Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, το Κολοσσαίο γεμάτο τουρίστες.
Σπρώχτηκε ανάμεσα στα πλήθη και προχώρησε. Χαλάσματα, μισογκρεμισμένα κελιά, φωνές απ’ όλες τις γλώσσες.
Μα πώς; αναρωτήθηκε, δεν υπάρχει τίποτε το φοβερό εδώ. Μόνο κάτι αδέσποτα γατιά φιλήσυχα, κάτι σαν εκφυλισμένες απολήξεις των αρχαίων λεόντων.
Περπάτησε με επιμονή στους χωμάτινους διαδρόμους ανάμεσα στις αλλόγλωσσες φωνές. Έκανε συνειδητή προσπάθεια. Τίποτα. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο πιο χαρούμενος φάνταζε ο κόσμος. Ήλιος ωραίος, μεσογειακός, άνοιξη.



