Και τώρα
που άρχισε η κατάβαση,
προσεχτικά
πολύ πατώ τις πέτρες και το χώμα.
Γύρω
γκρεμοί και βάραθρα θανατηφόρα.
Αντίο Ζωή.
Δεν μου χάρισες τίποτα,
δεν σου
χρωστώ,
δεν μου
χρωστάς.
Και τώρα
που άρχισε η κατάβαση,
προσεχτικά
πολύ πατώ τις πέτρες και το χώμα.
Γύρω
γκρεμοί και βάραθρα θανατηφόρα.
Αντίο Ζωή.
Δεν μου χάρισες τίποτα,
δεν σου
χρωστώ,
δεν μου
χρωστάς.
Ορκίστηκε στην Ιωνίδα ο Καλλίγνωτος
ότι ποτέ δεν θα έχει φίλη ή φίλο καλύτερους από
εκείνη.
Το ορκίστηκε. Αλλά αλήθεια λένε πως οι όρκοι οι
ερωτικοί
να μπουν στα αφτιά των αθανάτων δεν μπορούν.
Τώρα αυτός καίγεται από αρσενική φωτιά.
Αλλά για το άτυχο κορίτσι όπως οι Μεγαρείς
ούτε κουβέντα ούτε θύμηση.
*
Μεταφορά στα Νέα Ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου.
Ο τελευταίος στίχος παραπέμπει στον χρησμό που δόθηκε στους Μεγαρείς, όταν κάποτε, θεωρώντας ότι ήσαν οι καλύτεροι των Ελλήνων, ρώτησαν το μαντείο των Δελφών τίνες κρείττονες τυγχάνοιεν (ποιοι είναι οι καλύτεροι). Η απάντηση του μαντείου, αφού προηγουμένως απαριθμούσε διάφορους άλλους, κατέληγε ως εξής:
"ὑμεῖς δ᾽, ὦ Μεγαρεῖς, οὔτε τρίτοι οὔτε τέταρτοι / οὔτε δυωδέκατοι οὔτ᾽ ἐν λόγῳ οὔτ᾽ ἐν ἀριθμῷ".
ὤμοσε Καλλίγνωτος Ἰωνίδι μήποτ᾽ ἐκείνης
ἕξειν μήτε φίλον
κρέσσονα μήτε φίλην.
ὤμοσεν· ἀλλὰ λέγουσιν ἀληθέα τοὺς ἐν ἔρωτι
ὅρκους μὴ δύνειν οὔατ᾽ ἐς ἀθανάτων.
νῦν δ᾽ ὁ μὲν ἀρσενικῷ θέρεται πυρί, τῆς δὲ ταλαίνης
νύμφης ὡς Μεγαρέων οὐ λόγος οὐδ᾽ ἀριθμός.
.
Και τώρα
εσείς
ετοιμαστείτε
να με προδώσετε
κι έπειτα
ανάμεσα στα αγριεμένα πλήθη
σαν
φοβισμένα σκυλιά να ανακατευτείτε.
Μα στους αιώνες που έρχονται
θα γίνετε
διάσημοι,
οι οπαδοί
μου εκατομμύρια
θα κυριέψουν
ολόκληρη τη Γη
και θα με
στέψουν βασιλιά του Κόσμου.
Για χάρη μου
όπως και για δική σας χάρη,
σας το
λέω από τώρα,
θα γίνουν οι μεγαλύτερες θηριωδίες
στο όνομα της αγάπης.
Κι εγώ το
ξέρω:
Άδικα σταυρώνομαι.
Μετά την προθανάτια εμπειρία μου και
όλα τα σχετικά που με επανέφεραν στη ζωή ( να εξηγούμαστε, παράταση μου δόθηκε,
το τέλος είναι εκεί πιο κάτω και κάθεται ήσυχο και με περιμένει), τελικά άρπαξα και
έναν κορονοϊό στο ΚΑΤ και δεν το πήρα είδηση, νόμιζα πως τα συμπτώματα ήταν από
την περιπέτειά μου.
Μου κόπηκε η όρεξη μαχαίρι. Έβλεπα
φαγητό και γύριζα αλλού τα μούτρα μου. Έπεφτα να κοιμηθώ νηστική και διόλου δεν
μ’ ένοιαζε. Γύρισα σπίτι μου, τα ίδια.
Κάποια στιγμή σε μια εξέταση είδα πως
είχα κολλήσει Κόβιντ. Ελαφρός, διακριτικός, κύριος, δεν μπορώ να πω. Καμιά άλλη
ενόχληση δεν είχα πλην της ανορεξίας – και εδώ που τα λέμε δεν με πείραζε
καθόλου, άντε να φύγουν και μερικά κιλά, ευκαιρία ήταν.
Τέλος πάντων, πέρασε η θύελλα,
συνήλθα- δηλαδή συνέρχομαι, έχω ακόμα κάτι κατάλοιπα- κοιτάζω στον καθρέφτη,
βλέπω ένα σώμα αδυνατισμένο. Χμ… για να δω, αν μου κάνουν εκείνα τα παντελόνια
που κάθονται άπρακτα στις κρεμάστρες εδώ και κάποια χρόνια και τα κοιτάζω με
πόνο ψυχής. Τα φοράω, μου κάνουν και είναι και χαλαρά. Τρελάθηκα από τη χαρά
μου.
Για να δω κι εκείνα τα μπουφάν και τα
παλτά που κρέμονται στις ντουλάπες μου αχρηστευμένα από τα λίπη μου. Τα φοράω
και είναι τέλεια, κουμπώνουν και πέφτουν πάνω μου με χάρη σαν καινούργια.
Τι χαρά ήταν αυτή, Παναγία μου!
Βέβαια θα μου πείτε ότι αδυνάτισα με
τον χειρότερο τρόπο. Εντάξει, αλλά να που βγήκε και κάτι καλό από αυτή την
τρομερή ιστορία.
Βγαίνω τώρα και φορώ αυτά τα ρούχα με
τέτοιο καμάρι, λες και είναι καινούργια. Δέκα και πάνω χρόνια είχα να τα
φορέσω. «Θα τα βάλω, αν αδυνατίσω ποτέ», σκεφτόμουν και τα κοίταζα με καημό, όποτε άνοιγα τη ντουλάπα μου.
Και προχθές που βγήκα για καφέ, πάω
να σηκωθώ από τη θέση μου και γλιστρά το παντελόνι μου και πέφτει ως τους αστραγάλους. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς εκεί γύρω και δεν έγινα ρεζίλι. Το μαζεύω στα
γρήγορα και γυρίζω σπίτι κρατώντας το διακριτικά από τη μέση..
Και μη μου λέτε να τρώω τώρα για να δυναμώσω. Τρώω καθημερινά κρέας και άλλα συνοδευτικά, τρώω και φρούτα, όλα με μέτρο, παίρνω τις βιταμίνες και τα χάπια μου.
Δεν θα τα ξαναπάρω αυτά τα κιλά.
Τέλειωσε!
Και θα χάσω κι άλλα.