16/11/24

Όσο κρατήσει

 



 

Περπατά με δυσκολία.

Τα πόδια της δεν αντέχουν πια το βάρος της. Πονάνε. Περπατά κάπως σκυφτή, σαν να τη διευκολύνει μια ιδέα αυτή η στάση.

 

Νιώθει κουρασμένη από τα πρώτα κιόλας βήματα. Αλλά έχει μάθει τις διαδρομές, τις έχει ελέγξει, ξέρει ότι στη στροφή του ανηφορικού δρόμου υπάρχει ένα πεζούλι. Θα καθίσει εκεί πέντε λεπτά και μετά θα συνεχίσει.

 

Πιο πάνω υπάρχει μια στάση λεωφορείου. Θα καθίσει κι εκεί πέντε λεπτά και μετά θα καταφέρει να φτάσει στον προορισμό της. Σε άλλη διαδρομή έχει εντοπίσει τα παγκάκια. Κάθεται κι εκεί για λίγο και μετά συνεχίζει. Πεζούλια, στάσεις λεωφορείων, παγκάκια, όλα τα έχει εντοπίσει και τα χρησιμοποιεί.

 

Έτσι κι αλλιώς οι διαδρομές της είναι τώρα μετρημένες, όλες γύρω εκεί στη γειτονιά. Αν πρέπει να πάει μακρύτερα, παίρνει ταξί.

 

Μερικές φορές κάθεται σε κάτι υπαίθρια καφέ που τώρα τελευταία έχουν ξεφυτρώσει στη γειτονιά, παίρνει ένα εσπρέσο και καπνίζει δυο τσιγάρα χαζεύοντας γύρω της.

 

Δεν αναπολεί τίποτα από το παρελθόν της. Όταν πάει να το κάνει, μια άλλη φωνή μέσα της πετάγεται και της λέει: «Τότε είχες άλλα βάσανα».

 

Η ζωή είναι πιο ωραία τώρα. Το παρελθόν έτσι κι αλλιώς κείτεται νεκρό. Το παρόν είναι που έχει σημασία. Κι ας δυσκολεύεται στο βάδισμα. Φορά τα σκουλαρίκια της, βάφει τα χείλια της και βγαίνει.

 

«Όσο κρατήσει», σκέφτεται.



(Μικρές ιστορίες)

 

13/11/24

Εκείνοι που ποτέ δεν θα υπάρξουν



Εκείνοι που ποτέ δεν θα υπάρξουν


στέκονται σαν σκιές σε τόπους,


όπου δεν φυσά ο αέρας,


σε τόπους χωρίς φως,


είναι ακίνητοι


χωρίς αισθήματα


και χωρίς σκέψεις,


προ – πλάσματα,


με ένα περίγραμμα ασαφές.


 

Περνούν οι αιώνες


και κάποτε σωριάζονται οι σκιές τους,


κατακρημνίζονται σε βάραθρα,


γίνονται σκόνη,


ύστερα εξαφανίζονται εντελώς.


 

Χάθηκαν έτσι αυτοκράτορες


και στρατηλάτες,


χάθηκαν ποιητές,


άγιοι που δεν αξιώθηκαν τους ουρανούς


και στρατιώτες


που δεν σκοτώθηκαν στο πεδίο της τιμής,


χάθηκαν κλέφτες και κακούργοι,


πόρνες, φονιάδες και ληστές


και πολλοί άνθρωποι ασήμαντοι,


άσχημοι, όμορφοι,


πολλοί κουτοί, πολλοί ευφυείς.


 

Αυτοί που δεν υπήρξαν,


που δεν θα υπάρξουν,


αυτοί που δεν γεννήθηκαν,


που δεν θα γεννηθούν


-το έχετε σκεφτεί;-


δεν είναι σαν κι εμάς


τους μελλοθάνατους.



 










9/11/24

Το κίνημα 4Β

 



 

Το κίνημα αυτό ξεκίνησε αρχικά από τη Νότιο Κορέα ως κίνημα διαμαρτυρίας κατά της επιδημίας spycam, κατά την οποία οι δράστες βιντεοσκοπούσαν γυναίκες κατά τη διάρκεια του σεξ ή ενώ ουρούσαν χωρίς τη γνώση ή τη συγκατάθεσή τους.

 

Τέσσερις είναι οι βασικές και αδιαπραγμάτευτες αρχές του 4Β:

 

1. Bihon: Όχι στον γάμο με άνδρες.

2. Bichulsan: Όχι στην τεκνοποίηση.

3. Biyeonae: Όχι στα ραντεβού/φλερτ με άνδρες.

4. Bisekseu: Όχι στις σεξουαλικές σχέσεις με άνδρες.


Το κίνημα 4Β εξαπλώνεται, ως φαίνεται, και σε άλλες χώρες με πρώτη και καλύτερη τις ΗΠΑ. Εννοείται αυτό.

 

Ο Αριστοφάνης στη «Λυσιστράτη» του κάνει την πλάκα του με ένα παρόμοιο θέμα, ώστε να συνετίσει τους συμπολίτες του που είχαν αφηνιάσει με τον πόλεμο, και κάνοντάς τους παράλληλα να σκάσουν από τα γέλια με την απόφαση των γυναικών να απαγορέψουν το σεξ στους συζύγους τους.

 

Μάλλον κι εμείς πρέπει να σκάσουμε στα γέλια από τις σύγχρονες Λυσιστράτες που δεν βρήκαν άλλο τρόπο να εξισωθούν με τους άνδρες παρά μόνο να κάθονται μοναχές, στερημένες, άγαμες, άτεκνες και να τιμωρούν τον εαυτό τους για να μάθουν οι άνδρες να τις σέβονται.

 

Είναι σαν να σου ρίχνει τον φράχτη ο γείτονάς σου κι εσύ για να τον εκδικηθείς ρίχνεις όλο τον φράχτη του σπιτιού σου.

 

Οι άνδρες δεν έχουν πρόβλημα: υπάρχει το σεξ επ’ αμοιβή. Κάποιοι θα γίνουν ομοφυλόφιλοι, ενώ δεν το είχαν σκοπό. Κι αν θέλουν παιδί, υπάρχουν και εκείνες που  θα τους εξυπηρετήσουν πρόθυμα, αν πληρωθούν. Όσο για τις κυρίες του 4Β, ας κάθονται στη μοναξιά τους βράζοντας στο ζουμί τους.

 

Με άλλους τρόπους θα φτάσουμε στην ισότητα των δύο φύλων, κυρίες του 4Β, αλλά δεν έχετε μυαλό να τους σκεφτείτε.

 

Ας γελάσουμε λοιπόν με τα καμώματά σας, όπως γελούσαν οι Αθηναίοι παρακολουθώντας τη φανταστική Λυσιστράτη.

 

8/11/24

Αυτόχειρες ποιητές

 




Οι ποιητές που αυτοκτόνησαν


πονούσαν πολύ,


η ψυχή τους παράδερνε στα βράχια,


ο κόσμος που έβλεπαν τα μάτια τους


ήταν γεμάτος κόκαλα νεκρών.


Δεν είχαν πού να ακουμπήσουν,


στέκονταν χρόνια όρθιοι


σαν δέντρα με ρίζες βαθιές


που ανέβαζαν στο στόμα τους


πικρά φαρμάκια.


 

Πονούσαν πολύ oι αισθήσεις τους


και ήταν και κείνο το άγριο σφύριγμα του ανέμου


που όλα τα τσάκιζε


κι είπαν να φύγουν,


άλλο δεν αντεχόταν τόσος πόνος,


το σώμα εδώ


και η ψυχή τους ξεκολλημένη,


κομματιασμένη πάνω στα βράχια.