ήμασταν και εκνευρισμένοι, δεν είχαμε την υπομονή να περιμένουμε το ασανσέρ. Καθώς κατεβαίναμε βιαστικοί, κάπου παραπάτησα και κατρακύλησα στα σκαλοπάτια. Κατάφερα να σηκωθώ, αλλά η ζημιά είχε γίνει. Στράβωσε η μέση μου.

-Δεν βρέθηκε κανείς να σας βοηθήσει;

-Δυστυχώς όχι. Οι άλλοι προπορεύονταν και δεν με πήραν είδηση. Ήμασταν εξάλλου όλοι άνω κάτω με όσα συνέβησαν μέσα στο διαμέρισμα.

-Τι ακριβώς συνέβη μέσα στο διαμέρισμα, κύριε Περπατέα;

-Θα με κεράσετε μια κόκα κόλα; Έχει στεγνώσει το στόμα μου.

-Βεβαίως.

 

Ο αστυνόμος σηκώθηκε και βγήκε έξω για να δώσει την παραγγελία. Κρυπτομοφυλόφιλος, σκέφτηκε, καθώς ανέλυε στο μυαλό του το ηχόχρωμα της φωνής του Περπατέα και τα βαμμένα μαλλιά του. Πρέπει να έχει περάσει δύσκολες ώρες αυτός ο άνθρωπος.

 

-Ας τα πάρουμε από την αρχή, είπε επιστρέφοντας και καθίζοντας στην πολυθρόνα του. Ποια ήταν η σχέση σας με τη θανούσα;

-Ήταν η καλή μου νεράιδα, είπε ο Περπατέας. Επί τρία χρόνια που ήμουν άνεργος μού έδινε κάθε μήνα 300 ευρώ. Χάρη σ’ αυτήν επιβίωσα και δεν βρέθηκα στον δρόμο.

-Τι δουλειά κάνατε;

-Δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ειδήσεις». Όταν έκλεισε η εφημερίδα με την κρίση, βρέθηκα χωρίς δουλειά.

-Είστε ακόμα άνεργος;

-Με προσέλαβαν στο περιοδικό «Εντυπώσεις» για ένα διάστημα, αλλά λόγω περικοπών είμαι πάλι άνεργος εδώ και δυο μήνες.

-Έχετε οικογένεια, κύριε Περπατέα;

-Όχι. Ζω μόνος.

-Πώς γνωριστήκατε με την Κλειώ Σαλόνγκα;

-Της είχα πάρει μια συνέντευξη πριν χρόνια. Μετά κατά καιρούς συναντιόμασταν σε κάποιες εκδηλώσεις. Τότε ακόμα η Κλειώ δεν είχε κλειστεί στον εαυτό της. Όταν έμαθε ότι έμεινα άνεργος, με κάλεσε στο σπίτι της και μου είπε ότι θα με βοηθά οικονομικά, μέχρι να ξαναβρώ δουλειά.

-Ήταν τόσο καλός άνθρωπος η μακαρίτισσα;

-Ήταν ψυχούλα η Κλειώ. Αλλά είχε και τις ιδιοτροπίες της. Και ποιος δεν έχει δηλαδή…

 

Η συζήτηση διακόπηκε, καθώς ένας αστυφύλακας έφερε την κόκα κόλα και την ακούμπησε στο γραφείο.

 

-Πιείτε την κόκα κόλα σας, κύριε Περπατέα και συνεχίζουμε μετά.

-Ευχαριστώ πολύ.

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας ήπιε μονορούφι το αναψυκτικό.

-Διψούσα πολύ, απολογήθηκε μετά.

-Συνεχίζουμε λοιπόν. Στον υπολογιστή της Σαλόνγκα είδαμε ότι ανταλλάσσατε τακτικά μηνύματα για πράγματα εντελώς καθημερινά.

-Ναι, από τότε που παραξένεψε πολύ, εδώ και λίγα χρόνια, δεν ήθελε να βγαίνει από το σπίτι της ούτε και καλούσε κανέναν. Είχε και κάποιες δυσκολίες στο περπάτημα, μεγάλη γυναίκα, βλέπετε... Ακόμα και στο τηλέφωνο ήταν λακωνική, δεν ήθελε πολλά πολλά. Της άρεσε όμως να επικοινωνεί με μηνύματα στο μέσεντζερ.

-Τα μηνύματα που ανταλλάσσατε μεταξύ σας ήταν πολύ πρακτικής φύσεως, όπως είδαμε.

-Ναι, όπως το λέτε. Είχα υποχρέωση απέναντί της. Αφού δυσκολευόταν να περπατήσει, ανέλαβα τις εξωτερικές δουλειές της.

-Και ο ανιψιός της; Δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν;

-Πώς, πώς…Αλλά έμενε στο Μαρούσι, είχε το οδοντιατρείο του, δεν μπορούσε να κατεβαίνει κάθε μέρα να τη βλέπει. Την πήγαινε όμως στους γιατρούς, όταν χρειαζόταν, φρόντιζε για τα φάρμακά της, ήταν πολύ τυπικός σ’ αυτά τα θέματα.

-Μάλιστα, είπε ο Δεβρεντής παίζοντας το στιλό του. Κι εσείς κάνατε τις καθημερινές δουλειές της.

-Της είχα μεγάλη υποχρέωση.

-Και δεν ανησυχήσατε που χάθηκε μια ολόκληρη εβδομάδα;

-Όχι. Προφανώς δεν με χρειαζόταν. Δεν ήμουν κάθε μέρα στο σπίτι της.

 

Ο Δεβρεντής ξεφύλλισε τον φάκελο που είχε μπροστά του. Έριξε μια ματιά κάπου κι έπειτα σήκωσε το κεφάλι:

 

-Ήταν όντως μεγάλη ποιήτρια η Κλειώ Σαλόνγκα, όπως λένε; ρώτησε.

-Ήταν σπουδαία! Νομίζω η καλύτερη της γενιάς της.

-Αλλά ήταν και τσιγκούνα. Πώς και σας έδινε κάθε μήνα 300 ευρώ;

-Σε αντάλλαγμα έκανα όλες τις εξωτερικές δουλειές της. Και δεν ήταν τσιγκούνα, οικονόμα ήταν.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής έκανε μια παύση και συμβουλεύτηκε ξανά τα χαρτιά του.

 

- Πόσων ετών είστε, κύριε Περπατέα;

-Πενήντα έξι.

-Μάλιστα, αρκετά μικρότερος κι εσείς από τη μακαρίτισσα.

-Έχει κάποια σημασία αυτό;

-Από ό,τι καταλαβαίνω τώρα, όχι, δεν έχει καμιά σημασία.

-Τι εννοείτε;

-Τίποτα, κάτι δικές μου σκέψεις κάνω, είπε ο αστυνόμος παρατηρώντας τον Περπατέα. Ας έλθουμε τώρα στο περίφημο δείπνο της Πέμπτης. Τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου καλά εκείνο το βράδυ. Συμφωνείτε;

-Συμφωνώ. Και η αιτία ήμουν εγώ.

-Εσείς;

-Μάλιστα εγώ.

-Για εξηγήστε μου καλύτερα.

-Ήμασταν στο τραπέζι τέσσερις άγνωστοι μεταξύ μας άνδρες και ήταν φυσικό να υπάρχει στην αρχή κάποια αμηχανία. Γνωρίζαμε βέβαια ο ένας την ύπαρξη των άλλων από τις διηγήσεις της Κλειώς, αλλά ποτέ δεν είχαμε βρεθεί από κοντά. Προσωπικά δεν συμπάθησα κανέναν. Ο εκδότης έδειχνε προσποιητά εύθυμος, αλλά εγώ ήξερα από την Κλειώ ότι την εκμεταλλευόταν και της έδινε ψίχουλα από τα δικαιώματά της στις πωλήσεις των βιβλίων της. Ο ανιψιός της αντίθετα ήταν σιωπηλός, αλλά η Κλειώ μού τον είχε περιγράψει ως νυφίτσα που αδημονεί να τη δει στο φέρετρο  για να την κληρονομήσει. Ο δε ποιητής είχε ένα ενοχλητικό υπεροπτικό ύφος, αν και μετά που έπιασε κουβέντα με τον εκδότη, άλλαξε στάση, έγινε πιο φυσιολογικός.

-Από τον ποιητή δεν είχε παράπονα η Κλειώ;

-Πώς, βεβαίως. Τον έλεγε κολλιτσίδα που δεν την άφηνε στην ησυχία της. Με στόχο εννοείται να τον προωθήσει στους κύκλους των διανοουμένων.

-Γνωρίζετε κάτι για την ερωτική της ζωή;

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας κοίταξε τον αστυνόμο εμβρόντητος:

-Ερωτική ζωή στην ηλικία της;

-Εξετάζουμε όλα τα ενδεχόμενα. Από όσο ξέρω, φλέρταρε με τον εκδότη της πολύ φανερά εκείνο το βράδυ.

-Τον γελοιοποιούσε, κύριε αστυνόμε. Ήθελε να τον φέρει σε αμηχανία. Και τα κατάφερε. Και σ’ αυτό το σημείο αντέδρασα εγώ και γι’ αυτό φέρω μεγάλη ευθύνη.

-Τι κάνατε δηλαδή;


(Συνεχίζεται)