31/10/19

Το γερμανικό πουλί






Επρόκειτο για ένα ηρώο τρία χιλιόμετρα δυτικά της πόλης των Χανίων. Το είχαν στήσει εκεί οι Ναζί Γερμανοί το 1941 για τους πεσόντες αλεξιπτωτιστές ομοεθνείς τους στη Μάχη της Κρήτης.

Ήταν ένα εντυπωσιακό γλυπτό που παρίστανε έναν αετό να εφορμά ακάθεκτος πάνω στο υποτιθέμενο αδύναμο θήραμά του, δηλαδή το νησί της Κρήτης.

Μετά τον πόλεμο κανείς δεν σκέφτηκε να απομακρύνει το υπεροπτικό γλυπτό από τη θέση του. Ο κόσμος που περνούσε αποκεί το έβλεπε αδιάφορα ή ίσως και με κάποια ενδόμυχη ευχαρίστηση για την υπεροψία που ταπεινώθηκε και εξευτελίστηκε.

Ο χρόνος και οι κακοκαιρίες το γκρέμισαν τελικά από τη θέση του. Σήμερα έχει απομείνει μόνο η βάση του.

Να πάνε εκεί να χορέψουν οι χαζούλες. Να στηλιτεύσουν τον μιλιταρισμό.



28/10/19

Συνέβη στην Κρήτη






Είχε οικονομήσει η μητέρα μου ένα αλεξίπτωτο στην Κατοχή, δεν ξέρω πού το βρήκε, χρήσιμο πράγμα πάντως, μπορούσε να το κόψει κομμάτια, να τα ράψει, να φτιάξει πολλά από αυτό, έλα όμως που βγήκε διαταγή να ελεγχθούν όλα τα σπίτια των Ελλήνων, μήπως υπάρχουν τίποτε όπλα και άλλα παρόμοια επικίνδυνα αντικείμενα, η μάνα μου τρελάθηκε, δεν ήξερε πού να το κρύψει.
Το έκρυβε εδώ, φοβόταν, το έκρυβε εκεί, φοβόταν, θα το έβρισκαν οι Γερμανοί και τότε αλί και τρις αλί της, Είδε κι αποείδε, της ήρθε τελικά η φαεινή ιδέα. Έφτιαξε μια μαξιλαροθήκη και το έχωσε εκεί μέσα, το έσιαξε όμορφα, το έστρωσε, μια χαρά μαξιλάρι έγινε το αλεξίπτωτο.
Το πήρε, ανέβηκε στον πρώτο όροφο που είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και έμενε κάποιος δικός τους και του το πρόσφερε.
-Danke sehr! είπε ο Γερμανός και το έβαλε στον καναπέ του.
-Παρακαλώ! είπε η μητέρα μου.

Ήρθαν οι Γερμανοί στρατιώτες, έψαξαν, δεν βρήκαν τίποτε ύποπτο. Το αλεξίπτωτο αναπαυόταν στον καναπέ στον από πάνω όροφο. Στο στόμα του λύκου.



26/10/19

Μαρτιάλης, VII. 25






Ο σατιρικός ποιητής Μαρτιάλης ειρωνεύεται τους ποιητές που γράφουν στίχους τεχνικά άψογους αλλά χωρίς ψυχή. 


Μα τι γλυκά επιγράμματα που γράφεις πάντα,
φτιασιδωμένα κι απ’ την επιδερμίδα πιο λευκά!
Ούτε ένας κόκκος αλατιού,
ούτε σταγόνα λίγης πικρής χολής δεν έχουν,
ανόητε, που όμως θες να σε διαβάζουν!
Κανένα φαγητό δεν είναι νόστιμο,
αν δεν μας ξεγελά με τσίμπημα ξυδιού
ούτε κανένα πρόσωπο έχει χάρη,
αν δεν χαμογελά.
Μήλα γλυκά, χαζόσυκα να δίνουν στα παιδιά.
Γιατί για μένα τα χιώτικα έχουν γεύση
που ξέρουν να κεντούν τη γλώσσα.

Dulcia cum tantum scribas epigrammata semper
et cerussata candidiora cute,
nullaque mica salis nec amari fellis in illis
gutta sit, o demens, vis tamen illa legi!
Nec cibus ipse iuvat morsu fraudatus aceti,
Nec grata est facies, cui gelasinus abest.
Infanti melimela dato fatuasque mariscas:
nam mihi, quae novit pungere, Chia sapit.


(Η μεταφορά στα ελληνικά είναι δική μου). 


25/10/19

Μαρτιάλης, VII. 3







Το πρόβλημα είναι πολύ παλιό, είναι αρχαίο.
Ο Μαρτιάλης (40- 104 μΧ) είχε φαίνεται βαρεθεί να διαβάζει στίχους αδέξιων ποιητών που του έστελναν τα βιβλία τους:

Γιατί, Ποντιλιάνε, δεν σου στέλνω τα βιβλία μου;
Μα για να μη μου στείλεις, Ποντιλιάνε, τα δικά σου.

Cur non mitto meos tibi, Pontiliane, libellos?
Ne mihi tu mittas, Pontiliane, tuos.

( Η μεταφορά στα ελληνικά δική μου).