31/5/20

Αναμνήσεις που γίνονται σκουπίδια







Από τις ωραιότερες κινηματογραφικές σκηνές που έχω δει στη ζωή μου είναι αυτή στην ταινία «Blade Runner», όπου το ανδροειδές Ρόι Μπάτι που υποδυόταν ο Ρούτγκερ Χάουερ πεθαίνει μονολογώντας πάνω σε μια σκοτεινή ταράτσα κτιρίου και καθώς οι στάλες της βροχής πέφτουν στο πρόσωπό του:

28/5/20

Ψυχή στην έρημο

Δημοσιεύτηκε στο «Πλανόδιον», στις ιστορίες Μπονζάι, και το ευχαριστώ πολύ.


Ψυ­χὴ στὴν ­ρη­μο


 ΨΥΧΗ ΕΝΟΣ ΑΣΚΗΤΗ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸν δρό­μο της. Πέ­ρα­σαν ἔ­τσι πολ­λὲς μέ­ρες καὶ ἡ ψυ­χὴ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη καὶ χω­ρὶς ἄλ­λα κου­ρά­για φώ­να­ξε δυ­να­τὰ μέ­σα στὴν καυ­τὴ ἐ­ρη­μιά:
— Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο! Ἂν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός, ὁ Πα­ρά­δει­σος καὶ ἡ Κό­λα­ση, ἄς μὲ ἀ­κού­σουν. Ζη­τῶ βο­ή­θεια!
          Πε­ρί­με­νε λί­γη ὥ­ρα μέ­σα στὴ σι­ω­πή, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σε.
        — Εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς μὲ ἀ­κοῦ­τε, φώ­να­ξε ξα­νά. Εἶ­μαι μιὰ ψυ­χὴ χω­ρὶς σῶ­μα καὶ γι' αὐ­τὸ πρέ­πει οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ­τε καὶ νὰ μὲ βο­η­θή­σε­τε.
              Πε­ρί­με­νε πά­λι λί­γο, ἀλ­λὰ ἡ ἔ­ρη­μος ἔ­με­νε βου­βή.
        — Θὰ πε­θά­νω χω­ρὶς βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε γιὰ τρί­τη φο­ρά. Τί­πο­τα, σι­γή. Τό­τε ἡ ψυ­χὴ κα­τά­λα­βε πὼς ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ­λο­μό­να­χη.
        — Δὲ βα­ρι­έ­σαι! Μουρ­μού­ρι­σε. Πέ­θα­να ἤ­δη μιὰ φο­ρά. Τώ­ρα ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι.
        Καὶ πέ­θα­νε.
        Τὴν ἴ­δια ὥ­ρα οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις τῆς Φύ­σης συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους.
        — Γιὰ δές! εἶ­πε μί­α. Ἐ­κεί­νη ἡ ψυ­χὴ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο εἶ­χε με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Νό­μι­ζε πὼς θὰ ζοῦ­σε αἰ­ώ­νια.
        — Πράγ­μα­τι, εἶ­πε μιὰ ἄλ­λη. Αὐ­τὲς οἱ ἀν­θρώ­πι­νες ψυ­χὲς εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­νό­η­τες.
        — Τέ­λος πάν­των, εἶ­πε μιὰ τρί­τη. Ἄς φρον­τί­σου­με τώ­ρα τὸ σῶ­μα της, τὸ μό­νο ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­ώ­νιο.
        Πῆ­γαν κον­τά του καὶ τὸ βο­ή­θη­σαν νὰ ἀ­πο­δο­μη­θεῖ.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ὁ Τέταρτος Κλῶνος (Αἴολος, Ἀθήνα, 2011).

25/5/20

Τα φυτά






Αυτά τα δυο φυτά είναι τώρα μαζί μερικά χρόνια.

Κάποιοι κάποτε μας τα χάρισαν με την ευκαιρία μιας γιορτής και βρέθηκαν στο σπίτι μας παρέα. Έμοιαζαν και μεταξύ τους, είχαν φύλλα πράσινα με μικρές κιτρινωπές κηλίδες, ίδια σχεδόν στο σχήμα και στο μέγεθος. Έτσι άθελά μας τα συνδέσαμε στο μυαλό μας, τα κάναμε κάτι σαν αδελφάκια και βάλαμε τις γλάστρες τους δίπλα-δίπλα.

23/5/20

"Sit mihi talis amica velim"






Την ερωμένη μου τέτοια τη θέλω,
να ξεκινά καβγάδες χωρίς λόγο
κι όχι να σκέφτεται
 πώς να μιλήσει σαν παρθένα,
όμορφη, αυθάδη, με θρασύ χέρι,
να επιτίθεται και να ανταποδίδει
και στα φιλιά να καταφεύγει,
αφού έχει φάει τις ξυλιές της.
Γιατί, αν δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα
και είναι αγνή και κόσμια και ντροπαλή
-μισώ και που το λέω –
σύζυγος τότε θα είναι.


Sit mihi talis amica velim,
iurgia quae temere incipiat
nec studeat quasi casta loqui,
pulchra, procax, petulante manu,
verbera quae ferat et regerat
caesaque ad oscula confugiat.
Nam nisi moribus his fuerit,
casta modesta pudenter agens
dicere abominor, uxor erit.


Decimus Magnus Ausonius, 89


Η μετάφραση δική μου.