Σελίδες

10/8/26

Το Μοίραμα (2)

 

 

 



Το μωρό γεννήθηκε τα χαράματα μετά από ωδίνες τριών ημερών.

 

Η μάνα του είπε: «Πάρτε το αποδώ, δεν θέλω να το βλέπω». Ύστερα το μωρό άρχισε να κλαίει και κάτι απροσδιόριστο σάλεψε στο μυαλό της και είπε: «Φέρτε μου το πίσω, στο κάτω-κάτω είναι το παιδί μου».

 

Της το’ φεραν και το’ βαλαν στην κούνια, δίπλα στο κρεβάτι της. Το μωρό είχε τα μάτια ανοιχτά και κοίταζε τον κόσμο και τότε οι άλλες γυναίκες τρόμαξαν. «Δεν είναι φυσικά πράγματα αυτά», είπαν στη μάνα του, «να έχει ένα νεογέννητο ανοιχτά τα μάτια του και να περιεργάζεται τον κόσμο». Κι άπλωσαν πάνω από την κούνια του ένα λεπτό λευκό πανί, αφού δεν ήταν ακόμα η ώρα του να κοιτάζει τον κόσμο και μάλιστα με ένα τέτοιο εξεταστικό βλέμμα.

 

Τη νύχτα οι άλλες γυναίκες έφυγαν και η λεχώνα εξαντλημένη από τη δύσκολη γέννα έπεσε σε βαθύ ύπνο.

 

Ήρθαν τότε αθόρυβα οι τρεις μακρόστενες σκιές, στάθηκαν πάνω από την κούνια του μωρού και ετοιμάστηκαν να το μοιράνουν. Όμως η κούνια ήταν σκεπασμένη με το λευκό πανί και δεν έβλεπαν το πρόσωπό του. Έμειναν τότε ακίνητες και τίποτα δεν έκαναν για πολλή ώρα. Γιατί δεν ήταν δυνατό να μοιράνουν έναν άνθρωπο νεογέννητο, χωρίς να έχουν δει πώς είναι η όψη του. Και η ώρα περνούσε και οι τρεις μακρόστενες σκιές στέκονταν γύρω από την κούνια και δεν γινόταν τίποτα.

 

Κάποια στιγμή ξαφνικά άρχισε να κλαίει γοερά το μωρό. Ίσως διαισθάνθηκε, με τον μαγικό τρόπο που διαισθάνονται όλοι οι νεοφερμένοι σε τούτο τον κόσμο, πως τα αρχέγονα στοιχεία του Σύμπαντος βρίσκονταν πολύ κοντά του και πως κινδύνευε να μην προδιαγραφεί η μοίρα του, αφού δεν το έβλεπαν. Άρχισε να κλαίει γοερά λοιπόν και η μάνα του ξύπνησε αλαφιασμένη από τον ύπνο και άσχημες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της. Όμως τίποτα κακό δεν μπορούσε να κάνει στο παιδί, γιατί αυτό ήταν ακόμα χωρίς Μοίρα και χωρίς Σφραγίδα και η ζωή του στεκόταν ακίνητη στον κόσμο μη μπορώντας να πάρει καμιά κατεύθυνση.

 

Σηκώθηκε από το κρεβάτι η μάνα του και τράβηξε το πανί από την κούνια, χωρίς ακόμα να ξέρει τι να κάνει, να το θηλάσει ή να το πνίξει, αλλά τότε το μωρό σταμάτησε απότομα να κλαίει κι εκείνη γύρισε στο κρεβάτι της κι αποκοιμήθηκε ξανά.

 

Και τότε οι τρεις Μοίρες, η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος, είδαν το πρόσωπο του παιδιού και ταράχτηκαν, γιατί αυτό τις κοίταζε ίσια στα μάτια και σαν να διάβαζε πίσω από αυτά όλη τη μοίρα του Κόσμου. Και για ένα διάστημα χρόνου που είναι αδύνατο να μετρηθεί, στάθηκαν ακίνητα τα αρχέγονα στοιχεία του Σύμπαντος απέναντι στο εφήμερο και το περατό και κάτι έτριξε βαθιά κάτω στα θεμέλια του Κόσμου. Επειδή ο μιας ημέρας άνθρωπος είδε την Αιωνιότητα και η Αιωνιότητα είδε τον άνθρωπο της μιας ημέρας.

 

Ύστερα ήρθε πιο κοντά η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, κι έβγαλε από το σακούλι της νήματα ανάκατα και μπερδεμένα κι άρχισε να τα πλέκει. «Πλέκω το νήμα της ζωής σου, νεογέννητε άνθρωπε», είπε η μακρόστενη σκιά, «τις ώρες και τις μέρες και τα χρόνια σου. Κι όπως πλεγμένο θα είναι αυτό το νήμα, έτσι θα είναι πλεγμένη κι η ζωή σου με τις ζωές των άλλων».

 

Κι όση ώρα έπλεκε το νήμα της, τα μάτια του μωρού ήταν στυλωμένα πάνω της. Και η Κλωθώ ταραζόταν όλο και πιο πολύ, έκανε λάθη και χύνονταν οι πόντοι, μέχρι που έφτιαξε ένα πλεχτό γεμάτο τρύπες, αλλού πυκνό, αλλού αραιό και οι πόντοι έφευγαν απ’ όλες τις μεριές. Έτσι στραβοφτιαγμένο το πέταξε εκνευρισμένη στην κούνια και είπε: «Κι εσένα, νεογέννητε άνθρωπε, έτσι θα είναι η ζωή σου και καλύτερα να μη μ’ έβλεπες». Και τραβήχτηκε ένα βήμα πίσω.

 

Μετά πλησίασε η Λάχεσις και το μωρό στύλωσε και σ’ αυτήν το βλέμμα του και η Μοίρα ταράχτηκε πολύ, γιατί ποτέ δεν μοίραζε τα Καλά και τα Κακά σε ανθρώπους που είχαν τα μάτια ανοιχτά κι έβλεπαν τι έκανε. Γι’ αυτό έχωσε το χέρι στο σακούλι της και ό,τι έβρισκε στην τύχη το έβγαζε έξω και το πέταγε στην κούνια. Κι έλαχε να βρίσκει όλο Καλά και γέμισε η κούνια με ωραία δώρα και φάνηκε για μια στιγμή πως το παιδί θα ζούσε μια ζωή γεμάτη χάρες. Αλλά την τελευταία στιγμή το πεπρωμένο του άλλαξε, όταν η Λάχεσις έβγαλε από το σακούλι της το τελευταίο δώρο. Κι ήταν αυτό το μαύρο δώρο της Αναίρεσης. Το απόθεσε στην άκρη της κουβέρτας του και είπε: «Αυτά τα Καλά κι αυτά τα Κακά σού έλαχαν, νεογέννητε άνθρωπε. Και καλύτερα να μη μ’ έβλεπες». Και τραβήχτηκε κι αυτή ένα βήμα πιο πίσω.

 

Ύστερα πλησίασε η πιο ψηλή σκιά, η τρίτη Μοίρα, η Άτροπος, αυτή που προφέρει τον ανέκκλητο λόγο και βάζει την Σφραγίδα. Όμως εκείνη δεν ταράχτηκε από το βλέμμα του μωρού, μόνο είδε το κακοπλεγμένο νήμα της Κλωθώς και ρώτησε την αδελφή της: «Γιατί, Κλωθώ, αδελφή μου, έπλεξες τόσο άσχημα το νήμα της ζωής αυτού του ανθρώπου; Όλα αναποδιασμένα και δύσκολα θα του έρθουν και δεν θα παίρνει ευχαρίστηση ό,τι κι αν κάνει». «Δεν φταίω εγώ», είπε η Κλωθώ, «φταίει που με κοίταζε ο νεογέννητος άνθρωπος κι αυτό με τάραξε πολύ».

 

Η Άτροπος δεν είπε τίποτα. Έσκυψε πάνω από την κούνια και περιεργάστηκε συλλογισμένη  τα δώρα της άλλης αδελφής της. Ύστερα στράφηκε στη Λάχεσι: «Γιατί αδελφή μου, Λάχεσι, μοίρασες τόσο άδικα τα δώρα σου; Όλα όσα χάρισες στον νεογέννητο άνθρωπο, όλα τα πήρες πίσω με το μαύρο  δώρο της Αναίρεσης». «Δεν φταίω εγώ» απάντησε η Λάχεσις, «είναι που μ’ έβλεπαν τα μάτια του κι αυτό με τάραξε πολύ».

 

Τότε η Άτροπος κοίταξε το μωρό και το μωρό κοίταξε την Άτροπο. Και πάλι ο χρόνος πάγωσε, καθώς το εφήμερο και περατό διασταυρώθηκε με το Αιώνιο, το Σκοτεινό και το Αγέννητο. Και μες τον παγωμένο χρόνο έσκυψε η Άτροπος πάνω από το παιδί και του ψιθύρισε στο αυτί λόγια που οι αδελφές της δεν μπόρεσαν να ακούσουν. Και μετά ξανά κοιτάχτηκαν το Αιώνιο με το εφήμερο και ήταν σαν να ανταλλάχθηκε μεταξύ τους μια μυστική συμφωνία.

 

Έπειτα η τρίτη Μοίρα στάθηκε όρθια και η τεράστια σκιά της σκέπασε όλη την κούνια του μωρού. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και πρόφερε τον Άτροπο Λόγο:

 

«Αυτή είναι η μοίρα σου, νεογέννητε άνθρωπε, όπως την αποφάσισαν οι αδελφές μου, Κλωθώ και Λάχεσις, και όπως τη σφραγίζω εγώ, η Άτροπος και την ορίζω:  Άτροπη, Αμετάτρεπτη, Αμετάκλητη».

 

Έτσι μοιράθηκε το νεογέννητο και σφραγίστηκε και το μέλλον του ξεκίνησε.

 

Έπειτα οι τρεις σκιές έσβησαν και χάθηκαν από το δωμάτιο και το μωρό έκλεισε επιτέλους τα μάτια και αποκοιμήθηκε. Αλλά μέσα στο μαλακό μυαλό του είχαν τώρα χαραχτεί ανεξίτηλα τα μυστικά λόγια της Ατρόπου Μοίρας και ήταν αυτό το τελευταίο δώρο που του δωρήθηκε:

 

«Ο κόσμος που τα μάτια σου θα βλέπουν

θα είναι άσχημος και αποκρουστικός,

επειδή έδειξες ασυγχώρητη βιασύνη

να τον παρατηρήσεις

και έφτασε το βλέμμα σου ως το Άπειρο.

 

Σε περιμένουν χρόνια δύσκολα,

γιατί το υφάδι της ζωής σου στραβοπλέχτηκε

κι όλες οι χάρες σου

θα μείνουν προσδοκίες ανεκπλήρωτες

που θα τις ακυρώνει πάντα

το μαύρο δώρο της Αναίρεσης.

 

Αλλά εσύ αδάκρυτος

όλα θα τα υπομείνεις και δεν θα γονατίσεις,

γιατί χαράζω τώρα μέσα σου εγώ μια λέξη

κι αυτή θα είναι το όπλο σου

και η πηγή της δύναμής σου.

Και η λέξη που χαράζω

λέγεται Απάθεια.

 

Αφού δεν είναι τυχερό σου να χαρείς,

τότε, έτσι αποφάσισα εγώ,

ούτε και θα πονέσεις».



Συμμετέχω ακόμα

 

Συμμετέχω ακόμα,


αν και αυτό


δεν αφορά κανέναν


έξω από μένα.




9/8/26

Τίρανα και λοιπά μέρη, Αλβανία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 



 

Η χώρα μόλις είχε ανοίξει τα σύνορά της. Επί Ραμίζ Αλία.

 

Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα διασχίζοντας την ενδοχώρα εκτός από εκτάσεις με χώμα. Χώμα παντού. Μόνο χώμα.

 

Τα Τίρανα χωρίς ενδιαφέρον. Κάτι σουπερμάρκετ με άδεια ράφια. Ένα βράδυ με μουσική σε κάποιο ξενοδοχείο.

 

Είπα στον ξεναγό τη λέξη «Μαυροβούνιο» κι έγινε έξαλλος. Δεν είχα ιδέα γιατί (τότε).

 

Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να πάμε στους Αγίους Σαράντα, γιατί είχε πέσει πολύ χιόνι και ήταν επικίνδυνος ο δρόμος.

 

Σήμερα είμαι σίγουρη ότι αυτή η Αλβανία που είδα τότε δεν υπάρχει πια.

 

Πες μου "ναι"

 

Πες μου «ναι».


Όποια κι αν είναι η ερώτηση.



8/8/26

Οι Αλβανοί στο καφέ της γειτονιάς μου

 

 

 



 

Υπάρχει ένα καφέ στον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς μου που το διαχειρίζεται μια Αλβανή, μια πολύ ευγενική γυναίκα.

 

Ο δήμος τής επιτρέπει να έχει στο πεζοδρόμιο ένα πολύ μικρό χώρο, όπου συνωθούνται τέσσερα μικρά τραπέζια. Η πελατεία της είναι βασικά Αλβανοί και σπάνια θα δεις εκεί να κάθονται κάποιες Ελληνίδες για να πιουν τον καφέ τους.

 

Εγώ όμως μια φορά την εβδομάδα, όποτε ο δρόμος μου είναι κατά κει, κάθομαι στο στενάχωρο τραπεζάκι του πεζοδρομίου και πίνω τον καφέ μου χαζεύοντας τον κόσμο που περνά. Το καφέ είναι ιδανικό τον χειμώνα για μένα που είμαι καπνίστρια και το  καλοκαίρι, γιατί ο ήλιος κρύβεται σύντομα πίσω από τις πολυκατοικίες και είναι δροσερά εκεί και ευχάριστα.

 

Οι Αλβανοί με έχουν συνηθίσει.

Είμαι βέβαια λίγο παράταιρη εκεί ανάμεσά τους, αλλά το ξεπεράσαμε γρήγορα αμφότεροι και πλέον δεν υπάρχει θέμα.

 

Οι πελάτες του καφέ είναι πάντα οι ίδιοι. Άνθρωποι μεσόκοποι, τεχνίτες, εργάτες, ποιος ξέρει, αλλά πάντα περιποιημένοι, ξυρισμένοι και καθαροί, πίνουν τον καφέ ή τη μπίρα τους και συζητούν τα δικά τους στη γλώσσα τους. Τίποτα δεν καταλαβαίνω, αλλά βλέπω τα πρόσωπά τους: είναι σε καλή διάθεση, χαλαροί, χαμογελούν, μιλά ο ένας, ακούνε οι άλλοι, γίνεται κάποιο σχόλιο, μεσολαβεί μια σύντομη σιωπή, μετά κάποιος άλλος λέει κάτι, του απαντούν και πάει λέγοντας.

 

Δεν ασχολούνται μαζί μου, όπως κι εγώ δεν ασχολούμαι μαζί τους. Αλλά υπάρχει κάτι φιλικό στην ατμόσφαιρα. Δεν έχω δει βλέμματα εχθρικά ή πονηρά ή ύποπτα. Μεροκαματιάρηδες άνθρωποι αλλά αξιοπρεπείς και ευγενικοί.

 

Τόσο που πια, όταν πηγαίνω εκεί, μου χαμογελούν και όταν φεύγω, τους αποχαιρετώ και με αποχαιρετούν.

 

Μου θυμίζουν πολύ έντονα τους δικούς μας χωρικούς που μαζεύονταν κάποτε στο καφενείο του χωριού και συζητούσαν ήσυχα με πολλές παύσεις στο ενδιάμεσο.

 

Τέτοιους μετανάστες θέλουμε.

 


6/8/26

Η Ζωή εκεί έξω

 

Η Ζωή εκεί έξω


ξέρω τι κάνει.


 

Αργότερα θα γράψουν κάποιοι


ποιήματα νοσταλγικά.


Θα είναι όλα ίδια.





Dum spiro...

 

Επειδή αναπνέω,


σημαίνει πως ζω;


(Dum spiro, spero?)



Μέρες που είναι

 

Τι θέλω τώρα εγώ


μέρες που είναι


και μιλώ.


Βάλε με όμως κάπου,


σε μια κρυφή γωνιά,


κράτα με ζωντανή τουλάχιστον.



Τόσα χρόνια που έζησα

 

Τόσα χρόνια που έζησα


και δεν ξέρω,


γιατί έζησα.



5/8/26

Μια καλοκαιρινή βραδιά

 

Καλή ήταν η βραδιά και δροσερή εκεί ψηλά στην ταβέρνα, από κάτω η θάλασσα γαλήνια λαμποκοπούσε στο φως της ολόγιομης σελήνης και τα γιοτ λικνίζονταν νωχελικά στα νερά της.

 

Τα φαγητά όλα νόστιμα και το κρασί βεβαίως και η παρέα ευχάριστη, φίλοι όλοι από καιρό και άνετοι, με τα καλαμπούρια τους και τις γνωστές κοινοτοπίες που πάντα φέρνουν γέλιο, όλα χαλαρά, μίλησαν και για τα πολιτικά πράγματα, όλοι συμφωνούσαν, κάποιοι είχαν μερικές νέες ιδέες, άλλοι συμφώνησαν, άλλοι είχαν αντιρρήσεις, όλα όμως γίνονταν σε φιλική ατμόσφαιρα, ανάμεσα σε γέλια και στο κρασί που έρρεε και εύφραινε τις καρδιές τους, ίσως λίγο βαρετά για κείνον αλλά από την άλλη και ξεκούραστα, χωρίς πίεση, κάποιοι πέταγαν και λέξεις της τοπικής διαλέκτου για να διανθίσουν τα λεγόμενά τους, χαμόγελα, τσουγκρίσματα, πάντα τέτοια, υγεία να έχουμε (ήταν βλέπεις και μεσόκοποι και τους απασχολούσε η υγεία),

 

τέλος πάντων πέρασε η ώρα ευχάριστα, ίσως μια ιδέα βαρετά γι’ αυτόν  που είχε μάθει να ζει σε άλλους ρυθμούς και σε άλλα περιβάλλοντα, αλλά πάντως ευχάριστα, μια ανάπαυλα ας πούμε από τα καθημερινά μέσα σε μια Αθήνα καυτή και πολύβουη,

 

πέρασε λοιπόν η ώρα, σηκώθηκαν, καληνυχτίστηκαν και μπήκαν στα αυτοκίνητά τους να πάει ο καθένας σπίτι του, να πετάξει τα ρούχα του και να ξαπλώσει στο κρεβάτι του να κοιμηθεί τον ύπνο του δικαίου.

 

Το ίδιο έκανε κι αυτός, λίγο τον ενοχλούσε το στομάχι του με τα νόστιμα βαριά πιάτα που τους είχαν σερβίρει, «έχουμε σόδα στο σπίτι;» τη ρώτησε, «έχουμε», του είπε αυτή, στη διαδρομή αντάλλαξαν λίγες κουβέντες, σχόλια για το δείπνο και για τους φίλους της παρέας, καλοπροαίρετα σχόλια, έτσι για να μη μένουν μουγγοί μέσα στο αυτοκίνητο,

 

στο σπίτι έπειτα αυτός πήγε κατ’ ευθείαν στο ψυγείο, πήρε το μπουκάλι τη σόδα και τη ρούφηξε ολόκληρη, πέταξε τα ρούχα του και ξάπλωσε στο κρεβάτι, σε λίγο ήρθε κι εκείνη, ξάπλωσε δίπλα του, «είσαι καλύτερα τώρα;», «ναι, καλύτερα», «ωραία, και άλλη φορά να προσέχεις, μην το παρακάνεις», «ναι, θα προσέχω», «καληνύχτα», «καληνύχτα», έσβησαν το φως και το σπίτι βυθίστηκε στη γλυκιά ησυχία της νύχτας.

 

Αυτός γύρισε πλευρό για να βλέπει από το παράθυρο έξω τις σκοτεινές σκιές των δέντρων, σε λίγο τα βλέφαρά του μισόκλεισαν, ερχόταν ο ευεργετικός ύπνος, όλα καλά, δηλαδή όλα σχεδόν καλά, υπάρχουν εκκρεμότητες, αλλά δεν είναι τώρα η ώρα να ασχοληθεί μ’ αυτές, τα βλέφαρά του βάρυναν κι άλλο, το σώμα του χαλαρό περίμενε τον ύπνο

 

και τότε βαθιά στον ορίζοντα είδε μια γυναικεία μορφή να του γνέφει και να τον χαιρετά χαρούμενα

 

άνοιξε πάλι τα μάτια του, αλλά η μορφή χάθηκε αμέσως,

 

έμεινε για λίγο μετέωρος, πέρασαν κάτι στενάχωρες σκέψεις από το μυαλό του, όχι πολλές, μια δυο μόνο,  μετά ξανάκλεισε τα μάτια του και αποκοιμήθηκε.

 

Έξω η νύχτα προχωρούσε με αργά βήματα κι ένας γρύλος βάλθηκε να φωνάζει την καλή του.

 

4/8/26

Η ποίηση κάνει άλματα

 

Η ποίηση τριγυρίζει


σε μέρη απάτητα ,


μονολογεί αδιάκοπα


και λέει πράγματα παράλογα,


μαζεύει από χάμω


παράξενα βοτάνια,


τα μασουλά


και πίνει το χυμό τους,


χορεύει μεθυσμένη ύστερα


βλέποντας πολιτείες ολόφωτες


να αιωρούνται


ψηλά στον ουρανό,


κάνει άλματα


και θέλει να τις φτάσει,


μα δεν μπορεί,


πέφτει στο χώμα


αποκαμωμένη


και αποκοιμιέται.


 

Όταν ξυπνά,


είναι απελπισμένη,


αλυσοδεμένη


μέσα σε σκοτεινά κελιά.



 

Γλωσσοπαίγνια

 

Επιτίθεμαι


και εκτίθεμαι,


ενώ δεν προτίθεμαι


και δεν διατίθεμαι.


 

Κατατίθεμαι,


μετατίθεμαι,


συντίθεμαι


και αποσυντίθεμαι.


 

Αλλά δεν προστίθεμαι.





3/8/26

"Η σέχτα των Φωτισμένων Πιστών" (Απόσπασμα)

 

Η ανικανοποίητη ερωτική επιθυμία μπορεί να μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο που δίνει βαθιά ικανοποίηση. Υπάρχουν ισορροπίες σε αυτή τη δοκιμασία που πρέπει οπωσδήποτε να τηρηθούν. Διαφορετικά η ερωτική επιθυμία παραμένει απλώς ένα μαρτύριο.

 

Η Πληρότητα γεννιέται από το μαρτύριο, όταν αυτός που δοκιμάζεται έχει το σθένος να δει κατάματα τον ανεκπλήρωτο πόθο του και να τον βιώσει βαθιά, όχι με διάθεση να τον ικανοποιήσει αλλά με διάθεση να τον παρατείνει για πάντα. Όσο πιο βαθιά μπαίνει σ’ αυτό τον ανεκπλήρωτο πόθο, όσο περισσότερο τον βιώνει, τόσο πιο εύκολα θα τον μετασχηματίσει σε Πληρότητα.

 

Πληρότητα δεν μπορεί να υπάρξει, αν λείπει ο ερωτικός πόθος. Γι’ αυτό ο πιστός δεν επιδιώκει να σβήσει τον πόθο του. Τον κεντρίζει συνέχεια, τον κρατά μέσα στο κορμί του για να τον παλεύει και να τον διατηρεί πάντα ανεκπλήρωτο. Ο ολοκληρωμένος Φωτισμένος Πιστός έχει πάντα Πληρότητα. Είναι μια ήπια κατάσταση μέθης και ευτυχίας που τον συνοδεύει πάντα και παντού.

 

Υπάρχουν ωστόσο στιγμές, πολλές στιγμές, που η Πληρότητα μεταβάλλεται σε έκσταση. Είναι εκείνες οι στιγμές που ο πόθος οξύνεται απότομα και προσπαθεί να απαλλαγεί από τα δεσμά του. Ο πιστός τυραννιέται τότε από την ανικανοποίητη επιθυμία του, αλλά δεν υποχωρεί. Η τυραννία του κρατά αρκετή ώρα κι έπειτα μεταβάλλεται σε έκσταση. Η έκσταση είναι μια υπέροχη κατάσταση, είναι μια δυνατή μέθη, ένα ονειρικό παραλήρημα.

 

Το δοκίμασα αυτό μια φορά.

 


Ειρηνεύω

 

Ειρηνεύω, όταν βλέπω,


ότι με κοιτάς.



Γύρος της Ανδαλουσίας, Ισπανία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 



 

 

Σε ποια πόλη δεν θυμάμαι (Σεβίλλη, Γρανάδα, Κόρδοβα;) χαζολογούσαμε ένα απόγευμα στους δρόμους, είδαμε μια όμορφη καθολική εκκλησία και είπαμε να μπούμε μέσα να δούμε πώς ήταν.

 

Μπήκαμε με τα σακίδιά μας, ωραία και υποβλητικά ήταν όλα, μας άρεσε και, όταν είπαμε να βγούμε έξω, πέσαμε σε ένα κύμα Ισπανών που έμπαιναν στην εκκλησία. Αναγκαστικά περιμέναμε να μπουν όλοι για να βγούμε εμείς.

 

Αμ δε… Μετά από αυτούς ερχόταν μεγαλοπρεπώς η νύφη και ο γαμπρός.

 

Δεν μένουμε λίγο ακόμα να δούμε και έναν ισπανικό γάμο; είπαμε.

 

Πήγαμε και καθίσαμε πίσω πίσω διακριτικά, αλλά παρ’ όλα αυτά ήταν πολλοί οι καλεσμένοι και κάποιες κυρίες κάθισαν στα παραδιπλανά καθίσματα.

 

Κάπως λίγο σαν να εγκλωβιστήκαμε. Αν σηκωνόμασταν τώρα να φύγουμε, θα έβλεπαν ότι ήμασταν τουρίστες που μόλυναν το ιερό μυστήριο του γάμου.

 

Μείναμε ακίνητοι και σιωπηλοί και παρακολουθούσαμε σεβαστικά τα τεκταινόμενα, τα οποία όμως μάκραιναν πολύ και αρχίσαμε να βαριόμαστε.

 

Πάμε να φύγουμε, είπαμε χαμηλόφωνα και σηκωθήκαμε στις μύτες των ποδιών μας παρέα με τα σακίδιά μας.

 

Οι κυρίες παραδίπλα, μας είδαν, κατάλαβαν πως ήμασταν τουρίστες, μας κοίταξαν ενοχλημένες και κάτι μουρμούρισαν μέσα απ’ τα δόντια τους.

 

Βγήκαμε έξω σαν βρεγμένες γάτες.

 

Δίκιο είχαν όμως οι κυρίες. Ούτε ένα γάμο να μην μπορείς να κάνεις με την ησυχία σου; Παντού πια αυτές οι κατσαρίδες οι τουρίστες; Άει στο διάολο πια!

 

Συνέβη χρόνια πριν.

Σήμερα αρχίζουμε να το νιώθουμε κι εμείς.


(Στη φωτογραφία: Ο καθεδρικός ναός της Γρανάδας)