30/4/24

Καθημερινότητα

 




Του αρέσει η καθημερινότητά του.

Ίδιες κινήσεις κάθε μέρα. Όταν χτυπά το τηλέφωνο, ενοχλείται. Επισκέψεις δεν δέχεται. Έχει βαρύνει κάπως με τα χρόνια. Δυσκολεύεται να περπατήσει, γι’ αυτό αποφεύγει να βγαίνει έξω. Τα βράδια βλέπει τηλεόραση.

 

Δεν έχω πια ζωή, συμπέρανε ένα βράδυ, καθώς παρακολουθούσε μια ταινία.

 

Συνέχισε απαθής να βλέπει την ταινία.



28/4/24

Οι σνομπ

 




 

Βρέθηκε σε μια παρέα που ήταν όλοι σνομπ –  καθημερινοί άνθρωποι στην πραγματικότητα που έπαιζαν τον ρόλο τους.

 

Την είχε φέρει εκεί ο φίλος της, ένας χαζοχαρούμενος νεαρός, για να τη γνωρίσει στον αδελφό του. Ο αδελφός ίσα που της έριξε μια ματιά και την αγνόησε μετά τελείως. Βέβαια έπαιζε πότε πότε  τένις με τον Κωνσταντίνο, τον γιο του βασιλιά. Από οικονομικής άποψης ήταν χάλια και τα δυο αδέρφια – αλλά τένις με τον Κωνσταντίνο; Πώς να μη γίνεις σνομπ;

 

Αυτή καθόταν σιωπηλή και βαριόταν. Οι άλλοι συζητούσαν.

 

-Η Νόρα; Μα αυτή σπουδάζει αρχαιολογία, αν δεν κάνω λάθος!

-Ναι, φυσικά. Όχι για  να εργαστεί βέβαια. Σπουδάζει για το κέφι της.

 

Ήξεραν όλοι αυτοί οι τιποτένιοι εκεί πέρα ότι εκείνη σπούδαζε αρχαιολογία. Αλλά φυσικά ήταν κατώτερη, γιατί σπούδαζε  για να δουλέψει μεθαύριο, να βγάλει το ψωμί της.

 

Ενώ η Νόρα… η Νόρα ήταν πλούσια, σπούδαζε για το κέφι της.

 

Τι να απόγιναν εκείνοι οι γελοίοι, αναρωτιέται καμιά φορά, τώρα που γέρασε. Να έχουν άραγε ψωμί να φάνε σήμερα…

 

27/4/24

26. Μικρές τραγωδίες ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

 



Η μαμά κάθε τόσο με βάζει να της κάνω θελήματα κι αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Πιο κάτω στον χωματόδρομο είναι ένα καφενείο που πουλά κρασί και η μαμά μού δίνει ένα μπουκάλι και με στέλνει εκεί να μου το γεμίσουν. Όταν γυρίζω, πίνω στον δρόμο μερικές γουλιές, είναι πολύ ωραίο.

 

Άλλοτε όμως με στέλνει πιο μακριά, στον φούρνο. Με φορτώνει με μια μεγάλη λαμαρίνα που έχει μέσα κουλουράκια και μου δίνει οδηγίες, τι να πω στον φούρναρη. Αυτό για μένα είναι κάτι σαν τιμωρία και κάθε φορά της λέω ότι δεν θέλω να πάω, αυτή όμως με στέλνει με το ζόρι.

 

Βάζω τη λαμαρίνα στο κεφάλι μου και την κρατώ με τα δυο μου χέρια μη μου πέσει και περπατώ όλο τον χωματόδρομο, κατεβαίνω, κατεβαίνω, φτάνω σε μια άλλη γειτονιά που δεν την ξέρω και μετά έχει μια ανηφόρα έρημη, χωρίς σπίτια και ανεβαίνω, ανεβαίνω και φτάνω σε μια ξένη γειτονιά, κοντά στην Ευαγγελίστρια, την εκκλησία, κι εκεί πια είναι ο φούρνος. Αφήνω τη λαμαρίνα και γυρίζω πίσω. Και μετά πρέπει να ξαναπάω, όταν θα είναι έτοιμα τα κουλουράκια, να φορτωθώ τη λαμαρίνα και να τη φέρω σπίτι.  Και στον δρόμο συναντώ ένα ταμπάκη που όποτε με βλέπει, κάνει ένα παράξενο ήχο με τα χείλια του που μοιάζει κάπως με τρίξιμο. Πάντα το κάνει, όταν με βλέπει μόνη μου. Όταν είμαι με τη μαμά ή τον μπαμπά μου, δεν το κάνει.

 

Η μαμά με βάζει να κάνω και δουλειές στο σπίτι, να πλένω πιάτα, να σκουπίζω και να σφουγγαρίζω, κι αυτό πια δεν το θέλω με τίποτα και κλαίω κάθε φορά, αυτή φωνάζει, εγώ κλαίω, μετά έρχεται ο μπαμπάς και του λέει ότι ήμουν άταχτη και ο μπαμπάς με κοιτάζει απογοητευμένος και εγώ στενοχωριέμαι.

 

Με τη μαμά είναι αλλιώς, μπορεί και να μη με αγαπάει, αλλά ο μπαμπάς με αγαπάει και δεν θέλω να του  μιλά αυτή εναντίον μου. Η μαμά δεν του λέει πώς έγιναν τα πράγματα, τα φουσκώνει και λέει και ψέματα κι εγώ θυμώνω, είναι άδικο αυτό που κάνει, και τη διακόπτω και λέω την αλήθεια στον μπαμπά. «Δικηγόρο θα σε κάνουμε» μου λέει τότε αυτή ειρωνικά. Κι εγώ θυμώνω τότε και δεν λέω «η μαμά», λέω «αυτή» και η μαμά θυμώνει κι εκείνη και φωνάζει  «μη με ξαναπείς αυτή!», αλλά εγώ αρνούμαι να την πω μαμά.

 

Αρχίζουν μετά και οι δυο και λένε, λένε, λένε, με βάζουν να ζητήσω συγγνώμη κι εγώ το κάνω για να τελειώνουμε, αλλά το θεωρώ πολύ ταπεινωτικό, γιατί είμαι αθώα. Κάθε φορά τα ίδια κάνουμε, το έχω τώρα συνηθίσει αυτό, αλλά δεν θέλω να μιλά η μαμά εναντίον μου στον μπαμπά.

 

Μια μέρα γύρισα από το σχολείο και πεινούσα πολύ, αλλά η μαμά δεν είχε ακόμα έτοιμο το φαγητό, το είχε στη φουφού και έβραζε και μου είπε να περιμένω. Εγώ πεινούσα και δεν καθόμουν ήσυχη, άνοιγα τα ντουλάπια να βρω τίποτα να φάω, η μαμά μού φώναζε να κάτσω φρόνιμα και στο τέλος εκνευρίστηκε και πήγε να με αρπάξει από τα μαλλιά. Εγώ φοβήθηκα και τραβήχτηκα κι έτσι δεν πρόλαβε να με αρπάξει από τα μαλλιά. Αλλά τα νύχια της με γρατζούνισαν στο μάγουλο. Κρύφτηκα κάτω από το τραπέζι καλού κακού κι αυτή έσκυψε και μόλις με είδε, σηκώθηκε κι έφυγε από το σπίτι και πήγε δίπλα στης κυρίας Σοφίας. Εγώ έμεινα λίγη ώρα κάτω από το τραπέζι, μετά ξεθάρρεψα και βγήκα, αλλά με έκαιγε το μάγουλό μου και κοίταξα στον καθρέφτη να δω τι είχα.

 

Τρόμαξα μ’ αυτό που είδα, είχα μια πληγή που άρχιζε από το αριστερό μου μάτι και κατέβαινε ως το στόμα  και είχε γίνει από τα νύχια της μαμάς. Αλλά δεν έτρεχε αίμα, γιατί με είχε γδάρει και είχε φύγει το δέρμα μου, αλλά είχε μείνει κάτι σαν λεπτή τσίπα διάφανη και κρατούσε το αίμα και δεν το άφηνε να χυθεί.

 

Έπειτα ήρθε η μαμά και ήταν πολύ γλυκομίλητη μαζί μου και μου είπε να μην πούμε τίποτα του μπαμπά ούτε και στο σχολείο να πω τίποτα, παρά να πω ότι έπεσα και με έγδαρε ένα ξύλο. Ήταν τόσο καλή μαζί μου εκείνη τη φορά που της υποσχέθηκα ότι δεν θα το πω σε κανέναν. Και δεν το είπα. Ούτε κι ο μπαμπάς το έμαθε ποτέ. Όταν με ρωτούσαν, έλεγα ότι έπεσα.

 

Αλλά η πληγή έμεινε εκεί στο μάγουλό μου πολύ καιρό, μετά ξεράθηκε κι έπεσαν τα κακάδια κι έμεινε ένα σημάδι που έμοιαζε σαν δάκρυ που είχε στεγνώσει στο μάγουλό μου και με ρωτούσαν, γιατί είχα κλάψει. Αλλά εγώ δεν είχα κλάψει.

 

Το έχω ακόμα το σημάδι κι ακόμα με ρωτούν, γιατί έκλαψα. Δεν έκλαψα, τους λέω, είναι παλιό σημάδι από τότε που έπεσα. Τη μαμά δεν την πρόδωσα, αν και αυτή ξέχασε γρήγορα το μυστικό μας κι άρχισε πάλι να μου φωνάζει με το παραμικρό και να με κατηγορεί στον μπαμπά και να του λέει αλλιώς τα πράγματα με υπερβολές και ψέματα.


***

Στη φωτογραφία: Τα Δικαστήρια. Εκεί στεγαζόταν και το Δασαρχείο, το γραφείο του πατέρα μου.


(Συνεχίζεται)





25/4/24

Μνήμη

 

Έζησα πολλά, λίγα θυμάμαι.


Η μνήμη καλός αρχειοθέτης,


σχολαστικός.




24/4/24

Από απελπισία


 

Έτσι, από απελπισία, βγήκε μ’ αυτόν τον άξεστο πενηντάρη.

 

Ήταν δροσερή, πεταχτή και φλυαρούσε χαρούμενα. Τον ξεγέλασε εντελώς. Ήπιαν, μέθυσαν, είπαν απίστευτες σαχλαμάρες. Μετά τον έφερε σπίτι της και κοιμήθηκαν μαζί.

 

Το άλλο πρωί, όταν αυτός έφυγε, είδε στο τραπέζι εκατό ευρώ.

 

«Μ’ αρέσει αυτός ο ρόλος», σκέφτηκε κοιτάζοντας το χαρτονόμισμα.

 

Το απόγευμα που της τηλεφώνησε του είπε «ναι».

 

Ανεξήγητο, αλλά κάπως σαν να είχε λιγοστέψει η απελπισία της.


23/4/24

Ας πούμε κάτι όμορφο

 




Ας πούμε κατιτίς χαρούμενο,


όπως ότι με τα γενέθλιά μας


φτάσαμε ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο


κι αυτός έχει ακόμη τις πλάτες γυρισμένες,


ότι υγιαίνουν σε γενικές γραμμές οι φίλοι μας,


ότι έχουμε ψωμί να φάμε,


ρούχα να φορέσουμε,


ωραία τραγούδια να ακούσουμε.


 

Ας πούμε επιτέλους κάτι καλό


κι ας ξέρουμε πως αύριο


μια άλλη μέρα ξημερώνει


και όλα αυτά τα όμορφα


μπορεί να έχουν κουραστεί να υπάρχουν


και να μαδήσουν


όπως μια παπαρούνα σε χέρια αδέξια,


ας πούμε κάτι όμορφο


μια και ο θάνατος αργεί


και κάπως πρέπει να γεμίσουμε


τον χρόνο που μας απομένει.



22/4/24

Ο Γκοντό

 




Όταν ο Γκοντό ήρθε και βρήκε τους σκελετούς του Βλαντιμίρ και του Εστραγκόν, χαμογέλασε με κατανόηση και είπε στους ακολούθους του:

 

-Θα ήθελα να συζητήσω με τον συγγραφέα.

-Έχει πεθάνει, κύριε Γκοντό, του απάντησαν.

 

Αυτός κούνησε το κεφάλι:

 

-Ναι, φυσικά. Τώρα κανείς δεν πρόκειται να πιστέψει ότι υπάρχω.

-Μα αφού δεν υπάρχετε, κύριε Γκοντό!

-Ναι, φυσικά. Πάντα το ξεχνάω αυτό...


 

21/4/24

Ο άλλος Μίκης Θεοδωράκης

 



 

Όταν λέμε «Μίκης Θεοδωράκης», ο νους μας πάει αυτόματα στα μεγάλα επαναστατικά τραγούδια του που με αυτά σείονταν ολόκληρη η Ελλάδα. Δεν θα τα αναφέρουμε εδώ, είναι πασίγνωστα και πολύ αγαπημένα.

 

Βέβαια, όταν ήρθε στην Ελλάδα και ξεκίνησε την καριέρα  του που σύντομα τον απογείωσε, τα τραγούδια του που έγιναν επιτυχίες δεν ήταν επαναστατικά. Ας θυμηθούμε μερικά:

 

Η μυρτιά

Απρίλη μου ξανθέ

Απαγωγή (θα πάρω μια βαρκούλα…)

Η Μαργαρίτα, η Μαργαρώ

Είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά

Βάρκα στο γιαλό

Στρώσε το στρώμα σου για δυο

Πάνω στην άμμο την ξανθή.

 

Ωραία τραγούδια που ο κόσμος τα αγάπησε αμέσως και τα τραγούδησε κατά κόρον. Τραγούδια που η εποχή τα δέχτηκε ευχαρίστως, γιατί δεν έφερναν τίποτε νέο και επαναστατικό, συνέπλεαν κατά κάποιο τρόπο με το πνεύμα της εποχής, αλλά ήταν όμως πολύ όμορφα.

 

Όταν ο Θεοδωράκης στερεώθηκε στην ψυχή του κόσμου, τότε άρχισε να προωθεί τα επαναστατικά του τραγούδια, αρκετά από τα οποία ήταν μικρά αριστουργήματα (ας θυμηθούμε πχ το Μαουτχάουζεν. Το Άξιον Εστί, αν και χρονολογικά ανήκει στην ίδια εποχή, έγινε ευρύτερα γνωστό μετά την πτώση της χούντας).

 

Για να μη μακρηγορώ, ο Μίκης Θεοδωράκης είναι εντυπωμένος στο μυαλό μας ως μεγάλος μουσικοσυνθέτης που συνέθεσε θούριους και πολύ όμορφα επαναστατικά-πολιτικά τραγούδια. Δηλαδή ένας στρατευμένος καλλιτέχνης.

 

Αλλά όσο περνούν τα χρόνια και τα πολιτικά του τραγούδια κατακαθίζουν στη μνήμη μας, έρχονται στην επιφάνεια τα υπέροχα τραγούδια του, τα μελωδικά και τόσο τρυφερά, που μας δείχνουν έναν άλλον Θεοδωράκη, έναν εξίσου σπουδαίο ή και σπουδαιότερο συνθέτη.

 

Και σε αρκετά από αυτά τα τραγούδια θα συναντήσουμε εμμέσως πολιτικά μηνύματα, αλλά δεν είναι αυτά που μας συγκινούν. Είναι η μελωδία τους. Κι αν κατά καλή τύχη τραγουδά και ο ίδιος ο συνθέτης με εκείνη τη βαθιά, ονειρική φωνή του, τότε περνάμε σε άλλους κόσμους, τότε πραγματικά χανόμαστε μέσα το τραγούδι του.

 

Ας αναφέρω μερικά:

 

Όμορφη πόλη

Χάθηκα

Αστέρι μου, φεγγάρι μου

Δακρυσμένα μάτια

Δρόμοι παλιοί

Στα περβόλια

Μοιρολόι της βροχής

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ

Το τρένο φεύγει στις οχτώ

Χρυσοπράσινο φύλλο

 

19/4/24

25. Το "Χτυποκάρδι" ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 



 

Ο μπαμπάς έφερε μια φορά στο σπίτι ένα πολύ πονηρό περιοδικό, το «Χτυποκάρδι» που μόλις είχε βγει. Εμένα δεν μ’ αφήνανε να το δω, μου έλεγαν ότι δεν είναι της ηλικίας μου. Με έφαγε όμως η περιέργεια, ήθελα να το διαβάσω. Αλλά οι γονείς μου το έκρυβαν και δεν το έβρισκα. Την άλλη εβδομάδα όμως που πήγε ο μπαμπάς να αγοράσει το δεύτερο τεύχος, δεν το βρήκε, γιατί το κράτος το είχε απαγορέψει. Και μετά από καιρό βρήκα μια σελίδα από αυτό το «Χτυποκάρδι» πεταμένη στον κήπο μας, αλλά ήταν μέσα στα χώματα και τις λάσπες και δεν έλεγε τίποτα, μόνο κάτι γελοιογραφίες είχε με κάτι γυμνές.


(Συνεχίζεται)



17/4/24

24. "Marcelino pan y vino" ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 



 

Μου αρέσει πολύ, όταν πηγαίνω με τους γονείς μου στον κινηματογράφο. Πάμε και βλέπουμε ξένες ταινίες έγχρωμες ιστορικές, καμιά φορά βλέπουμε και ελληνικές, αλλά πιο πολύ πάμε στις ξένες.

 

Άμα είναι Κυριακή, στεκόμαστε στην ουρά, μέχρι να μπούμε μέσα και μετά δεν βρίσκουμε να καθίσουμε και βλέπουμε τη μισή ταινία όρθιοι. Άλλοτε πάλι μπαίνουμε μέσα στη μέση του έργου και δεν καταλαβαίνω τι λέει η ταινία. Μετά περιμένουμε να δούμε και την αρχή της και τότε καταλαβαίνω την ιστορία.

 

Μου αρέσει πολύ ένας ηθοποιός που τον λένε Βίκτωρ Μάτσιουρ και παίζει στον «Χιτώνα». Και ο Τόνι Κέρτις μου αρέσει πολύ. Στη μαμά αρέσει ο Ουίλιαμ Χόλντεν και στον μπαμπά μια πολύ παλιά ηθοποιός που δεν την έχω δει ποτέ και τη λένε Τζιν Χάρλοου. Στο σπίτι έχουμε στον τοίχο μια φωτογραφία της με μαγιό.

 

Μια φορά ονειρεύτηκα ένα πολύ παράξενο όνειρο, ότι ήταν μια παρέα νεαροί με μοτοσυκλέτες που με έκλεψαν και με έκλεισαν σε μια αποθήκη και εκεί ήρθε ο αρχηγός τους και με φίλησε. Ο αρχηγός τους ήταν πολύ όμορφος, έμοιαζε στον Τόνι Κέρτις . Την άλλη μέρα που ξύπνησα κρυβόμουν πίσω από τις πόρτες να μη με δει η μαμά και έκανα τάχα πως με φιλούσε αυτός ο νεαρός.

 

Αυτό το όνειρο μού άρεσε τόσο πολύ που, όταν η δασκάλα μας στο σχολείο μάς είπε μια μέρα να γράψουμε έκθεση ένα όνειρό μας, εγώ έγραψα αυτό. Δεν ξέρω πώς της φάνηκε, αλλά μου είπε να πω στη μαμά μου πως θέλει να τη δει. Η μαμά μου ήρθε και κάτι έλεγαν οι δυο τους και μου έριχναν κλεφτές ματιές. Μάλλον δεν έπρεπε να γράψω το όνειρό μου, επειδή είχε μέσα το φιλί, έτσι κατάλαβα.

 

Μου αρέσουν όμως πολύ και εκείνες οι ταινίες που δείχνουν ωραίες γυναίκες που φορούν τουαλέτες και κάτι άσπρα γάντια μακριά ως τον αγκώνα. Μια από αυτές είναι η Γκρέις Κέλι που την ερωτεύτηκε ο πρίγκιπας Ρενιέ του Μονακό και την παντρεύτηκε. Αλλά εμένα δεν μου αρέσει ο Ρενιέ, δεν θα τον έπαιρνα ποτέ μου, γιατί δεν είναι όμορφος.

 

Ένας άλλος που μου αρέσει είναι ο Έλβις Πρίσλεϊ, αλλά αυτός δεν είναι ηθοποιός, είναι τραγουδιστής. Και μου αρέσει πολύ επίσης ο Ντιν Μάρτιν. Αυτός είναι ηθοποιός και τραγουδιστής και παίζει στις ταινίες μαζί με τον Τζέρι Λιούις, όπου και τραγουδά. Τώρα θυμήθηκα ένα τραγούδι που λέει και το ακούω στο ραδιόφωνο, «μι κάσα σου κάσα», πολύ ωραίο τραγούδι.

 

Ένα απόγευμα πήγαμε και είδαμε το «Μαρσελίνο πανιβίνο». Έδειχνε ένα ορφανό παιδάκι που το μεγάλωναν καλόγεροι σε ένα μοναστήρι κι αυτό πήγαινε κρυφά και μιλούσε σε ένα άγαλμα που έδειχνε τον Χριστό σταυρωμένο. Πήγαινε κάθε τόσο και του μιλούσε και τελικά ο Χριστός ξεκόλλησε το χέρι του από τον Σταυρό και τον χάιδεψε και του μίλησε. 


Τι κλάμα έριξα τότε! Όχι μόνο εγώ, όλοι κλαίγαμε μέσα στον κινηματογράφο και βγήκαμε ύστερα έξω με μάτια πρησμένα από το κλάμα.


***

Στη φωτογραφία: κινηματογράφος «Ολύμπια». Από https://kriti360.gr/oi-thrylikoi-sinemades-ton-chanion-poy-egrapsan-istoria-kai-megalosan-genies-apo-to-asteri-kai-ta-olympia-sto-attikon-pics/


(Συνεχίζεται)

 

 

15/4/24

Νοσταλγία

 

Πέρασαν, ψυχή μου,


πέρασαν


οι άγριες ημέρες,


οι σκληρές,


τώρα γιατί αναστενάζεις,


γιατί, ψυχή μου,


αρνείσαι να το αποδεχτείς


πως  έφυγαν οι μέρες


της φοβερής σου δυστυχίας,


γιατί με τόση επιμονή


τις νοσταλγείς...



14/4/24

Ανύτη

 


 

Πολλές φορές σ’ αυτό το μνήμα


άφησε ελεεινές κραυγές η μάνα Κλείνα  


για την αγαπημένη κόρη της που πέθανε νωρίς


καλώντας πίσω την ψυχή της Φιλαινίδας


που πριν από τον γάμο της μπήκε


 μες στο χλωμό ρεύμα του Αχέροντα.



***


 

πολλάκι τδ λοφυδν κόρας π σάματι Κλείνα


μάτηρ κύμορον παδ βόασε φίλαν,


ψυχν γκαλέουσα Φιλαινίδος, πρ γάμοιο


χλωρν πρ ποταμο χεμ χέροντος βα.


 

ΠΑ 7, 486


***

 

Η Ανύτη ήταν αρχαία Ελληνίδα ποιήτρια και επιγραμματοποιός από την Τεγέα, το κυρίως έργο της οποίας τοποθετείται λίγο μετά το 300 π.Χ.



Μεταφορά στα νέα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου.



11/4/24

23. Κι άλλα καλοκαιρινά ταξίδια ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

 



 


 

Μερικές φορές η μαμά με παίρνει μαζί της στα Μέθανα που πάει για ιαματικά λουτρά. Παίρνουμε το καραβάκι από τον Πειραιά και φτάνουμε στα Μέθανα που βρομάνε, αλλά αυτή είναι καλή βρόμα, κάνει καλό στην υγεία. Η μαμά πάει και βουτά σε κάτι ζεστά νερά μαζί με άλλες κυρίες κι εγώ περιμένω απέξω. Μετά κάνουμε βόλτες και τρώμε καμιά φορά σε εστιατόριο αλλά όχι πάντα, γιατί η μαμά θέλει να κάνει οικονομία και ετοιμάζει φαγητό στο δωμάτιο που μένουμε και το πάει στον φούρνο και της το ψήνουν. Βγάζουμε και φωτογραφίες που μας δείχνουν να κάνουμε βόλτες στα Μέθανα.

 

Άλλα καλοκαίρια πάμε στην Κασταμονίτσα, στο χωριό της μαμάς, που είναι κι αυτό μακριά από την πόλη μας, στο Ηράκλειο. Παίρνουμε το λεωφορείο πρωί-πρωί και ταξιδεύουμε μισή μέρα και φτάνουμε στο Ηράκλειο το μεσημέρι. Άλλοτε παίρνουμε το πλοίο που πηγαίνει παραλία-παραλία και φτάνουμε πάλι μεσημέρι στο Ηράκλειο. Μετά παίρνουμε το λεωφορείο και φτάνουμε το απόγευμα στο χωριό.

 

Εδώ έχω πολλά ξαδέρφια και θείους και τον παππού που φορά βράκα και στιβάνια. Ούτε κι αυτός ο παππούς μιλά πολύ, αλλά, όταν ήταν νέος, είχε ανέβει στα βουνά και πολεμούσε τους Τούρκους. Μένει μόνος στο παλιό σπίτι, ψηλά στην άκρη του χωριού και τα ξαδέρφια μου του πάνε φαγητό κάθε μέρα. Πάω κι εγώ μαζί τους και του κάνω παρέα λίγη ώρα.

 

Μετά φεύγουμε, κατεβαίνουμε στο σπίτι του θείου που μας φιλοξενεί κι εκεί παίζω με τα ξαδέρφια μου στα χωράφια όλη μέρα. Όταν βραδιάζει, μαζευόμαστε μέσα και ανάβουμε τις λάμπες, γιατί ούτε κι εδώ έχουν ηλεκτρικό. Λέμε ιστορίες και γελάμε. Εδώ όμως δεν κλαίνε, όταν πηγαίνουμε ούτε όταν φεύγουμε. Βέβαια το χωριό της μαμάς είναι πιο κοντά, ενώ του μπαμπά είναι πολύ μακριά. Γι’ αυτό εκεί πέρα κλαίνε.

 

Όταν γυρίζω από τα ταξίδια αυτά και συναντώ τα παιδιά της γειτονιάς και τις φίλες μου στο σχολείο, τους λέω όλα όσα είδα και με ακούνε με πολλή προσοχή. Κανείς τους δεν έχει φύγει από την πόλη μας και δεν έχει δει αυτά που έχω δει εγώ.

 

Άμα μεγαλώσω, θα πάω να μείνω στην Αθήνα. Η εφημερίδα, εκεί που λέει «κινηματογράφοι», έχει μια ολόκληρη σελίδα με κινηματογράφους, ενώ εδώ έχουμε μόνο τρεις. Όταν θα μεγαλώσω και θα μένω στην Αθήνα και θα είμαι πλούσια οπωσδήποτε, θα παίρνω την εφημερίδα και θα διαλέγω σε ποιο κινηματογράφο θέλω να πάω και μετά θα παίρνω μια κούρσα και θα λέω στον οδηγό να με πάει  εκεί.

 

Τι ωραία ζωή που θα κάνω! Αλλά πρέπει πρώτα να μεγαλώσω.


***

Στις φωτογραφίες: Μέθανα


(Συνεχίζεται)




 

10/4/24

“Oppenheimer”: χάσαμε την ώρα μας

 





Με καθυστέρηση λίγων μηνών είδα κι εγώ σήμερα την ταινία “Oppenheimer” που τόσο ντόρο ξεσήκωσε (εφτά βραβεία Όσκαρ) και έχασα κάπου τρεις ώρες από την πολύτιμη ζωή μου.

 

Διότι για να καταλάβω τι γινόταν εκεί μέσα και ποιος ήταν με ποιον και τι δουλειά είχε στο φιλμ, έπρεπε πρώτα να μελετήσω την εγκυκλοπαίδεια για να μάθω τα δεκάδες ονόματά τους. Κατόπιν έπρεπε να υποστώ τις μισές σκηνές της ταινίας για γεγονότα που ήδη γνώριζα από τα διαβάσματά μου και δεν μου προκαλούσαν κανένα ενδιαφέρον.

 

Αυτό που δεν γνώριζα και είχε ενδιαφέρον ήταν οι υπόλοιπες μισές σκηνές της ταινίας, όταν ο Οπενχάιμερ πέρασε από ανάκριση για τα πολιτικά του φρονήματα – μολονότι και αυτές οι σκηνές δεν ήταν καθόλου πρωτότυπες, εφόσον έχουμε παρακολουθήσει ανάλογες σε δεκάδες άλλες ταινίες και ντοκιμαντέρ και οι εναλλαγές έγχρωμων και ασπρόμαυρων σκηνών απλώς μας μπέρδευε, μέχρι που καταλάβαμε ότι αυτό ήταν ένα σκερτσάκι του σκηνοθέτη και το αγνοήσαμε.

 

Αν αντί γι’ αυτήν την κουραστική και βαρετή ταινία βλέπαμε ένα σχετικό ντοκιμαντέρ, θα ήμασταν πολύ ευχαριστημένοι.



Παρηγοριά

 

 

Όταν έφτασε στη μέση ηλικία, έκανε μια αναδρομή στο παρελθόν του και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν καλύτερα να μην είχε γεννηθεί.

 

Παρηγορήθηκε ωστόσο με τη σκέψη ότι η γέννησή του πρόσφερε μια σημαντική υπηρεσία σ’ ένα ζευγάρι που περίμενε παιδί εδώ και δέκα χρόνια.

 

Μπορούσε τώρα το ζευγάρι αυτό να κυκλοφορεί με αξιοπρέπεια ανάμεσα στους άλλους.

 

Δεν ήταν στείρο.



9/4/24

Μαρτιάλης, ΧΧΙΙΙ

 

 

Άλλον κανέναν δεν καλείς σε δείπνο, Κόττα,


παρά μόνο με όποιον στα λουτρά έχεις πλυθεί


και μόνο τα λουτρά σού δίνουν τους συμπότες σου.


Κι εγώ απορούσα, γιατί ποτέ μου, Κόττα,


δεν με κάλεσες. Τώρα όμως ξέρω:


δεν σου άρεσα γυμνός.



 

 

Invitas nullum nisi cum quo, Cotta, lavaris.


Et dant convivam balnea sola tibi.


Mirabar, quare numquam me, Cotta, vocasses:


Iam scio, me nudum displicuisse tibi.



Μετάφραση στα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου.



7/4/24

Σοφός

 

Τόσα χρόνια σκυμμένος στα βιβλία,


γνώση πάνω στη γνώση,


που τώρα με τον θάνατό του εξαερώθηκε.



5/4/24

22. Στην Αθήνα ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

 


 



 

Στην Αθήνα μένουμε μερικές μέρες σε ένα ξενοδοχείο και όλη τη μέρα γυρίζουμε στους δρόμους και η μαμά κάνει ψώνια. Η Αθήνα είναι πολύ μεγάλη και έχει πράγματα που δεν έχει η πόλη μας, όπως τρόλεϊ, ασανσέρ, ρωσική σαλάτα και σάντουιτς. Τα σάντουιτς τα πουλάνε στον δρόμο και η μαμά μού παίρνει, όταν της το ζητάω.

 

Έχει πολλά αυτοκίνητα, πολλούς ανθρώπους και πολλές φωτεινές χρωματιστές διαφημίσεις που μου αρέσει πολύ να τις βλέπω. Μία στην Ομόνοια μου αρέσει περισσότερο από τις άλλες. Δείχνει ένα χοντρό κύριο που κρατά ένα ποτήρι μπίρας, από αυτά που έχουν χερούλι, και το ποτήρι γεμίζει σιγά σιγά με κίτρινη μπίρα με πολύ αφρό και γράφει μετά μπίρα Φιξ. Έπειτα σβήνουν όλα και αρχίζουν πάλι από την αρχή.

 

Εδώ έχει πολλά μαγαζιά και είναι όλα μεγάλα και ανεβοκατεβαίνουμε στους ορόφους με το ασανσέρ. Σε κάθε όροφο είναι κάτι μικρά δωματιάκια με κουρτίνα που εκεί πας και προβάρεις τα ρούχα που σου αρέσουν. Μια φορά μπήκα εκεί μέσα κι αφού δεν είχα τι να προβάρω, έβγαλα όλα μου τα ρούχα και κοιταζόμουν στον καθρέφτη. Η μαμά μ’ έψαχνε και τελικά με βρήκε και μου έβαλε τις φωνές, όταν με είδε ολόγυμνη.

 

 Στους δρόμους πουλάνε σκουλαρίκια και κολιέ και η μαμά αγοράζει μερικά πολύ όμορφα. Τα βράδια πάμε στου Τσίτα και τρώμε λιχουδιές που δεν έχει η πόλη μας, όπως ρωσική σαλάτα και μυαλά τηγανιτά και ο μπαμπάς μου λέει «φάε μυαλό, για να βάλεις μυαλό κι εσύ». Με πειράζει βέβαια, αλλά εμένα δεν μ' αρέσει που με πειράζει. Αφού έχω μυαλό!


Πάμε και σε κάποιους φίλους των γονιών μου επίσκεψη και στον θείο Αλέκο, ξάδερφο της μαμάς, που μένει στου Γκύζη, ψηλά σε ένα βουνό με λίγα σπίτια κι αποκεί βλέπω κάτω απλωμένη την Αθήνα τη νύχτα, γεμάτη φώτα ως εκεί που φτάνει το μάτι μου. Πόσο μεγάλη είναι αυτή η πόλη!

 

Στο ξενοδοχείο γυρίζουμε αργά και μόνο για να κοιμηθούμε. Αυτό το ξενοδοχείο το έχει ένας συγγενής ενός φίλου του μπαμπά και δεν μας παίρνει πολλά λεφτά. Είναι δίπλα στην Ομόνοια. Ένα βράδυ ο μπαμπάς καθόταν στο παράθυρο και κοίταζε κάτω τον δρόμο και η μαμά τού φώναζε να έρθει να κοιμηθεί, αλλά αυτός δεν ερχόταν και η μαμά μουρμούριζε θυμωμένη. Πήγα κι εγώ στο παράθυρο να δω τι έβλεπε ο μπαμπάς και είδα μια γυναίκα στο πεζοδρόμιο που μιλούσε με έναν άντρα. Κάτι ύποπτο ήταν αυτό για να φωνάζει η μαμά.

 

Και ένα απόγευμα που στεκόμουν στην είσοδο του ξενοδοχείου περιμένοντας να κατέβει ο μπαμπάς που πάντα αργεί να ετοιμαστεί, γιατί θέλει να είναι όμορφος, ήρθε ένας άγνωστος άνθρωπος και στάθηκε μπροστά μου και με κοίταζε και μετά μου έκλεισε το μάτι. Έκανα πως δεν τον είδα και μπήκα μέσα, αλλά είχα θυμώσει με αυτό που έκανε και με ντρόπιασε.

 

Στην πόλη μας γυρίζουμε μετά από μερικές μέρες. Παίρνουμε πάλι το πλοίο από τον Πειραιά και ταξιδεύουμε όλη τη νύχτα και φτάνουμε τα ξημερώματα στη Σούδα.


(Συνεχίζεται)