7/1/24

Αρχίλοχος, απ. 8 West

 



 


 

Μέσα στα πέλαγα της άσπρης θάλασσας


με τα κυματιστά μαλλιά


πολλά τα παρακάλια μας


για τη γλυκιά επιστροφή…




Πολλά δ’ ευπλοκάμου πολις λς ν πελάγεσσι

θεσσάμενοι γλυκερν νόστον…




Μεταφορά στα νέα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου



5/1/24

7. Πολιτική ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

1.    


 

Ο μπαμπάς μου είναι δημόσιος υπάλληλος και διαβάζει την Καθημερινή. Ο Φαρούκ από δίπλα διαβάζει την Απογευματινή και οι Παπαδάκηδες μια εφημερίδα που τη λένε Αυγή. Εμένα η Καθημερινή δεν μου αρέσει, είναι πολύ βαρετή εφημερίδα, η Απογευματινή του Φαρούκ είναι καλύτερη, έχει πολλές φωτογραφίες και δείχνει και τις ωραίες κοπέλες που θέλουν να γίνουν Σταρ Ελλάς, τις έχει όλες με μαγιό και είναι πολύ όμορφες.

 

Μια μέρα που η μαμά έπινε καφέ με την κυρία Σοφία και μιλούσαν για τη νέα Σταρ Ελλάς που είχε βγει, σκέφτηκα πως έχει παντού ωραίες κοπέλες, αλλά κανείς δεν τις ξέρει, γιατί δεν είναι διάσημες. Βρήκα πολύ σπουδαία αυτή τη σκέψη μου και τους την είπα. Και τότε η μαμά με κοίταξε καλά- καλά και μου είπε: «Σαν εσένα, ας πούμε» κι έβαλαν κι οι δυο τα γέλια. Εγώ ντράπηκα και θύμωσα, γιατί άλλο ήθελα να πω, ότι παντού βρίσκει κανείς όμορφες, αλλά επειδή δεν είναι διάσημες, κανείς δεν τις ξέρει. Δεν είπα όμως τίποτα, αφού αυτές γελούσαν.

 

Τέλος πάντων.

 

Λοιπόν, ο μπαμπάς μου ένα βράδυ που μιλούσε με τη μαμά μου κι εγώ είχα στήσει αυτί, της έλεγε πώς κάποιος ανώτερος τού έκανε παρατήρηση, επειδή έχουμε φίλους τους Παπαδάκηδες που είναι κομμουνιστές και μήπως είναι κι αυτός κομμουνιστής. Ο μπαμπάς τού απάντησε ότι όχι, δεν είναι, απλώς κάνουν παρέα και ποτέ δεν συζητούν πολιτικά. «Καλά του απάντησες», είπε η μαμά, «εμείς κομμουνιστές δεν είμαστε, αλλά οι Παπαδάκηδες είναι καλοί φίλοι και θα συνεχίσουμε να τους κάνουμε παρέα».

 

Μετά από λίγο καιρό έγιναν εκλογές και, όταν πήγε ο μπαμπάς μου να ψηφίσει, πήραν τον φάκελό του και τον άνοιξαν μπροστά του να δουν τι ψήφισε και, όταν είδαν ότι ψήφισε τον Καραμανλή, ησύχασαν κι από τότε δεν του ξαναείπαν τίποτα.

 

Εκείνο το βράδυ των εκλογών ο μπαμπάς είχε στρωθεί με τα χαρτιά του στο τραπέζι της κουζίνας, έβαλε το ραδιόφωνο και άκουγε τα αποτελέσματα και τα σημείωνε στα χαρτιά του. Είχε χωρίσει την Ελλάδα σε νομούς και σημείωνε τις ψήφους που έπαιρνε κάθε κόμμα σε κάθε νομό. Αλλά δεν προλάβαινε πάντα, γιατί στο ραδιόφωνο μιλούσαν γρήγορα και μερικοί νομοί τού ξέφευγαν. Η μαμά κι εγώ καθόμασταν μαζί του στο τραπέζι και ακούγαμε και κάθε τόσο τον ρωτούσαμε να μας πει, αν βγαίνει πρώτη η ΕΡΕ, γιατί εμείς είμαστε με τον Καραμανλή. 


Μάλιστα ο Καραμανλής είχε έρθει ένα απόγευμα στην πόλη μας και μίλησε από ένα μπαλκόνι στην πλατεία της Αγοράς και η μαμά μου με πήρε και πήγαμε και τον ακούσαμε. Αλλά εδώ που ζούμε ο πιο πολύς κόσμος δεν τον θέλει, επειδή εδώ γεννήθηκε ο Βενιζέλος και οι Κρητικοί  ψηφίζουν το κόμμα των Φιλελευθέρων. 


Στις εκλογές όμως βγήκε η ΕΡΕ, δηλαδή νικήσαμε εμείς και όσοι δεν τον ήθελαν τον Καραμανλή έχασαν.


***

Στη φωτογραφία: Εκλογές 1958.


(Συνεχίζεται)

 


4/1/24

Πώς έχουν τα πράγματα

 




 

Να πώς έχουν τα πράγματα:


εγώ είμαι μόνη σ’ ένα τεράστιο σπίτι,


όπου απαγορεύονται τα ζώα και τα φυτά,


καθώς ο εγκλεισμός τους είναι ενάντια


στη φύση και στο χώμα που αγαπούν.


Με σήτες απαγορεύεται η είσοδος στα έντομα,


καθώς η παρουσία τους


είναι παράνομη και αηδής.


Επίσης απαγορεύονται οι άλλοι άνθρωποι,


καθώς οι ομιλίες τους


είναι κουραστικές και αδιάφορες.


 

Μες στο τεράστιο σπίτι μου,


αν κάτι πέσει κάτω,


ένα αποτσίγαρο ας πούμε ή μια χαρτοπετσέτα,


ακούγονται βρισιές,


βγαίνουν από το στόμα μου αυθόρμητα,


χωρίς να τις ελέγξω.


Δεν ξέρω, αν θυμώνουν οι θεοί


που τόσο βάναυσα τούς βάζω


να συνουσιαστούν


με τα γαμοσταυρίδια μου,


μάλλον δεν ενοχλούνται,


μάλλον κωφεύουν,


μάλλον δεν είναι υπαρκτοί.


Ας είναι.


 

Ακούγονται κι άλλες φωνές


που βγαίνουν


από τα ηλεκτρονικά μου μηχανήματα,


φωνές αγνώστων


που σκοπεύουν να με διασκεδάσουν.


Κάνω συχνά παρατηρήσεις


στον τρόπο που χειρίζονται τον ρόλο τους,


αν και εκείνοι


όπως και οι θεοί


τίποτα δεν ακούν.


 

Περνά η μέρα έτσι


με γαμοσταυρίδια


και αλλότριες φωνές


και είναι όλα χαλαρά και οικεία.


Έξω βροντά και σείεται ο κόσμος,


όπως μου λένε οι φωνές,


αλλά μέσα εδώ


όλα είναι στη θέση τους


ωραία ταχτοποιημένα,


έτοιμα για αναχώρηση,


όταν θα έρθει ο καιρός.


 

Είναι ευχάριστος ο τάφος μου,


ευρύχωρος,


ευήλιος


κι εγώ αργοπεθαίνω ήρεμα


μακριά από το βλέμμα των ανθρώπων.



Δεν τους αξίζει να με δουν


πώς χάνω τις δυνάμεις μου,


δεν τους αξίζει να με δουν


πότε τα μάτια μου θα κλείσω,


πότε και πώς.


Αυτή είναι μια


πολύ προσωπική υπόθεση.



2/1/24

6. Ο Φώτης ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

1.    


 

 

Οι Παπαδάκηδες, επειδή είναι κομμουνιστές, δεν τους θέλει το κράτος.


Ο κύριος Στάθης ήταν καθηγητής, αλλά τον έδιωξαν από το σχολείο και τον έστειλαν εξορία. Μετά αυτός γύρισε πίσω κι άνοιξε φροντιστήριο, αλλά το κράτος του το απαγόρεψε κι αυτό και του το έκλεισε. Η γυναίκα του όμως η κυρία Ελπίδα έχει προίκα δυο μαγαζιά κάτω στην πόλη κι έτσι έχουν αρκετά λεφτά και έχουν και υπηρέτρια να φροντίζει τους γονείς της κυρίας Ελπίδας που κείτονται στα κρεβάτια τους σ’ ένα από τα δωμάτια του διαδρόμου. Όποτε μπαίνω εκεί μέσα μυρίζει παράξενα, μυρίζει γεροντίλα, έτσι μυρίζουν φαίνεται οι γέροι. Αλλά και η κρεβατοκάμαρα των Παπαδάκηδων έχει μια παράξενη γλυκερή μυρωδιά. Μια δυο φορές που μπήκα εκεί μέσα, μύριζε σαν εκείνη την κρέμα που δίνουν στα μωρά. Και στο σαλόνι τους έχω μπει μια φορά. Αλλά αυτό το έχουν κλειδωμένο και το ανοίγουν, άμα έχουν επισκέψεις.

 

Μια μέρα ο κύριος Στάθης μάς εξομολογήθηκε τι έπαθε, όταν ήταν καθηγητής στο σχολείο, πριν ακόμα παντρευτεί την κυρία Ελπίδα και πριν τον διώξει το κράτος. Γνώρισε μια κοπέλα και βγήκαν ραντεβού. Και την άλλη μέρα την είδε στην τάξη, ήταν μαθήτριά του και δεν το είχε πάρει είδηση, γιατί ήταν δυο μέρες που δούλευε σε  εκείνο το σχολείο και η τάξη είχε ογδόντα μαθήτριες, πού να τις θυμόταν όλες με την πρώτη φορά. Ζεματίστηκε πολύ κι από τότε πρόσεχε και τη σκιά του. Αλλά την εξορία δεν τη γλίτωσε.

 

Οι Παπαδάκηδες έχουν δυο γιους. Ο μεγάλος, ο Γιάννης, σπουδάζει στη Γερμανία, ο άλλος, ο Φώτης, είναι ένα χρόνο μεγαλύτερος από μένα και κάνουμε παρέα, όταν κάνουν και οι γονείς μας παρέα. Μαλώνουμε καμιά φορά, γιατί ο Φώτης φωνάζει «Ρωσία, Ρωσία, Ρωσία!» κι εγώ φωνάζω «Αμερική, Αμερική, Αμερική!», αλλά μετά ησυχάζουμε και ο Φώτης μού λέει για τις πουτάνες που μένουν στην άλλη άκρη της πόλης και πάει και τις βλέπει και μια φορά μπήκε μέσα και το έκανε με μία. Ψέματα λέει, αλλά εγώ κάνω πως τον πιστεύω. Όλο για τέτοια θέλει να μιλάει κι εμένα μου αρέσει, αλλά όχι και συνέχεια, πολλές φορές βαριέμαι που τον ακούω.

 

Μια φορά τον βρήκα στην αποθήκη του σπιτιού τους να καπνίζει και μου έδωσε κι εμένα ένα τσιγάρο. Το άναψα, αλλά δεν ήξερα πώς να το καπνίσω, το φυσούσα συνέχεια, αλλά μάλλον δεν έπρεπε να το φυσώ, κάπως αλλιώς το καπνίζουν οι μεγάλοι. «Και γιατί καπνίζεις;»  ρώτησα τον Φώτη κι αυτός άφησε έναν αναστεναγμό και είπε «Για να πάνε κάτω οι στενοχώριες». Πάλι δεν του είπα τίποτα, αλλά μου φαίνεται πως με κοροϊδεύει. Βέβαια οι Παπαδάκηδες έχουν μια βέργα στην κουζίνα κι άμα ο Φώτης κάνει αταξίες, τον δέρνουν. Μπορεί να εννοεί αυτές τις στενοχώριες.

 

Κι εμένα οι γονείς μου έφεραν μια μέρα μια βέργα στο σπίτι και μου την έδειξαν. «Όποτε είσαι άταχτη, θα σε δέρνουμε», μου είπαν. Θύμωσα πολύ και σκέφτηκα ότι φταίνε οι Παπαδάκηδες, από αυτούς πήραν την ιδέα οι γονείς μου. Πήγα κι εγώ κρυφά και πήρα τη βέργα και την έκανα κομματάκια. Και οι γονείς μου δεν είπαν τίποτα, αλλά δεν ξαναέφεραν βέργα στο σπίτι.



***

Στη φωτογραφία: Νέα Καταστήματα, πλατεία Χανίων (επιχρωματισμένη).

 

https://kriti360.gr/i-plateia-1866-sta-chania-me-tin-oraioteri-diamorfosi-poy-echoyme-dei-pote-foto/


(Συνεχίζεται)