30/9/24

Η δικαίωση της Ελεονώρας

 

 



Λίγο πριν ξεψυχήσει η Ελεονώρα, χρόνια φαγωμένη από την αρρώστια και σκιά του παλιού εαυτού της, ήρθε ο Άγγελος του Θανάτου και στάθηκε από πάνω της.


-Κουράγιο, Ελεονώρα, της είπε, σε λίγο θα σε πάρω αποδώ.


Οι άλλοι που παράστεκαν γύρω γύρω δεν είδαν φυσικά τίποτα και νόμισαν ότι η άρρωστη παραμιλούσε. Αλλά η Ελεονώρα μιλούσε με τον Άγγελο.


-Πού θα με πας; τον ρώτησε.


-Θα σε πάω στο τίποτα, είπε ο Άγγελος.


Τότε εκείνη άρχισε να κλαίει και να λέει:


-Σ’ όλη μου τη ζωή έζησα τίμια και υπέφερα πολλά. Νόμιζα λοιπόν πως τώρα που ήρθε η ώρα μου, θα πήγαινα στις αγκάλες του Κυρίου.


Ο Άγγελος τής απάντησε:


-Ελεονώρα, μη γίνεσαι αχάριστη. Τόσα χρόνια ήσουν στις αγκάλες του Κυρίου. Δεν μπορείς όμως να μείνεις αιώνια εκεί. Είναι κι άλλοι που περιμένουν τη σειρά τους.


-Και ο Παράδεισος, η Κόλαση; ρώτησε αυτή. Ψέματα ήταν όσα μας έμαθαν οι παλαιότεροι;


Τότε ο Άγγελος χαμογέλασε και είπε:


-Ελεονώρα, σ’ όλη σου τη ζωή υπήρξες τυφλή. Τώρα πεθαίνεις από τη φριχτή αρρώστια σου κι ακόμα δεν κατάλαβες ποιος είναι ο Κύριος, στο βασίλειο του οποίου καταναλώθηκες.


Η Ελεονώρα άνοιξε διάπλατα τα μάτια και κοίταξε με τρόμο τον Άγγελο.


-Ναι, είπε αυτός, σωστά μάντεψες. Αλλά μη φοβάσαι, γιατί έφτασες πια στο τέλος.


Σήκωσε τη ρομφαία του και με μια γρήγορη σπαθιά έκοψε την ψυχή της και την πήρε μαζί του στην ανυπαρξία.


(Μικρές ιστορίες)





29/9/24

Λάθη

 







Με λάθη αμέτρητα


είναι γεμάτη η ζωή μου.


Στραβές κινήσεις έκανα,


λόγια ακατάλληλα είπα,


σε μονοπάτια σκοτεινά


και αλλόκοτα περπάτησα.


 

Κι όλα έγιναν λάθος.


 

Όμως για τίποτα δεν έχω μετανιώσει.


Πάλι αν γεννιόμουν,


πάλι τα ίδια λάθη θα έκανα.


Γιατί αυτή είναι η φύση μου.


 

Και τελικά,


όχι, δεν έκανα κανένα λάθος,


έκανα ό,τι ποθούσε η ψυχή μου.


 

Αν είναι αυτή το λάθος,


δεν ευθύνομαι.



27/9/24

Σαπφώ: "Όταν σε δω" (απ.31 Lobel/Page)

 


 

Ίσος με τους θεούς πως είναι


μου φαίνεται κείνος ο άντρας


που  απέναντί  σου κάθεται


και τη γλυκιά φωνή σου,


τα ερωτικά γελάκια σου


ακούει, έτσι κοντά σου που είναι.


Κι αυτό, αλήθεια σου το λέω,


έχει στο στήθος την καρδιά μου αναστατώσει,


γιατί, όταν σε δω,


σαν σε θηλειά πιασμένη η φωνή μου


πια δεν μπορεί να βγει,


αλλά ένα αγκάθι κάνει τη γλώσσα μου κομμάτια


κι αμέσως μια σιγανή φωτιά απλώνεται κάτω απ’ το δέρμα μου,


τα μάτια μου δεν βλέπουν τίποτα


κι έχω ένα βουητό στ’ αφτιά μου,


κρύος ιδρώτας περιχύνει το κορμί μου


και μ’ έχει πιάσει ολόκληρη ένα τρέμουλο,


πιο κίτρινη κι απ’ το χορτάρι είμαι


και νιώθω πως σχεδόν πεθαίνω.


 

Αλλά θα τα υπομείνω όλα.








Φαίνεταί μοι κῆνος ἴσος θέοισιν

ἔμμεν᾽ ὤνηρ, ὄττις ἐνάντιός τοι

ἰσδάνει καὶ πλάσιον ἆδυ φωνεί-

σας ὐπακούει

 

5

καὶ γελαίσ‹ας› ἰμέροεν. τό μ᾽ ἦ μάν

καρδίαν ἐν στήθεσιν ἐπτόαισεν.

ὢς γὰρ ἔς σ᾽ ἴδω βρόχε᾽, ὤς με φώνη-

σ᾽ οὖδεν ἔτ᾽ εἴκει,

 

ἀλλὰ κὰμ μὲν γλῶσσα ἔαγε, λέπτον

10

δ᾽ αὔτικα χρῶι πῦρ ὐπαδεδρόμακεν,

ὀππάτεσσι δ᾽ οὖδεν ὄρημμ᾽, ἐπιρρόμ-

βεισι δ᾽ ἄκουαι,

 

ἀ δέ μ᾽ ἴδρως κακχέεται, τρόμος δέ

παῖσαν ἄγρει, χλωροτέρα δὲ ποίας

15

ἔμμι, τεθνάκην δ᾽ ὀλίγω ᾽πιδεύης

φαίνομ᾽ ἔμ᾽ αὔται·

 

ἀλλὰ πᾶν τόλματον





25/9/24

Valerius Aedituus

 

Παμφίλη, όταν προσπαθώ


την έγνοια της καρδιάς μου να σου πω,


τι θα’ θελα από σένα,


σβήνουν τα λόγια από τα χείλη μου


και στάζει ξαφνικά στο στήθος μου ο ιδρώτας:


έτσι βουβός  και φουντωμένος χάνομαι,


γιατί με πιάνουν οι ντροπές.


 

 

Dicere cum conor curam tibi, Pamphila, cordis,


quid mi abs te quaeram, verba labris abeunt,


per pectus manat subito mihi sudor:


sic tacitus, subidus, dum pudeo, pereo.


 

Valerius Aedituus


Ρωμαίος ποιητής του 1ου π.Χ. αιώνα.