29/2/24

17. Τραγούδια και χοροί ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

 







Στο σπίτι έχουμε ραδιόφωνο, μάρκα Φίλιπς. Ραδιόφωνο έχουν πολύ λίγοι στη γειτονιά,  μόνο η κυρία Σοφία από δίπλα και οι Παπαδάκηδες.

 

«Τώρα όμως είμαστε πλούσιοι!», είπα ενθουσιασμένη στον μπαμπά μου, όταν το έφερε. Αυτός χαμογέλασε και δεν μου απάντησε, η μαμά όμως με μάλωσε  και μου είπε να μη λέω τέτοια πράγματα και πως δεν είμαστε πλούσιοι, είμαστε σαν όλους τους άλλους. Αλλά εγώ δεν την πιστεύω, έτσι τα λέει αυτά για να μην παίρνω αέρα. Όμως εμείς δεν μοιάζουμε με τους εργάτες των ταμπάκικων, είμαστε καλοντυμένοι και η μαμά φορά χρυσά δαχτυλίδια και έχει ένα ολόχρυσο βραχιόλι που το φορά, όταν βγαίνουν τα βράδια με τον μπαμπά.

 

Τώρα που έχουμε ραδιόφωνο, ακούω όλα τα τραγούδια και τα μαθαίνω απέξω. Τα δημοτικά τα βαριέμαι, αλλά αυτά αρέσουν στον μπαμπά και τα βάζει συνέχεια, γιατί θυμάται την πατρίδα του. Ο μπαμπάς δεν είναι αποδώ, είναι από την Πελοπόννησο κι εκεί ακούνε καλαματιανά και τσάμικα που εδώ δεν τα ακούν, εδώ έχουν άλλα δημοτικά, πεντοζάλη και σούστα,  που ούτε κι αυτά μου αρέσουν, αυτά τα ακούνε οι χωριάτες.

 

Καμιά φορά τα βράδια που το ραδιόφωνο παίζει καλαματιανά και τσάμικα, ο μπαμπάς σηκώνεται, με παίρνει από το χέρι και χορεύουμε στην κουζίνα και η μαμά μάς κοιτάζει και κοροϊδεύει τον μπαμπά, λέει πως είναι χορευτής της κουζίνας, γιατί δεν χορεύει έξω, μόνο εδώ μέσα χορεύει.

 

Ψέματα λέει όμως, γιατί, όταν πάμε στα κέντρα, ο μπαμπάς χορεύει ταγκό και βαλς με τη μαμά κι αν πάμε σε κανένα γλέντι, χορεύει και καλαματιανά και τσάμικα. Κι εγώ σηκώνομαι μαζί του και χορεύω, μου έχει μάθει τα βήματα και χορεύουμε πολύ ωραία.

 

Και στα κέντρα, όταν με παίρνουν μαζί τους, χορεύω κι εγώ με τον μπαμπά ταγκό και βαλς και καμιά φορά με σηκώνουν και οι φίλοι τους και χορεύω μαζί τους. Έχει και φωτογράφους στα κέντρα που μας παίρνουν φωτογραφίες.

 

Στα κέντρα πάμε, όταν είναι Απόκριες ή Πρωτοχρονιά. Πάνω εκεί που είναι το δάσος με τα πεύκα, στο Ακρωτήρι, είναι η «Νεράιδα», πολύ ωραίο κέντρο, τρώμε και μετά χορεύουμε και φοράμε αποκριάτικα καπέλα και πετάμε σερπαντίνες και κομφετί. Είναι και η «Χονολουλού» που είναι λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας, δίπλα στη θάλασσα. Φέρνει τραγουδιστές από την Αθήνα και τραγουδούν κι εμείς χορεύουμε.

 

Την Καθαρά Δευτέρα πάμε στον «Γλάρο», ένα κέντρο έξω από την πόλη που είναι κι αυτό δίπλα στη θάλασσα. Πάμε από το πρωί και έρχονται όλοι οι φίλοι των γονιών μου και περνάμε πολύ ωραία όλη την ημέρα. Τα παιδιά πάμε στην παραλία και παίζουμε με την άμμο, κυλιόμαστε, γεμίζουν άμμο τα ρούχα μας και τα παπούτσια μας, μέχρι και στα μαλλιά μας μπαίνει. Μετά γυρίζουμε στο κέντρο και φωνάζει η μαμά που είμαι πάλι βρόμικη.



***


Στις φωτογραφίες:


Απόκριες στη "Νεράιδα". Ένας οικογενειακός φίλος τελών εν ευθυμία χορεύει με την πιτσιρίκα.


Απόκριες στη "Χονολουλού". Ο μπαμπάς δεύτερος εξ αριστερών (με τα γυαλιά), η μαμά πέμπτη εξ αριστερών (με το αποκριάτικο καπέλο). Η πιτσιρίκα πρώτη εκ δεξιών.



(Συνεχίζεται)




28/2/24

Μοίρα

 





Υπάρχει κάτι που λέγεται Μοίρα κι αυτά τα τσιτάτα που κυκλοφορούν και τα έχουμε βαρεθεί μέχρι τα βάθη της ψυχής μας ότι τάχα ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη ζωή του κι ότι μπορούμε να φτάσουμε το όνειρό μας, αν αγωνιστούμε  και άλλα παρόμοια είναι σκουπίδια για τον κάδο των αχρήστων.

 

Γιατί είναι Μοίρα σου, αν θα γεννηθείς στη Μποτσουάνα ή στην Ελβετία, αν θα γεννηθείς αρσενικός ή θηλυκιά, πλούσιος ή φτωχός, όμορφος ή άσχημος, γερός ή φιλάσθενος, ορφανός ή με γονείς και πάει λέγοντας.

 

Και είναι Μοίρα σου, αν έχεις τα κότσια να τα βάλεις με τη Μοίρα σου ή να την αποδεχτείς. Αλλά όσα κότσια κι αν έχεις, αν είσαι μαύρος, μαύρος θα μείνεις, αν είσαι φιλάσθενος, φιλάσθενος θα μείνεις, αν είσαι ορφανός, ορφανός θα μείνεις.

 

Κι αυτά τα λαμπρά παραδείγματα ανθρώπων που ξεκίνησαν από το μηδέν και έφτασαν στην κορυφή είναι που η Μοίρα τους τούς είχε εφοδιάσει με γερά κότσια, δεν τα βρήκαν στον δρόμο. Και είναι λίγοι, πολύ λίγοι αυτοί μπροστά στα δισεκατομμύρια των άλλων ανθρώπων που η Μοίρα τους τούς καθήλωσε εκεί που εκείνη ήθελε, λοιπόν ας μη λέμε κουταμάρες.

 

Και όταν λέμε Μοίρα, δεν εννοούμε βέβαια καμιά θεότητα αλλά μια συμπλοκή αμέτρητων παραγόντων και συμπτώσεων που ήρθαν κι έδεσαν και έφτιαξαν εσένα.

 

Την πολεμάς τη Μοίρα σου, αν είναι κακή, και καλά κάνεις. Την πολεμάς, όσο εκείνη σου επιτρέπει. Μπορεί να σου παραχωρήσει κάτι καλό, μπορεί και όχι. Πώς να τα βάλεις με τους αμέτρητους παράγοντες και τις αμέτρητες συμπτώσεις;

 

Κάποτε κάπου ανοίγεται μπροστά σου μια πορτούλα και πετάγεσαι έξω πανευτυχής. Νιώθεις νικητής. Σου χαμογέλασε η Μοίρα και νιώθεις όμορφα.

 

Πιο κάτω όμως δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί. Μπορεί να μη σου συμβεί τίποτα κακό και ολοένα να ανοίγονται πορτούλες μπροστά σου που σιγά σιγά θα γίνονται πόρτες, θα γίνονται θύρες, θα γίνονται Πύλες.

 

Ε, ναι, είσαι πολύ τυχερός, φίλε μου, πολύ τυχερός, έχεις καλή Μοίρα. Άλλοι στη θέση σου παλεύουν να ανοίξουν μια πορτούλα μόνο κι αυτή μένει κλειστή σε όλη τη ζωή τους.

 

Κι αν πια η Μοίρα σου είναι έτσι ευνοϊκά πλεγμένη, θα πεθάνεις σε βαθιά γεράματα μέσα σε δόξες και τιμές. Καλομοίρης.

 

Ο άλλος πάλι, ο κακομοίρης, αφού φάει τα χρόνια του πασχίζοντας να ανοίξει μια πορτούλα και δεν τα καταφέρει, θα πεθάνει με το παράπονο.

 

Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία, αυτή που θα την έλεγα Μοίρα του Μεγάλου Ναπολέοντα. Μια Μοίρα γενναιόδωρη που ξαφνικά στραβώνει τα μούτρα της και σε πετά στο νησί της Αγίας Ελένης να πεθάνεις άδοξα.

 

Ή του Μεγάλου Αλέξανδρου που σε στερεώνει αιώνιο στην Ιστορία και στα τριάντα τρία σου χρόνια σού παίρνει τη ζωή.

 

Κι ας μην αρχίσουμε τα: αν δεν έκανε αυτό ή εκείνο, αν απέφευγε εκείνο ή αυτό, όλα θα εξελίσσονταν διαφορετικά. Δεν έκανε αυτό ή εκείνο, δεν απέφυγε εκείνο ή αυτό, γιατί η Μοίρα του είχε καθορίσει τον χαρακτήρα του στα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του και τα γονίδιά του τα είχε προκαθορίσει κι αυτά, πριν ακόμα γεννηθεί.

 

Και γι’ αυτό θα έκανε οπωσδήποτε αυτό ή εκείνο και θα απέφευγε οπωσδήποτε εκείνο ή αυτό.

 

 

 

26/2/24

Κι αν έκανα λάθος;

 

Κι αν έκανα λάθος;


Αν εσύ με αγάπησες


κι εγώ προσπέρασα


ανύποπτη;


Ποια Μάρθα,


ποια Μαγδαληνή


θα πλύνει τώρα την πληγή σου;



 

25/2/24

16. Χειμώνας ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 




Χιόνι δεν έχω δει ποτέ μου παρά μόνο στις φωτογραφίες και στον κινηματογράφο.


Τον χειμώνα η μαμά ανάβει το μαγκάλι στην κουζίνα και καθόμαστε κοντά του και ζεσταινόμαστε. Όλοι μαγκάλια έχουν, εκτός από τον προϊστάμενο του μπαμπά που στο σπίτι του έχει σόμπα πετρελαίου. Μας καλεί για τσάι μερικές φορές. Είναι καλός άνθρωπος και λέει αστεία.


Μια μέρα έκανε πολύ κρύο κι έπεσαν από τον ουρανό κάτι χοντρά κομμάτια που εγώ νόμιζα πως ήταν χιόνι. Η μαμά έφερε μέσα ένα και μουρμούριζε «Κύριε ελέησον! Πάγο ρίχνει!» Απογοητεύτηκα, γιατί εγώ ήθελα να δω χιόνι.


Έχουμε και πολύ αέρα εδώ που μπαίνει από τις χαραμάδες του σπιτιού και σφυρίζει, άλλοτε σιγανά, άλλοτε δυνατά σαν μας φωνάζει. Μ’ αρέσει πολύ να τον ακούω. Είναι σαν να μας μιλά. Και τα βράδια που πάω για ύπνο με νανουρίζει. Ακούω και τη θάλασσα να μουγκρίζει και μ' αρέσει.


Και βροχή. Έχουμε πολλή βροχή. Άμα βρέχει, φοράω τις γαλότσες μου για να πάω σχολείο. Και τον μουσαμά μου που έχει κουκούλα και δεν βρέχομαι. 


Α, ψέματα είπα! Έχω δει χιόνι στα Λευκά Όρη που υψώνονται πέρα μακριά, πίσω από την πόλη μας.

 

(Συνεχίζεται)