Στη γλώσσα μας η διάκριση είναι σαφής: άλλος ο έρωτας , άλλη η αγάπη.
Στην καθημερινότητά μας ωστόσο συγχέουμε τις δύο έννοιες και λέμε «σ’ αγαπώ» σ’ αυτόν, με τον οποίο είμαστε ερωτευμένοι, «σ’ αγαπώ» λέμε και στο παιδί μας, το ίδιο και στον καλό μας φίλο, το ίδιο λέμε και στο σκυλάκι μας, την ώρα που παίζουμε μαζί του.
Το να λέμε «σ’ αγαπώ» σ’ αυτόν που ο έρωτάς του μας κάνει να χάνουμε τον κόσμο, είναι γλωσσικό ατύχημα κατά τη γνώμη μου. Δεν ξέρω πώς κατέληξε αυτό το ρήμα να εκτοπίσει το αρχαίο ρήμα «εράω/ ερώ» που σήμαινε επιθυμώ, ποθώ κάτι με μανία, ενώ το «αγαπάω/αγαπώ» σήμαινε είμαι ευχαριστημένος με κάποιον, τον αγαπώ τρυφερά και «αγάπη» σήμαινε ψυχική κλίση και συγγένεια. Είχαμε επίσης και το ρήμα «φιλέω/φιλώ» που σήμαινε περίπου ό,τι και το αγαπώ όχι όμως ό,τι και το ερώ.



