5/9/26

Γιατρέ, υπάρχει πρόβλημα

 


-Γιατρέ, υπάρχει πρόβλημα. Άδειασε το μυαλό μου.


-Τι εννοείτε ακριβώς; Πώς άδειασε, από τι άδειασε;-Τα έχω σκεφτεί όλα. Δεν έχω τίποτε άλλο να σκεφτώ.


-Μα τι λέτε τώρα… Δεν είναι δυνατόν να τα έχετε όλα σκεφτεί.


-Είναι, πώς δεν είναι. Άμα ζεις πολλά χρόνια και έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι από μικρός, τελικά αποχτάς κάποια στιγμή έναν ηλικιωμένο εγκέφαλο που τα έχει επεξεργαστεί όλα.


-Δηλαδή είστε γνώστης όλων των επιστημών;


-Δεν είπα κάτι τέτοιο. Σκέφτομαι ό,τι με ενδιαφέρει, ό,τι τραβά την προσοχή μου. Λοιπόν, όλα όσα με ενδιαφέρουν τα έχω σκεφτεί πάρα πολλές φορές. Δεν πάει άλλο, βαρέθηκα.


-Να βρείτε τότε καινούργια ενδιαφέροντα.


-Δεν με ενδιαφέρουν τα καινούργια ενδιαφέροντα.


-Και τι θέλετε να κάνω τώρα εγώ;


-Ξέρω’ γω; Γιατρός είστε, να μου βρείτε λύση.


-Μπορώ να σας μολύνω με έναν ιό να έχετε να ασχολείστε.


-Χμ…όχι τέτοια, δεν μ’ αρέσουν.


-Τι σας αρέσει;


-Πολλά, αλλά είναι όλα ανθυγιεινά.


-Δεν πειράζει. Απολαύστε τα και θα νιώσετε πολύ ωραία. Εξάλλου πόσο καιρό νομίζετε ότι θα ζήσετε ακόμα;


-Παραπάνω από όσο νομίζετε.


-Δεν μπορώ να καταλάβω τι θέλετε ακριβώς.


-Θέλω να πεθάνω, αλλά να ζω συγχρόνως.


-Αυτό δεν γίνεται.


-Πώς δεν γίνεται; Τώρα που μιλάμε εγώ είμαι πεθαμένη, αλλά είμαι συγχρόνως και ζωντανή.


-Ε, τότε, μια χαρά είστε. Τι παραπάνω θέλετε;


- Θέλω να ενεργοποιηθεί ο νεκρός μου εγκέφαλος. Να κατεβάσει ιδέες.


-Ο ζωντανός σας εγκέφαλος τι άποψη έχει επ’ αυτού;


-Δεν έχει άποψη. Κάθεται εκεί πέρα νωθρός και δεν κάνει τίποτα. Σαν νεκρός είναι κι αυτός….Άου!!! Τι μου κάνατε τώρα;


-Σας κάρφωσα μια βελόνα στην πλάτη. Πονέσατε;


-Πόνεσα βέβαια!


-Πάρτε μια χούφτα βελόνες κι αρχίστε να τρυπάτε χέρια, πόδια, ό,τι βρείτε.


-Θα βοηθήσει αυτό;


-Θα απασχοληθείτε και δεν θα σκέφτεστε τους άδειους εγκεφάλους σας.


-Με κοροϊδεύετε, ε;


-Έχω έναν καλό ψυχίατρο υπόψη μου, αν ενδιαφέρεστε.



Θέλω να με κρατάς στην αγκαλιά σου

 

Θέλω να με κρατάς στην αγκαλιά σου


μέσα στη σιωπή,


ώρες να με κρατάς στην αγκαλιά σου,


να νιώθω σαν μικρό κορίτσι


που ο μπαμπάς του το αγαπά.



3/9/26

Κωνσταντινούπολη, Τουρκία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 

 



 

Για την Πόλη τι να πεις, τα έχουν πει όλα άλλοι.


Πρώτη φορά εκεί ανάμεσα σε Τούρκους, δεν αισθανόμασταν και πολύ καλά ο πρώην κι εγώ. Εν τω μεταξύ, βολτάροντας βλέπαμε παντού μαγαζιά που σέρβιραν ξινόγαλα.

 

Μας άρεσε το ξινόγαλα, είπαμε να πάμε να το δοκιμάσουμε και σ’ ένα τούρκικο μαγαζί να δούμε πώς είναι.

 

Μπήκαμε σε ένα τέτοιο ξινογαλακτοπωλείο, μας σέρβιρε ένας ευγενικός Τούρκος, μας έπιασε και την κουβέντα, χαλαρώσαμε.

 

Τόσο πολύ χαλαρώσαμε που του είπαμε ότι είμαστε Έλληνες. Αυτός ενθουσιάστηκε. Μας μίλησε για τον παππού του που καταγόταν από την (ελληνική τώρα) Θράκη, είπαμε κι άλλα διάφορα που δεν θυμάμαι τώρα και, όταν πήγαμε να πληρώσουμε, μας είπε:

 

-Όχι, κερνά το μαγαζί!

 

Και χαμογελούσε ο καλός εκείνος άνθρωπος.

 

Τι μου λέτε τώρα… δεν είναι  όλοι οι Τούρκοι Γκρίζοι Λύκοι και αυτός ο Ερντογάν πολύ καιρό κάθεται στον σβέρκο των ομοεθνών του, καιρός να τον στείλουν να ψαρεύει λαγοκέφαλους και να μας αφήσει ήσυχους.



2/9/26

Μάταια το παλεύω

 

Μάταια το παλεύω.


Λέω να παραιτηθώ,


να το αφήσω να υπάρχει


έτσι όπως η ομίχλη,


όπως μια εξασθενημένη απελπισία,


μια επίμονη μυρωδιά μελαγχολίας.


 

Ας μείνει.


Θα μάθω να ζω μαζί του,


όπως μαθαίνει ο άρρωστος


να ζει με την αρρώστια του.