25/11/25

Τα όνειρα της Στέλλας (ένα διήγημα σε τέσσερα μέρη) Α΄ Μέρος

 




Η Στέλλα είχε πάει τριάντα χρονών, αλλά δεν έδειχνε διάθεση να παντρευτεί. Όσοι τη γνώριζαν καλά, ήταν σίγουροι πως δεν επρόκειτο ποτέ να το κάνει. Η ίδια ήταν σίγουρη για το αντίθετο, αλλά πίστευε πως ήταν ακόμη πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο.


      Εν τω μεταξύ στις εφήμερες σχέσεις της εξακολουθούσε να κάνει περίεργες επιλογές. Έτσι κατά καιρούς είχε ερωτευτεί έναν παντρεμένο πενήντα εφτά χρονών, ένα νεαρό που μόλις είχε βγάλει το λύκειο, ένα ζωγράφο με ομοφυλόφιλες προτιμήσεις, έναν αρραβωνιασμένο αστυνομικό  από την επαρχία και άλλους παρόμοιους..


      Ο καιρός περνούσε με τέτοιες  εντελώς αταίριαστες σχέσεις που έδιναν προσωρινή ευχαρίστηση στη Στέλλα και που είχαν όλες σύντομη ημερομηνία λήξης, ώσπου ένα πρωινό καθώς ετοιμαζόταν για τη δουλειά, παρατήρησε κάτι άσπρες τρίχες στα μαλλιά της κι αυτό την αναστάτωσε πολύ. Ξεχάστηκε όμως  γρήγορα, γιατί βγαίνοντας από το σπίτι  απορροφήθηκε αμέσως από το μποτιλιάρισμα που βρήκε στον δρόμο και που την εκνεύρισε πολύ και κατόπιν στο γραφείο απορροφήθηκε από τις τρέχουσες υποθέσεις ως το απόγευμα και μετά συναντήθηκε με κάτι φίλες της για ένα ποτό και συζήτησε μαζί τους πολλά άσχετα πράγματα,  και τέλος γύρισε στο σπίτι της κατά το βραδάκι αρκετά κουρασμένη και έτοιμη για ύπνο.


    Καθώς βούρτσιζε τα δόντια της, ξαναθυμήθηκε τις άσπρες τρίχες  και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ήταν τρεις τον αριθμό, μία στο δεξιό και δύο στον αριστερό της κρόταφο, τρεις λευκές τρίχες που της ανάγγελλαν με πολύ σαφή τρόπο την πρόοδο της ηλικίας της. Η Στέλλα ξέπλυνε τα δόντια της, ξάπλωσε στο κρεβάτι  κι έπεσε σε συλλογή.


    Αρκετά είχε διασκεδάσει με τον έναν και με τον άλλον, καλά πέρασε, τώρα ήταν καιρός να σοβαρευτεί. Βέβαια από τον κύκλο των εραστών της κανείς δεν ήταν κατάλληλος για γάμο, αλλά αυτό δεν την ανησυχούσε. Από την επομένη θα άρχιζε το ψάξιμο. Μέσα στον απέραντο αυτό κόσμο, όπου οι μισοί άνθρωποι είναι άντρες, δεν μπορεί, κάποιον θα έβρισκε  κι αυτή να παντρευτεί. Μ’ αυτές τις πολύ αισιόδοξες σκέψεις έσβησε το φως και σε λίγη ώρα αποκοιμήθηκε.


     Ξύπνησε κατά τις τρεις το πρωί με τη γλώσσα ξερή και την καρδιά της να χτυπά σε άγριους ρυθμούς. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η Στέλλα είχε δει έναν εφιάλτη. Κυκλοφορούσε, λέει, μέσα σ’ ένα τεράστιο συγκρότημα κτιρίων, έμοιαζε να είναι νοσοκομείο, κι έψαχνε να βρει κάποιο γνωστό της που νοσηλευόταν εκεί. Δεν τον έβρισκε όμως και πήγαινε από δω κι από κει μπερδεμένη μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαώδη και μισοσκότεινη διασχίζοντας διαδρόμους, ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες και βγαίνοντας σε κλειστές αυλές, ώσπου ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι μέσα σ’ αυτά τα δαιδαλώδη μισοσκότεινα κτίρια περιφερόταν αόρατο το πνεύμα του Κακού. Ένιωσε να κινδυνεύει κι άρχισε φοβισμένη να λέει ξόρκια και προσευχές και να κάνει μαγικές αποτρεπτικές χειρονομίες προσπαθώντας να αυτοπροστατευθεί. Αλλά όλα αυτά λίγο την ωφέλησαν και το Κακό άρχισε σιγά-σιγά να υλοποιείται και να παίρνει τη μορφή του Εωσφόρου. Εκεί πάνω ξύπνησε μέσα σε μια σχεδόν μεταφυσική αγωνία κι έμεινε κοκαλωμένη στο κρεβάτι για κάμποση ώρα. Τέλος αποκοιμήθηκε πάλι. 


   Την άλλη μέρα ξυπνώντας θυμήθηκε τον εφιάλτη και παραξενεύτηκε λίγο, αλλά έπρεπε να βιαστεί για τη δουλειά κι ο εφιάλτης βούλιαξε στα σκοτάδια απ’ όπου είχε αναδυθεί και όλα ξανάγιναν όπως πριν.


 

      Τις εβδομάδες που ακολούθησαν η Στέλλα δραστηριοποιήθηκε προς τη νέα κατεύθυνση που την είχαν στρέψει οι αναφανείσες τρεις άσπρες τρίχες των μαλλιών της. Πύκνωσε τις κοινωνικές της σχέσεις φροντίζοντας πλέον πολύ συνειδητά να εντοπίζει άτομα σε ηλικία γάμου, τα οποία συγχρόνως να της ταιριάζουν σε γενικές γραμμές και παρατήρησε με έκπληξη  ότι το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο. Οι εμφανίσιμοι,  αναλόγου ηλικίας και χωρίς ελάττωμα ελεύθεροι άνδρες ήταν σπάνιο είδος, για την ακρίβεια δεν υπήρχε καν τέτοιο είδος. Όλοι οι κατάλληλοι για την περίπτωσή της  άνδρες ήταν από καιρό παντρεμένοι, μερικοί ήταν πρόθυμοι για μια έξω του γάμου σχέση, αλλά δεν ήταν αυτό που ενδιέφερε αυτή τη στιγμή τη Στέλλα.


     Τελικά ξετρύπωσε έναν ανύπαντρο τριανταπεντάρη καθηγητή αγγλικών και πήγε μαζί του μια τριήμερη δοκιμαστική εκδρομή. Καλός ήταν από εμφάνιση, αλλά κάτι είχε αυτός ο άνθρωπος και της προκαλούσε βαριά πλήξη.  Και στο σεξ επίσης ήταν βαρετός. Η Στέλλα τον απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη, διότι στο θέμα της ισόβιας συνύπαρξης με κάποιον άλλον, είχε θέσει μερικούς απαράβατους όρους και ένας από αυτούς ήταν να μην είναι πληκτικός ο συνέταιρος.

(Συνεχίζεται)



 

23/11/25

Απόγευμα Σαββάτου

 



 

Απόγευμα Σαββάτου. Έχει ήδη σκοτεινιάσει με την κανονική ώρα, όχι με την ψεύτικη τη θερινή.

 

Βγαίνω για την καθημερινή  βόλτα μου, πρέπει να περπατώ, αλλιώς θα πετρώσω. Ρίχνω μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Καλή είμαι τώρα που αδυνάτισα, μ’ αρέσει κι η φάτσα μου, έτσι όπως την έχω μακιγιάρει, αγνοώ τα μαλλιά μου.

 

Γιατί κάνω τόση προετοιμασία για μια έξοδο 40-50 λεπτών στη γειτονιά μου; Έτσι κι αλλιώς δεν έχει καμιά σημασία. Και με τη ρόμπα μου να έβγαινα, το ίδιο θα ήταν.

 

Κι όμως έχει σημασία. Για μένα. Νιώθω καλά.

 

Ας περάσω κι από το σουπερμάρκετ, αν και δεν χρειάζομαι τίποτα. Έτσι, για να δώσω ένα σκοπό στην άσκοπη βόλτα μου. Εξάλλου πάντα βρίσκεις κάτι να αγοράσεις εκεί. Βγαίνω από το σουπερμάρκετ με μια γεμάτη τσάντα. Μάλιστα, τα κατάφερα πάλι να βρω πράγματα για το σπίτι.

 

Περνώ δίπλα από ένα κατάστημα με ρούχα και χαζεύω. Τα ρούχα δεν λένε τίποτα, αλλά εντοπίζω ένα χαριτωμένο γυναικείο καπέλο για τα κρύα του χειμώνα που κάποτε θα έρθει. Θα περάσω να το πάρω την επόμενη εβδομάδα.


Βγαίνω στον κεντρικό δρόμο και πάω στο καφέ της Αλβανής που έχει τέσσερα στριμωγμένα τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο για μας τους καπνιστές. Παραγγέλνω ένα χυμό πορτοκάλι που έχω βαρεθεί να πίνω τόσο καιρό, όμως πρέπει να πάρω τη βιταμίνη μου, βιταμίνη C.

 

Σάββατο απόγευμα, κάπου 6.30 μμ και νομίζεις πως είναι αργά το βράδυ. Τα μαγαζιά, κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, όλα κλειστά. Ο κεντρικός δρόμος που, όταν αυτά είναι ανοιχτά, σφύζει από ζωή, απόψε είναι έρημος.

 

Περνούν κάθε τόσο αυτοκίνητα και χάνονται. Μέσα τους διακρίνω νεαρά ζευγάρια. Οι πεζοί ελάχιστοι. Δυο κορίτσια. Ένα κορίτσι. Δυο γονείς και ο γόνος τους σε ένα καροτσάκι.

 

Στο διπλανό τραπεζάκι δεξιά μου κάθεται ένας γέροντας και μια μαραμένη γυναίκα. Περνά κάποια γνωστή τους, κοντοστέκεται και μιλούν για λίγο. Ακούω πολύ καλά τι λένε, αλλά αρνούμαι να τα συγκρατήσω στη μνήμη μου. Δεν λένε τίποτα ενδιαφέρον.

 

Στο τραπεζάκι αριστερά μου οι καθιερωμένοι Αλβανοί μιλάνε στη γλώσσα τους. Αυτό το καφέ το έχουν καταλάβει οι μέτοικοι εξ Αλβανίας. Δεν με ενοχλεί καθόλου ούτε κι αυτοί με ενοχλούν. Κάθε φορά που κάθομαι εκεί, με κοιτάζουν με κάποιο συγκρατημένο δέος, πώς γίνεται μια κυρία αριστοκράτισσα να καταδέχεται να κάθεται σ’ αυτό το περιθωριακό καφέ; Έτσι με βλέπουν αυτοί, αριστοκράτισσα.

 

Καπνίζω το τσιγάρο μου και χαζεύω τον δρόμο ανέκφραστη.

 

Ο γέροντας και η μαραμένη γυναίκα από δεξιά αποφασίζουν κάποια στιγμή να φύγουν.

 

-Όμως τώρα θέλω τη βοήθειά σου, τον ακούω να λέει στη γυναίκα.

 

Ναι, αυτή τη φράση την συγκράτησα στη μνήμη μου.

 

Η γυναίκα τον βοηθά να σηκωθεί. Δεν τους βλέπω, αλλά συναισθάνομαι τις κινήσεις τους. Διασχίζουν τον άδειο δρόμο και τώρα τους βλέπω. Ο γέροντας στηρίζεται σε ένα μπαστούνι που καταλήγει σε τρία σιδερένια πόδια. Η γυναίκα δίπλα του κρατά το χέρι της σηκωμένο, έτοιμη να τον πιάσει, αν ταλαντευθεί επικίνδυνα. Πρέπει μάλλον να είναι κάποια που πληρώνεται για να τον προσέχει.

 

Μετά από λίγο σηκώνομαι κι εγώ. Γυρίζω σπίτι μου. Ταχτοποιώ τα ψώνια μου, αλλά αρνούμαι να ξεβαφτώ και να αλλάξω ρούχα.

 

Θέλω να μείνω ακόμα λίγο έτσι, καλοντυμένη και βαμμένη.

 

Δεν ξέρω γιατί το κάνω.



Σιμωνίδης ο Κείος, απ.520 Page


 Μικρή είναι των ανθρώπων η δύναμη


κι οι έγνοιες τους  χωρίς ωφέλεια καμιά.


Στη σύντομη ζωή τους


θλίψη δίπλα στη θλίψη


κι ο θάνατος ο αναπόφευκτος


όμοια πάνω από όλους επικρέμαται.


Και στους καλούς και στους κακούς


ίσο μερίδιο έχει κληρωθεί.



 

νθρώπων λίγον μν


κάρτος, πρακτοι δ μεληδόνες,


αἰῶνι δ ν παύρωι πόνος μφ πόνωι·


δ φυκτος μς πικρέμαται θάνατος·


κείνου γρ σον λάχον μέρος ο τ γαθο


στις τε κακός.



Μεταφορά στα νέα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου.


22/11/25

Φοβάμαι

Φοβάμαι,


μήπως φοβηθείς.