30/4/22

Άνθρωποι που δεν υπήρξαν ποτέ

 





 

Υπάρχουν κάποιοι που όμως δεν υπήρξαν ποτέ.

 

Μας είναι οικείοι, μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτούς ώρες ολόκληρες, να ακούμε άλλους να μιλούν γι’ αυτούς, να διαβάζουμε γι’ αυτούς, ξέρουμε σχεδόν τα πάντα γι’ αυτούς, τι χαρακτήρα είχαν (ή έχουν -  ίσως ο ενεστώτας να είναι καλύτερος στην περίπτωση αυτή), τι σκέψεις έκαναν, τι πράξεις, τι είπαν, πώς έζησαν. Με λίγα λόγια μάς είναι τόσο οικείοι όσο οι φίλοι μας, όσο οι άνθρωποι που συναναστρεφόμαστε.

 

Κι όμως δεν υπήρξαν ποτέ.

 

Εμείς όμως τους νιώθουμε σαν αληθινούς, πραγματικούς ανθρώπους. Όταν αναφερόμαστε σ’ αυτούς, είναι σαν να μιλάμε για ανθρώπους που γεννήθηκαν από ανθρώπους και έζησαν ανάμεσα σε ανθρώπους. Είχαν συναισθήματα ανθρώπινα, περιπέτειες ανθρώπινες, βιώματα ανθρώπινα.

 

Αλλά δεν υπήρξαν.

 

Δεν υπήρξε ποτέ ο Ρασκόλνικοφ, ο Γιάννης Αγιάννης, ο Χίθκλιφ, η Άννα Καρένινα, ο Γκρέγκορ Σάμσα, η Έμμα Μποβαρύ, ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, η Τζέιν Έιρ, ο Δον Κιχώτης, ο Άμλετ και άλλοι, αμέτρητοι άλλοι που δεν γεννήθηκαν ποτέ, δεν έζησαν, δεν πέθαναν. Δεν υπήρξαν ποτέ.

 

Τι σημασία έχει;

 

Ενσωματώθηκαν στον κόσμο μας, τους δεχτήκαμε, τους αποδεχτήκαμε, τους αναγνωρίζουμε ως ανθρώπους.

 

Ενανθρωπίστηκαν, όταν αυτοί που τους έπλασαν πήραν υλικό από τον κόσμο μας, τους έφτιαξαν και μας τους παρουσίασαν. Κι εμείς τους δεχτήκαμε ως δικούς μας. Και πολλές φορές μιλώντας γι’ αυτούς είναι σαν να μιλάμε για πραγματικούς ανθρώπους.

 

Μας μιμούνται εξάλλου τέλεια.

 

 

26/4/22

Φτωχοί και άσχημοι

 




 

 

Διαβάζω στο διαδίκτυο αναπολήσεις πολλών για τα παιδικά τους χρόνια και για τη φτώχεια που πέρασαν, καθώς η Ελλάδα τότε ήταν μια φτωχή αγροτική χώρα, αποκομμένη από τα μεγαλεία των δυτικών χωρών.

 

Για την ακρίβεια, οι Έλληνες εκείνα τα χρόνια δεν ένιωθαν καθόλου δυτικο-Ευρωπαίοι, Βαλκάνιοι ένιωθαν και, αν δεν υπήρχε η αιώνια εχθρότητα με τους γείτονες Τούρκους, θα ένιωθαν και Τούρκοι.

 

Στις αναπολήσεις τους όμως σήμερα οι μεσόκοποι και οι πιο ηλικιωμένοι Έλληνες μιλούν για εκείνα τα χρόνια με νοσταλγία και διακρίνω στο βάθος και μια περηφάνια που ήταν φτωχοί.

25/4/22

Αμαρτωλή

 





Γιατί σε λένε αμαρτωλή;


Έκλεψες;


Συκοφάντησες;


Αδίκησες;


Έστειλες άνθρωπο στο θάνατο;


Δεν έδωσες ψωμί


σ’ όσους πεινούσαν;


Ήσουν σκληρή


και φιλοχρήματη


και αλαζονική;


Γιατί σε λένε αμαρτωλή;



 

Γιατί αμάρτησα βαριά.


Γνώρισα πολλούς άντρες,


ένιωσα ηδονή.




23/4/22

Δαλιδά: "Je suis malade" (Είμαι άρρωστη)

 



 

Δεν ονειρεύομαι πια, δεν καπνίζω πια


Δεν έχω καν παρελθόν πια


Είμαι βρώμικη χωρίς εσένα


Είμαι άσχημη χωρίς εσένα


Είμαι σαν ορφανή μέσα σε κοιτώνα


 

Δεν έχω πια θέληση να ζήσω


Η ζωή μου σταματά όταν φεύγεις


Δεν έχω πια ζωή κι ακόμα και το κρεβάτι μου


μεταμορφώνεται σε αποβάθρα αναχώρησης


όταν εσύ φεύγεις


 

Είμαι άρρωστη


Εντελώς άρρωστη


Όπως όταν η μητέρα μου έβγαινε τα βράδια


και μ' άφηνε μόνη με την απόγνωσή μου


 

Είμαι άρρωστη, τελείως άρρωστη


Φτάνεις, κανείς ποτέ δεν ξέρει πότε


Ξαναφεύγεις, κανείς ποτέ δεν ξέρει για πού


Και σε λίγο θα πάνε τώρα δύο χρόνια


που αδιαφορείς


 

Όπως σ' ένα βράχο


Όπως σε μια αμαρτία


Έχω γαντζωθεί πάνω σου


Έχω κουραστεί, έχω εξαντληθεί


να παριστάνω την ευτυχισμένη, όταν εκείνοι είναι εδώ


 

Πίνω κάθε νύχτα


Μα όλα τα ουίσκι


για μένα έχουν την ίδια γεύση


Και όλα τα πλοία φέρουν τη σημαία σου


Δεν ξέρω πια πού να πάω, βρίσκεσαι παντού


 

Είμαι άρρωστη


Εντελώς άρρωστη


Χύνω το αίμα μου μέσα στο σώμα σου


Και είμαι σαν νεκρό πουλί όταν εσύ κοιμάσαι


 

Είμαι άρρωστη


Τελείως άρρωστη


Μου έχεις στερήσει όλα μου τα τραγούδια


Με έχεις αδειάσει απ' όλα μου τα λόγια


Κι όμως εγώ, εγώ είχα ταλέντο πριν το άγγιγμά σου


 

Αυτή η αγάπη με σκοτώνει


Αν αυτό συνεχιστεί, θα πεθάνω μόνη με τον εαυτό μου


Δίπλα στο ραδιόφωνό μου, σαν ένα ανόητο παιδί


Ακούγοντας την ίδια μου τη φωνή να τραγουδά


 

Είμαι άρρωστη


Εντελώς άρρωστη


Όπως όταν η μητέρα μου έβγαινε τα βράδια


και μ' άφηνε μόνη με την απόγνωσή μου


 

Είμαι άρρωστη


Αυτό είναι - είμαι άρρωστη


Μου έχεις στερήσει όλα μου τα τραγούδια


Με έχεις αδειάσει απ' όλα μου τα λόγια


Κι έχω μια καρδιά εντελώς άρρωστη


Περικυκλωμένη από οδοφράγματα


Μ' ακούς; Είμαι άρρωστη.


 

 

Στίχοι : Serge Lama


Μουσική: Alice Dona


Τραγούδι: Δαλιδά


 

 

Τη μετάφραση των στίχων την πήρα από εδώ:


https://lyricstranslate.com/el/je-suis-malade-%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9-%CE%AC%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7.html

 

 

Εδώ το τραγούδι:

https://www.youtube.com/watch?v=Gk2LdAmwkt4




 

22/4/22

Δαλιδά: "Il vevais d' avoir 18 ans" (Ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών)

 

 



 

Ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών,


όμορφος σαν παιδί,


δυνατός σαν άντρας.


 

Ήταν βέβαια καλοκαίρι


και βλέποντάς τον μέτρησα


τις φθινοπωρινές μου νύχτες.


 

Έφτιαξα τα μαλλιά μου,


έβαλα λίγο μαύρο παραπάνω στα μάτια μου


κι αυτό τον έκανε να γελάσει.


 

Όταν ήρθε κοντά μου,


όλα μπορούσα να τα δώσω


για να τον αποπλανήσω,


ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών


κι ήταν αυτό της νίκης του


το πιο ωραίο επιχείρημα.


 

Δεν μου είπε λόγια ερωτικά,


σκέφτηκε πως τα λόγια του έρωτα


είναι γελοία.


Μου είπε "σε θέλω"


-είχε δει στο σινεμά


"Το σιτάρι στο γρασίδι".


 

Σ’ ένα βαθουλωτό κρεβάτι αυτοσχέδιο


θαμπωμένη ανακάλυψα


έναν υπέροχο ουρανό,


ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών


κι αυτό τον έκανε σχεδόν θρασύ στη σιγουριά του.


 

Κι ενώ αυτός ντυνόταν,


εγώ πια νικημένη βρήκα ξανά τη μοναξιά μου.


Θα ήθελα να τον κρατήσω,


όμως τον άφησα να φύγει,


χωρίς να κάνω τίποτε.


Μου είπε "δεν ήταν κι άσχημα"


μ’ αυτή την κολασμένη αφέλεια της νιότης του.


 

Έφτιαξα τα μαλλιά μου,


έβαλα λίγο μαύρο παραπάνω στα μάτια μου


από συνήθεια,


μόνο που ξέχασα


ότι εγώ


ήμουνα δυο φορές δεκαοχτώ.


 

 

Στίχοι: Pascal Servan – Serge Lebrail


Μουσική: Pascal Auriat - Jean Bouchéty


Τραγούδι: Δαλιδά



Μετάφραση από τα γαλλικά: Καίτη Βασιλάκου.



 Εδώ το τραγούδι:


https://www.youtube.com/watch?v=BzLwXSfXaKs


 

20/4/22

Δυο κορίτσια στα Σφακιά

 

 



 

Μια και πιάσαμε τα Σφακιά, ας πούμε και μια όμορφη ιστορία που μου τη διηγήθηκε μια ηλικιωμένη Αθηναία.

 

Τέλη της δεκαετίας του ’50, αρχές του ’60, δροσερή κοπέλα τότε, κάπου εργαζόταν, δεν θυμάμαι τώρα πού, και έπρεπε να πάει στη Χώρα Σφακίων σε μια υπηρεσία για κάτι χαρτιά. Πήρε μαζί και μια φίλη της για το μεγάλο -τότε- ταξίδι, μπήκαν το βράδυ στο πλοίο, έφτασαν το πρωί στη Σούδα, πήγαν στα Χανιά, πήραν το λεωφορείο και κούτσα κούτσα το σαράβαλο ανέβηκε στα Σφακιά κι από κει κατέβηκε στη Χώρα.

 

18/4/22

Κινδυνεύεις

 





Είσαι πολύ κοντά μου,


κινδυνεύεις.


Θα πάρω την εικόνα σου,


θα την εξευτελίσω


κι εσύ ιδέα δεν θα έχεις.




(Στη φωτογραφία: Edward Hopper "Nighthawks").





16/4/22

Hans Daiber: "Επιχειρήματα για τον Λάζαρο"

 

 

 


 

 

Ο Λάζαρος όντως βρώμαγε, όπως το είχε πει η αδελφή του. Εδώ που τα λέμε ήταν ήδη η τέταρτη μέρα του θανάτου του.

 

Ο Λάζαρος σε κάθε κίνηση είχε την αίσθηση ότι θα έσκαγε. Βγήκε ωστόσο έξω, όταν τον κάλεσαν. Προφανώς δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Τον συγκρατούσαν οι επίδεσμοι. Η Μάρθα κοίταξε με φρίκη την άκρη της μύτης του που έμοιαζε με πηχτή. Αυτός έκανε μόνο μικρά βηματάκια, γιατί ήταν πολύ σφιχτά δεμένος. Ακόμα και τα χέρια του ήταν κολλημένα μέσα στον νεκρικό επίδεσμο.

 

Ο Λάζαρος είδε με τα σβησμένα του μάτια τον Προσκαλούντα. Το μούτρο του σαν από ζύμη ήταν χωρίς ενέργεια, κάτω από το ροζιασμένο του δέρμα δονήθηκε ένας αναβρασμός. Τα μάγουλα κρέμονταν σαν μικρές σακούλες. Ανάμεσά τους ανοίχτηκε μια τρύπα.

 

15/4/22

"Σκοτεινοί Έρωτες", Γιόα-Κέβιν. Κυκλοφόρησε.

 



Δυο νουβέλες.

Σκοτεινοί έρωτες ή ασυνήθιστοι έρωτες ή επικίνδυνοι έρωτες ή ασελγείς έρωτες ή έρωτες του πάθους. 


"Γιόα". Ζει στον υπόκοσμο και προσκολλάται μανιακά στην ερωμένη του, χωρίς να μπορεί να καταλάβει την αιτία. Εμείς μπορούμε όμως να τη μαντέψουμε.


"Κέβιν". Ένας ήσυχος, καλός άνθρωπος που αντιστέκεται στην αμαρτία, αλλά τελικά αμαρτάνει. Μπορούμε να τον συγχωρήσουμε άραγε;


Εκδόσεις Τύρφη.


Το βιβλίο μπορείτε να το ζητήσετε σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία και στις ηλεκτρονικές σελίδες. Αν ο βιβλιοπώλης σας δεν το έχει, μπορεί να το παραγγείλει.


Εκπρόσωποι των εκδόσεων Τύρφη για τη χονδρική αλλά και τη λιανική πώληση βιβλίων είναι:


α) Για τη Β. Ελλάδα / Ανθούλα Πουλουκτσή - Λασσανη 3 - Θεσσαλονίκη - τηλ. 2310 237463


β) Για τη Ν. Ελλάδα / Γιάννης Νικολόπουλος - Ζαλόγγου 9 - Αθήνα - τηλ. 2103800520




10/4/22

Η τύχη της Ευλαμπίας της ιερόδουλης

 

 


 

 

 

Κάποτε στα Σφακιά, λίγο πριν τον Β΄ΠΠ, υπηρετούσε ένας Ειρηνοδίκης φερμένος από άλλα μέρη, όχι Κρητικός.

 

Εργένης ήταν ο άνθρωπος, του έλειπε η γυναίκα, τι να έκανε; Να κατέβαινε στα Χανιά να γυροφέρνει στους οίκους ανοχής ένας κύριος της καλής κοινωνίας; Αυτό δεν μπορούσε να γίνει με τίποτε.

 

Πήρε λοιπόν κι αυτός μια μέρα την άδειά του, ανέβηκε στην Αθήνα, ξέδωσε με διάφορες πρόχειρες ελευθερίων ηθών και χαλάρωσε κάπως, αλλά σκεφτόταν τα Σφακιά που τον περίμεναν και τον έπιανε η κατάθλιψη. Πώς θα την έβγαζε εκεί πέρα, σε κείνο τον άγριο τόπο με τα αυστηρά έθιμα που δεν σηκώνουν ούτε μια πονηρή ματιά να ρίξεις σε γυναίκα;

 

Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει, πήρε τελικά την απόφασή του. Βρήκε μια γυναίκα που δούλευε σε μπορντέλο, όμορφη ήταν, πρόθυμη, χατίρι δεν του χαλούσε και το κουβέντιασαν το θέμα.

 

«Εγώ Ειρηνοδίκης είμαι, ανύπαντρος είμαι και η θέση μου είναι στα Σφακιά. Άμα θέλεις, σε παίρνω και κατεβαίνουμε μαζί, θα πούμε στον κόσμο ότι είσαι η γυναίκα μου και θα περνάμε ζάχαρη. Να αφήσεις κι εσύ αυτή τη χαμοζωή στα μπορντέλα και να δείχνεις κυρία. Θα φοράς ωραία ρούχα, θα κάνεις παρέα με τις άλλες γυναίκες εκεί, θα σε σέβονται όλοι και θα σε εκτιμούν. Και μην ανησυχείς, εγώ λεφτά έχω, θα σου δίνω τον μισθό σου κάθε μήνα».

 

8/4/22

"Σκοτεινοί Έρωτες", Γιόα - Κέβιν

 



Ερωτικά ποιήματα μπορεί να γράφω πότε πότε, όμως στα πεζά μου δεν είχα ως τώρα καταδεχτεί να ασχοληθώ με τον έρωτα ως κύριο θέμα. Μόνο παράπλευρα μπορούσε κανείς να διαβάσει για κάποια ερωτική σχέση, όταν ήταν απαραίτητο στην πλοκή της ιστορίας.

 

Οι «Σκοτεινοί Έρωτες», Γιόα – Κέβιν, είναι δυο καθαρά ερωτικές νουβέλες, τόσο ερωτικές που δεν μπορούν να κοιτάξουν λίγο πιο πέρα, δεν μπορούν να ασχοληθούν με τίποτε άλλο εκτός από τον έρωτα.

 

Μήπως κάνω ροζ λογοτεχνία; ρώτησα ένα φίλο που εμπιστεύομαι την κρίση του. Μοιάζει, αλλά δεν είναι, μου απάντησε με ειλικρίνεια.

 

Μοιάζει, γιατί εδώ έχουμε πολλά φιλιά, πολλές αγκαλιές, πολλές ερωτικές συνευρέσεις, πολλή εμμονή με το αντικείμενο του πόθου. Μόνο που αυτό το αντικείμενο του πόθου είναι «σκοτεινό» (κατά Μπουνιουέλ).

 

Πηγάζει από τα βαθύτερα στρώματα του υποσυνειδήτου και δεν τιθασεύεται με τίποτα. Καμιά κοινωνική σύμβαση δεν είναι ικανή να το αναχαιτίσει. Ο ερωτικός πόθος κυρίαρχος και αμοιβαίος τυραννά τους χαρακτήρες και στις δυο νουβέλες είτε φτάνει στην εκπλήρωσή του είτε όχι.

 

Η ηδονή, η αναμονή της και η ευτυχία της ολοκλήρωσής της αφήνουν το ερωτικό ζευγάρι πάντα ανικανοποίητο. Πάντα κάτι λείπει και αυτό που λείπει δεν βρίσκεται στον κόσμο τούτο, κάτω από το φως του ήλιου. Γι’ αυτό αυτοί οι σκοτεινοί έρωτες περιέχουν μια μορφή αιωνιότητας. Δεν μπορούν να πάψουν να υπάρχουν.

 

Γιόα (απόσπασμα)

 

Για μια ώρα κάναμε έρωτα, χωρίς να μιλάμε. Αυτός παραμιλούσε πότε πότε, «με καίει, με καίει, με καίει…», έλεγε ανάμεσα σε άλλα ασυνάρτητα λόγια. Μου άρεσε τόσο πολύ αυτό το παραλήρημά του, με παρέσυρε, ένιωσα ίλιγγο. «Κοίταζέ με», μου έλεγε, «μόνο εμένα κοίταζε, κοίτα τα μάτια μου».

 

Κέβιν (απόσπασμα)

 

«Διώξε την, Κέβιν. Δεν το βλέπεις; Κανείς δεν μπορεί να μπει ανάμεσά μας».

«Ποια να διώξει, εμένα; Γιατί να με διώξει, τι έκανα», μουρμούρισε η Σάρον και ξάπλωσε στον καναπέ. Έκλεισε τα μάτια και βυθίστηκε στο μεθύσι της.

Ο Κέβιν σήκωσε την καρέκλα από κάτω και κάθισε. «Σ’ αγαπώ πολύ, Κέητ», μονολόγησε. «Δεν μπορώ να σ’ αγαπήσω λιγότερο. Αυτό είναι το λάθος μου».

 

Εκδόσεις Τύρφη

 

 

 

4/4/22

Να γίνουμε κομήτες

 

 



 

Τρίμματα, συντρίμματα,


θραύσματα παλαιών ονείρων σκόρπια,


αιωρούμενα στο διάστημα


σαν υπολείμματα αρχαίου μεταλλικού δορυφόρου,


ο έναστρος ουρανός σταθερός και αναλλοίωτος


μέσα στην ιλιγγιώδη του ταχύτητα,


οι περιφορές κανονικές,


το απροσδόκητο με ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας.


 

Χιλιάδες χρόνια τώρα


βλέπουμε ψηλά τα ίδια πράγματα,


κομήτες, εκλείψεις, διάττοντες, δύσεις, ανατολές,


το ίδιο μονότονο σκηνικό χιλιάδες χρόνια τώρα.


Αλλά όλα αλλάζουν, όλα αλλοιώνονται


και  τα μάτια μας δεν θέλουν να το δουν.


 

Τώρα επομένως θα φιλοσοφήσουμε


πάνω στη μοναξιά και τη νομοτέλεια,


τα ερεθίσματα από τη Γη μάς κούρασαν,


δεν τα θέλουμε πια,


είδαμε ότι η δυστυχία δεν τελειώνει


παρά τις διαμαρτυρίες μας


και αποστρέψαμε από αυτήν το πρόσωπό μας,


είδαμε ότι η επανάληψη


είναι το σταθερό γνώρισμα των πάντων


και νιώσαμε παγιδευμένοι


μέσα σε αόρατους αρραγείς κύκλους.


 

Τι να ελπίσουμε τώρα έξω από το απροσδόκητο;


 

Εδώ λοιπόν, στην απεραντοσύνη.


Τα αχανή όρια του Σύμπαντος μάς πιέζουν,


ασφυκτιούμε μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος κόσμου,


ξύνουμε με το νύχι τα τοιχώματά του


και θέλουμε να δούμε τι υπάρχει από πίσω,


νοήμονες τυφλοπόντικες,


ξύνουμε και γρυλλίζουμε,


αλλά τι να δούμε πίσω απ’ τα τοιχώματα,


αυτό που υπάρχει είναι τέτοιο


που για μας δεν μπορεί να υπάρχει.


 

Γι’ αυτό, δεν μας μένει άλλο απ’ το να γίνουμε κομήτες,


να απλώσουμε προς τα πίσω τη μακριά, παγωμένη ουρά μας


και να απογειωθούμε,


ωραίοι προγραμμένοι αλήτες,


να κυκλοφέρνουμε μέσα σε μια νεκρή σιωπή


και κάποτε, ανάμεσα σε δυο ταξίδια μας,


να διαλυθούμε σε μια πύρινη βροχή.


 

Θα περιφέρονται έπειτα τα υπολείμματά μας,


τρίμματα, συντρίμματα,


θραύσματα παλαιών ελπίδων και ανησυχιών,


στραβά κομμάτια αιωρούμενα στο διάστημα


που σαν ψιλές, τσιριχτές φωνές


θα αστράφτουν στο φως του ήλιου,


μικρά, ακανόνιστα κομμάτια με κοφτερές γωνίες


που θα θυμίζουν στους επιγόνους


τους ατελέσφορους αγώνες μας.