Κοίτα πώς κλείνει η πληγή,
πώς συρρικνώνεται,
μικραίνει,
σιγά σιγά εξαφανίζεται...
Κι εσύ δεν κάνεις τίποτα.
Έχει η Φύση τους μηχανισμούς της.
Κοίτα πώς κλείνει η πληγή,
πώς συρρικνώνεται,
μικραίνει,
σιγά σιγά εξαφανίζεται...
Κι εσύ δεν κάνεις τίποτα.
Έχει η Φύση τους μηχανισμούς της.
Κλιντ Ίστγουντ
Στα 96 του, ο Κλιντ Ίστγουντ κατέρριψε
τις βολικές μας αυταπάτες για τα γηρατειά, αρνούμενος να ωραιοποιήσει τη σκληρή
αλήθεια.
Σε μια πρόσφατη ομιλία του, εξήγησε πώς
αλλάζει το σώμα με τον χρόνο. Τα κόκαλα γίνονται λιγότερο ευλύγιστα, οι
κινήσεις επιβραδύνονται και το έντονο φως μπορεί να ενοχλεί τα μάτια. Ακόμη και
η αναπνοή μπορεί να απαιτεί περισσότερη προσπάθεια. Και αυτό είναι μόνο η αρχή.
Δεν πρόσφερε καθησυχαστικές κοινοτοπίες
για τα χρόνια των ηλικιωμένων που είναι γεμάτα ατελείωτη γαλήνη. Αντ' αυτού,
ζωγράφισε μια ωμή εικόνα για το τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος πλησιάζει έναν
αιώνα ύπαρξης:
«Το φως σε πονάει στα μάτια, και ακόμη
και η αναπνοή μπορεί να μοιάζει με σκληρή δουλειά», είπε ο Ίστγουντ,
περιγράφοντας τη διαρκή τριβή ενός σώματος που φθίνει: Το σώμα σου απλώς δεν
συνεργάζεται όπως κάποτε και κάθε βήμα απαιτεί στρατηγική.
Αλλά, όπως επεσήμανε, η δομική παρακμή
του σκελετού και των μυών είναι μόνο η επιφάνεια του ζητήματος.
Το πραγματικό βάρος των βαθιών
γηρατειών είναι συναισθηματικό και ψυχολογικό. Μόλις περάσεις τα ενενήντα, το
κοινωνικό σου τοπίο υφίσταται μια βαθιά και συχνά επώδυνη μεταμόρφωση.
Κοιτάς γύρω σου και συνειδητοποιείς ότι
η πλειοψηφία των ανθρώπων που σε γνώριζαν, όταν ήσουν νέος, που μοιράστηκαν την
ιστορία σου, τα αστεία σου και τους αγώνες της ζωής σου, έχουν εξαφανιστεί.
Ο κύκλος των γνώριμων προσώπων
συρρικνώνεται σχεδόν στο τίποτα, το τηλέφωνο σταματά να χτυπά και ο ρυθμός των
ημερών επιβραδύνεται σε σημείο που μόλις κινείται. Το πιο πικρό χάπι δεν είναι
ο σωματικός πόνος· είναι η ξαφνική απουσία κάποιου που πραγματικά θέλει να σε
ακούσει.
Όταν η παρούσα στιγμή γίνεται ήσυχη και
απομονωμένη, ο ανθρώπινος νους αναζητά φυσικά καταφύγιο στο παρελθόν. Ο
Ίστγουντ εξήγησε ότι η περιπλάνηση μέσα σε παλιές αναμνήσεις δεν είναι σημάδι
πνευματικής αδυναμίας, αλλά μια ζωτική αναζήτηση συνέχειας.
Γι' αυτό οι ηλικιωμένοι επαναλαμβάνουν
συχνά τα ίδια ανέκδοτα, προσθέτοντας μικρές λεπτομέρειες και επιστρέφοντας στα
ίδια θέματα ξανά και ξανά. Δεν προσπαθούν να καυχηθούν ή να κυριαρχήσουν στη
συζήτηση. Το κάνουν για να αγκυροβολήσουν σε μια πραγματικότητα, όπου ήταν
ενεργοί, αγαπημένοι και σημαντικοί.
«Βρίσκεις τον εαυτό σου να
επαναλαμβάνει ιστορίες, προσθέτοντας λεπτομέρειες, όχι για να πείσεις κανέναν,
αλλά απλώς για να νιώσεις ότι είσαι ακόμα συνδεδεμένος με κάτι», παραδέχτηκε ο
Ίστγουντ. «Προσπαθείς να μεταδώσεις πράγματα στη νεότερη γενιά, ακόμη και όταν
βλέπεις την πλήξη στα μάτια τους».
(Από ΜΚΔ)
Αλέν Ντελόν
Μετά το σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο που
υπέστη το 2019, ο Ντελόν είχε ταχθεί υπέρ του δικαιώματος στην ευθανασία,
δηλώνοντας πως από κάποια ηλικία και μετά ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να
«ξεκουμπιστεί ήσυχα» χωρίς νοσοκομεία και εντατικές. Σε συνεντεύξεις του είχε
εξομολογηθεί: «Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Έζησα και αγάπησα πολύ. Έχω δει τα πάντα
και έχω βιώσει τα πάντα. Έτσι κι αλλιώς, δεν μου αρέσει πια αυτός ο κόσμος. Όλα
είναι ψεύτικα και χωρίς νόημα».
Σε μια εμβληματική του συνέντευξη στο
περιοδικό Paris Match (2018), δήλωσε: «Μισώ την εποχή που ζούμε, μου προκαλεί
εμετό. Όλα είναι ψεύτικα, όλα έχουν αντικατασταθεί από το χρήμα. Δεν υπάρχει
πια σεβασμός, ούτε λόγος τιμής».
Ένιωθε αποκομμένος από τη σύγχρονη
πραγματικότητα, καθώς οι περισσότεροι αγαπημένοι του φίλοι και σύντροφοι είχαν
ήδη φύγει από τη ζωή.
Δεν φοβόταν τον θάνατο. Θεωρούσε ότι
είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο και ένιωθε έτοιμος γι’ αυτό, αφού είχε
«δει και ζήσει τα πάντα». Ήταν φανατικός υποστηρικτής της ευθανασίας. Ήθελε να
επιλέξει ο ίδιος πότε και πώς θα πεθάνει, ώστε να αποφύγει την παρακμή των
γηρατειών και την εξάρτηση από μηχανήματα.
Η τελευταία επιθυμία του ήταν να ταφεί στο
κτήμα του στο Ντούσι, δίπλα στα δεκάδες σκυλιά που είχε συντροφιά σε όλη του τη
ζωή, μακριά από μεγαλοπρεπείς δημόσιες κηδείες, κάτι που τελικά σεβάστηκε η
οικογένειά του.
(Από ΑΙ)
Πέθανε από λέμφωμα τύπου Β τα
ξημερώματα της 18ης Αυγούστου 2024, σε ηλικία 88 ετών.
Είμαι λίγο παγωμένη.
Μάλλον θα φταίει ο καιρός,
οι καιροί,
τα ήθη,
τα έθιμα,
η νύχτα,
η σιωπή...
Κάτι θα φταίει πάντως
που νιώθω παγωμένη.
Η Έλεν
ταχτοποίησε την κουβέρτα στα πόδια της μητέρας της και κάθισε απέναντί της.
Προσπάθησε να βρει κάποιο θέμα να συζητήσουν, αλλά το μυαλό της ήταν άδειο.
-Σου έφερα λίγο κέικ. Θέλεις να δοκιμάσεις;
-Αργότερα,
είπε αυτή κι έγειρε στα μαξιλάρια της.
Έβγαλε
τα γυαλιά της και σκούπισε τα μάτια της που είχαν μια τάση τελευταία να
δακρύζουν χωρίς λόγο.
-Είναι
καλά οι εγγονοί μου;
-Πολύ
καλά. Αλλά ξέρεις τώρα…νέα παιδιά. Έχουν άλλες προτεραιότητες.
-Άλλες
προτεραιότητες...ασφαλώς. Ελπίζω μόνο να μην παίρνουν ναρκωτικά. ,
-Τα
παιδιά μου δεν θα έπαιρναν ποτέ ναρκωτικά, μητέρα. Το ξέρεις.
- Έτσι
όπως τα νοθεύουν σήμερα, μπορεί κανείς και να πεθάνει.
Η Έλεν
προτίμησε να μείνει σιωπηλή. Με τη μητέρα της δεν μπορούσε να συνεννοηθεί, αυτό
το είχε πάρει απόφαση εδώ και χρόνια. Η
Έθελ Τερέλ ήταν σκληρό καρύδι από τα
νιάτα της και αυτή η ιδιότητά της δεν
είχε αλλάξει με τα χρόνια.
-Στην
εποχή μου, όποιος είχε αυτή την κακή
συνήθεια, δεν πέθαινε στους δρόμους. Ούτε λήστευε για να εξασφαλίσει τη δόση
του, συνέχισε η Έθελ Τερέλ.
-Τα
παιδιά μου δεν παίρνουν ναρκωτικά, μητέρα.
Η Έθελ
κοίταξε την κόρη της επίμονα, όπως συνήθιζε, όταν ήθελε να της εκμαιεύσει
κάποια εξομολόγηση.
-Και
τι σκαρώνει αυτό τον καιρό ο διάσημος γαμπρός μου;
-Ο
Ιγνάτιος είναι στο σπίτι. Ετοιμάζει το αυριανό του άρθρο.
-Αλήθεια;
Και με τι θέμα αυτή τη φορά;
-Ποιο
άλλο; Το φλέγον θέμα των ημερών: Τα
ανδρικά πορνεία.
Η Έθελ
Τερέλ μισόκλεισε τα μάτια κι έμεινε
σιωπηλή. Ασφαλώς κάτι πάλι σκεφτόταν
εις βάρος του γαμπρού της, σκέφτηκε η Έλεν. Ή εις βάρος της δημοκρατίας.
Ωστόσο δεν θύμωνε πια μαζί της. Εξάλλου
η μητέρα της ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, κολλημένη στο παρελθόν. Δεν
ήταν δυνατόν να της αλλάξει τα μυαλά τώρα που κόντευε ενενήντα χρονών.
-Και
με τα γυναικεία πορνεία τι θα γίνει;
-Αυτό
είναι άλλο θέμα, απάντησε η Έλεν.
-Γιατί
δεν τους ενοχλούν τα γυναικεία πορνεία;
-Τα
έχουμε πει αυτά, μητέρα. Κάπου πρέπει να εκτονώνονται όσοι δεν είναι
παντρεμένοι ή δεν έχουν φιλενάδα.
-Κι
αφού εκτονώνονται στα γυναικεία πορνεία σας,
γιατί τότε βιάζουν και σκοτώνουν
γυναίκες;
-Άσε,
μητέρα. Τα έχουμε πει αυτά πολλές φορές.
-Δεν
βλέπω καμιά διαφορά ανάμεσα στα δικά σας γυναικεία πορνεία και στα ανδρικά πορνεία του καιρού μου. Μόνο που τώρα το τίμημα το
πληρώνουν οι γυναίκες.
-Εν
τάξει, έκανε η Έλεν. Εμείς οι δυο δεν θα συνεννοηθούμε ποτέ. Ας αλλάξουμε συζήτηση. Είσαι ευχαριστημένη από
τη νέα οικιακή βοηθό;
-Καλή
είναι, είπε η Έθελ κι έκλεισε πάλι τα μάτια.
Μεσολάβησε
μια σιωπή μερικών λεπτών. Η Έλεν κοίταξε τη μητέρα της. Μπορεί να βρισκόταν στο
τέλος της μακράς ζωής της, όμως επέμενε να είναι αυτή που ήταν πάντα: απόλυτη
και αυταρχική.
-Θέλεις
να φτιάξω τσάι, μητέρα;
-Φτιάξε.
Η Έλεν
σηκώθηκε και η Έθελ μισάνοιξε τα μάτια και
παρατήρησε την παχιά σιλουέτα της κόρης της καθώς έβγαινε από το δωμάτιο.
Τόσα χρόνια στις δίαιτες αυτή η κοπέλα και δεν κατάφερε τελικά ν’ αδυνατίσει. Και μάλλον σαν να είχε παχύνει
κι άλλο τελευταία.
Καημένη
Έλεν! Αν ζούσε μέσα στο Σύστημα, κανείς δεν θα έδινε σημασία στα περιττά κιλά
της. Αλλά έτσι ήταν αυτό το κορίτσι, ακραίο πάντα. Φανατικά προσηλωμένη σήμερα
σ’ αυτή την ψευδο-δημοκρατία, όσο φανατικά προσηλωμένη ήταν τότε στο Σύστημα.
Και ο Ιγνάτιος, αυτός ο απατεώνας, ετοίμαζε τώρα το νέο του άρθρο - ένα ακόμα χτύπημα στο τελευταίο κατάλοιπο του
Συστήματος.
Έβγαλε
πάλι τα γυαλιά της και σκούπισε τα μάτια της. Τα γεράματα δεν είναι ευχάριστη
υπόθεση. Κυρίως αυτή η αδυναμία που φέρνουν μαζί τους, αυτή η αίσθηση ότι οι
άλλοι δεν σε υπολογίζουν και πολύ. Και κυρίως, όταν στο τέλος του βίου σου
διαπιστώνεις ότι όλη σου η ζωή μαζί με τις αξίες που πίστευες, έχουν πεταχτεί
στα σκουπίδια.