9/4/23

Αποκομμένοι

 





Κοίτα,


πήρα το ψαλίδι,


έκοψα όλες τις διασυνδέσεις.


Τώρα στεκόμαστε αποκομμένοι


ο ένας απ’ τον άλλον.


Τίποτε από σένα


δεν μπαίνει στον δικό μου χώρο,


τίποτε από μένα στον δικό σου.


Ανάμεσά μας


άνθρωποι πολλοί


και πολύ χάος


και πολλή σιωπή


κι ένα μεγάλο Τίποτα:


Ούτε σε βλέπω


ούτε σ’ ακούω,


δεν ξέρω αν υπάρχεις


και πού βρίσκεσαι.


 

Αλλά η εικόνα σου ολοζώντανη,


Θεέ μου, πόσο ζωντανή,


πόσο διάπυρη,


πόσο μου καίει τα σωθικά.



8/4/23

Χρόνος ανεπαίσθητος

 




Η μια μέρα σπρώχνει την άλλη


και κάθε νέα σελήνη βαδίζει στο χαμό της



 

truditur dies die


novaeque pergunt interire lunae


 

Οράτιος, Ωδές, βιβλίο ΙΙ, Ωδή 18, απόσπασμα.


Μετάφραση: Καίτη Βασιλάκου.



5/4/23

Έλα... (Viens, viens)

 



 

Έλα, έλα,


αυτό μόνο προσεύχομαι…


 

Έλα, όχι για μένα, μπαμπά μου,


έλα για τη μαμά


που πεθαίνει για σένα,


έλα,


να αρχίσουν όλα από την αρχή,


γιατί χωρίς εσένα η ζωή


είναι μια  ατέλειωτη, μια μακριά σιωπή.


 

Ναι, είναι όμορφο εκείνο το κορίτσι


που για χάρη της μας ξέχασες


και όχι, δεν θέλω να σε κρίνω,


θέλω μόνο να σε φέρω πίσω,


όμως η αγάπη σου για εκείνο το κορίτσι


σε έχει αιχμαλωτίσει.


 

Μα πες μου,


άξιζε να θυσιάσεις


την αγάπη της γυναίκας σου,


εκείνης που μοιράστηκε το μέλλον της μαζί σου


πάντα κρατώντας σου το χέρι;


Άξιζε;


Πες μου…


 

Έλα,


η μαμά έβαψε πάλι την κρεβατοκάμαρα,


όπως τότε που εκεί


κοιμόσασταν μαζί.


 

Έλα,


αυτό μόνο προσεύχομαι…


 

Ξέρεις ότι ο Ζαν πάει τώρα σχολείο;


Έχει κιόλας μάθει την αλφαβήτα


και είναι τόσο αστείος,


όταν κάνει πως καπνίζει…


Είναι ολόιδιος εσύ, μπαμπά μου.


 

Έλα,


μόνο αυτό προσεύχομαι…


 

Χαμογελάς, μπαμπά μου;


Θα δεις τη μαμά,


είναι πιο όμορφη από πριν,


είναι πιο όμορφη, πιο όμορφη,


θα δεις…


 

Μην πεις τίποτα, μπαμπά μου,


φίλησέ με, μπαμπά μου,


είσαι όμορφος, μπαμπά μου.


 

Έλα, έλα…


 

 Τραγουδά η Μαρί Λαφορέ:


https://www.youtube.com/watch?v=c2p_65cC8GI



Μετάφραση (ελεύθερη) από τα γαλλικά: Καίτη Βασιλάκου

 

 


Viens, viens

 

Viens, viens, c'est une prière.

 

viens, viens, pas pour moi, mon père,


viens, viens, reviens pour ma mère.


Viens, viens, elle meurt de toi,


viens, viens, que tout recommence,


viens, viens, sans toi l'existence


viens, viens, n'est qu'un long silence


viens, viens, qui n'en finit pas.


 

Je sais bien qu'elle est jolie cette fille


que pour elle tu en oublies ta famille,


je ne suis pas venue te juger


mais pour te ramener.


Il parait que son amour tient ton âme,


crois-tu que ça vaut l'amour de ta femme


qui a su partager ton destin


sans te lâcher la main?


 

Viens, viens, maman en Septembre


viens, viens, a repeint la chambre


viens, viens, comme avant ensemble


viens, viens, vous y dormirez.


 

Viens, viens, c'est une prière.


 

Viens, viens, pas pour moi, mon père,


viens, viens, reviens pour ma mère,


viens, viens, elle meurt de toi.


 

Sais-tu que Jean est rentré à l'école?


Il sait déjà l'alphabet, il est drôle,


quand il fait semblant de fumer,


c'est vraiment ton portrait.


 

Viens, viens, c'est une prière.


 

Viens, viens, tu souris, mon père,


viens, viens, tu verras ma mère,


viens, viens, est plus belle qu'avant,


qu'avant, qu'avant, qu'avant, qu'avant…


 

Viens, viens, ne dis rien, mon père,


viens, viens, embrasse moi, mon père,


viens, viens, tu es beau, mon père…


 

Viens, viens.



4/4/23

Οράτιος - Καβάφης

 







Patriae quis  exsul se quoque fugit?

 

Όποιος από τον τόπο του φεύγει

 

φεύγει κι από τον εαυτό του;

 


Ανάπτυξη αυτού του στίχου του Οράτιου (Ωδές, βιβλίο ΙΙ, Ωδή 16) αποτελεί το γνωστό ποίημα του Κ. Καβάφη «Η Πόλις»:

 

 

 

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.


Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.


Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·


κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.


Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.


Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω


ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,


που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»


 

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα’ βρεις άλλες θάλασσες.


Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς


τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·


και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.


Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—


δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.


Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ


στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.