
Στην κηδεία της εκατόχρονης μητέρας του ο κύριος Τάκης, εβδομήντα πέντε ετών, έκλαιγε γοερά κι αφύσικα.
Συγκινηθήκαμε με το θέαμα κι εμείς κι ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε τον κοπετό μαζί του, όταν μας πρόλαβε η νύφη της νεκρής, η σύζυγος του γιου, μια γραία γύρω στα ογδόντα πέντε.
-Έλα, Τάκη, ησύχασε! είπε αυστηρά στον άντρα της.
Κι ο κύριος Τάκης πέφτοντας στην αγκαλιά της με λυγμούς παρηγορήθηκε γλυκά, όπως παρηγοριόταν άλλωστε εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια.