Σελίδες

30/1/26

"Δεν θέλω να με θέλεις, να μη με θέλεις θέλω"

 



 

Ψυχίατρος δεν είμαι, ψυχολόγος δεν είμαι, έχω όμως κάποια γνώση για τα σχετικά θέματα, καθώς έχω διαβάσει πολλά σχετικά βιβλία.

 

Ας πούμε, τι μπορεί να συμβεί σε ένα παιδί που για πολλούς και διάφορους λόγους δεν έχει νιώσει τη γονεϊκή αγάπη, αλλά που αυτό νιώθει αγάπη για τους γονείς του;

 

Μπορεί πράγματι οι γονείς του να μην το αγάπησαν ή μπορεί να το αγάπησαν, αλλά αυτό δεν έγινε αντιληπτό από το παιδί, επειδή οι γονείς ήταν πολύ συγκρατημένοι στις εκδηλώσεις τους. Το τραύμα ωστόσο δημιουργήθηκε.

 

Τι μπορεί να συμβεί λοιπόν σε μια τέτοια περίπτωση;

 

Μπορεί να μη συμβεί τίποτα τρομερό, να μεγαλώσει το παιδί, να κάνει οικογένεια και να ζήσει μια ζωή λίγο πολύ κανονική. Αλλά μπορεί να συμβεί και το χειρότερο: να γίνει ένας δολοφόνος.

 

Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις θα βρούμε αμέτρητες παραλλαγές συμπεριφοράς που θα ξεκινούν από την ανάγκη μιας τρυφερής, αγαπητικής σχέσης με κάποιον σύντροφο και θα φτάνουν ως την κακοποίηση του συντρόφου, θα έχουμε διάφορες διαταραχές χαρακτήρα, άλλες ήπιες, άλλες πιο σοβαρές, θα βρούμε ιδιόρρυθμους χαρακτήρες, μοναχικούς ή με άστατη ερωτική ζωή, με λίγα λόγια θα βρούμε απ’ όλα ή μπορεί και να μη βρούμε τίποτα.

 

Όλα εξαρτώνται από το ψυχικό υπόστρωμα του παιδιού που δεν αγαπήθηκε και από τον τρόπο που βίωσε αυτή την απουσία της γονεϊκής αγάπης.

 

Να εδώ, ένα επίγραμμα του Μαρτιάλη που μας βάζει σε υποψίες σχετικά με το θέμα μας:

 

Τρέχεις πίσω από μένα, φεύγω εγώ,

φεύγεις εσύ, τρέχω εγώ πίσω από σένα.

Αυτό είναι το φυσικό μου, Δίνδυμε:

Δεν θέλω να με θέλεις,

να μη με θέλεις θέλω.

 

Insequeris, fugio; fugis, insequor; haec mihi mens est:

velle tuum nolo, Dindyme, nolle volo.

 

V. 83

 

 

Εδώ εγώ βλέπω κάποιον που ερωτεύεται, αλλά δεν ζητά ανταπόκριση, γιατί, αν αγαπηθεί, δεν θα επαναληφθεί το τραύμα που βίωσε, όταν ήταν παιδί: να αγαπά τους γονείς του, αλλά εκείνοι να μην του ανταποδίδουν ή να μην του φανερώνουν την αγάπη τους γι’ αυτό.

 

Το παιδί μεγάλωσε σε μια τέτοια ατμόσφαιρα που την ένιωθε φυσιολογική: τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους, οι γονείς δεν αγαπούν τα παιδιά τους. Έτσι πάει το πράγμα, έτσι συμβαίνει στη ζωή, αυτός είναι ο κανόνας.

 

Ένα τέτοιο παιδί, όταν ενηλικιωθεί θα ερωτεύεται άτομα που δεν θα το αγαπούν. Αν το αντικείμενο της αγάπης του τούς δείξει αγάπη, αφοσίωση, τρυφερότητα, ο έρωτάς του θα εξαερωθεί: δεν είναι αυτό εγγεγραμμένο στον εγκέφαλό του, δεν το καταλαβαίνει, δεν έχει επομένως κανένα ενδιαφέρον.

 

Αντίθετα, αν ερωτευτεί κάποιο άτομο που θα δείξει αδιαφορία, τότε ενεργοποιούνται όλοι οι λάθος μηχανισμοί του μυαλού του. Τότε ερωτεύεται παράφορα. Επειδή επιζητεί την απόρριψη, αν και δεν το έχει συνειδητοποιήσει. Επιθυμεί να ξαναζήσει εκείνη την παλιά κατάσταση που έχει εγγραφεί στον εγκέφαλό του: να αγαπά, αλλά να μην αγαπιέται.

 

Επειδή βεβαίως δεν έχει ιδέα ότι αυτή είναι η αληθινή του λαχτάρα, ονειρεύεται στιγμές υπέροχης ευτυχίας με το αγαπημένο πρόσωπο, κάνει τα πάντα για να το συγκινήσει και να το φέρει κοντά του.

 

Και ας πούμε ότι τα καταφέρνει και το αγαπημένο πρόσωπο ενδίδει. Ακολουθούν πράγματι εκείνες οι υπέροχες στιγμές αγάπης και ευτυχίας, μόνο που μετά από λίγο καιρό το αγαπημένο πρόσωπο παύει να έχει τη γοητεία που είχε, πριν ενδώσει.

 

Διότι δεν είναι αυτό το σχέδιο που έχει ο ερωτευμένος μας στο μυαλό του. Έτσι, μετά από ένα θυελλώδη έρωτα, έρχεται η βαρεμάρα.

 

«Θέλω να μη με θέλεις», μας λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια και απλότητα ο Μαρτιάλης.

 

Και εδώ η ισορροπία είναι πολύ λεπτή.

 

Αν το αγαπημένο πρόσωπο καταδεχτεί να κάνει σχέση με τον ερωτευμένο μας, πρέπει να τον κρατά συνέχεια σε αγωνία: «Μ’ αγαπά; Με θέλει;» θα αναρωτιέται και θα αγωνιά συνέχεια ο ερωτευμένος μας.

 

Αυτού του είδους η σχέση μπορεί να έχει πολλές παραλλαγές, από την ψυχρότητα του άλλου μέχρι και την κακοποίηση του ερωτευμένου. Ο ερωτευμένος όμως θα τα ανεχθεί όλα, αρκεί να μην πάρει την αυθόρμητη, απόλυτη αγάπη του άλλου, αρκεί να νιώθει ότι αγαπά, αλλά δεν αγαπιέται.

 

Θυμηθείτε τη σκηνή από την ταινία «Τα Κόκκινα Φανάρια» με την Κατερίνα Χέλμη να σέρνεται στο πάτωμα παρακαλώντας τον εραστή της να μην την εγκαταλείψει: «Μη φεύγεις, Ντόρη, θα φαρμακωθώ!».

 

Προς έκπληξή μας όμως υπάρχουν μερικά ζευγάρια που έχουν πετύχει αυτή τη δύσκολη ισορροπία. Ζουν μαζί και γερνούν μαζί αγνοώντας όμως ότι η ευτυχής συμβίωσή τους οφείλεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους.

 

Ο ένας είναι αυτός που περιγράψαμε.  Ο άλλος συμβαίνει να είναι λόγω χαρακτήρα κάπως ψυχρός, κάπως απόμακρος, κλειστός τύπος που δεν εκδηλώνει εύκολα τα συναισθήματά του. Δεν το κάνει επίτηδες, έτσι είναι φτιαγμένος. Νιώθει αγάπη για τον σύντροφό του, αλλά δεν μιλά γι’ αυτήν.

 

Και ο χαρακτήρας που περιγράψαμε πιο πάνω γίνεται τότε χαλί να τον πατήσεις. Ξαναζεί αυτό που είχε ζήσει ως παιδί: αγαπά, αλλά ο άλλος παραμένει απόμακρος. Θα τον λατρέψει, δεν θα τον βαρεθεί ποτέ. Και ο άλλος θα είναι επίσης ευτυχής που βρήκε ένα σύντροφο τόσο αφοσιωμένο.

 

Οι άλλοι απέξω μπορεί να απορούν: μα τόση πια λατρεία και αφοσίωση ο ένας και ο άλλος τόσο ψυχρός;  Τι του βρίσκει; Γιατί δεν τον παρατά καλυτέρα;

 

Το ζευγάρι όμως έχει βρει τις λεπτές ισορροπίες του και είναι πολύ ευχαριστημένο.

 

Κάπως σπάνιο, αλλά συμβαίνει.

 

28/1/26

Πώς...

 

Μα είναι ασήμαντες,


είναι τιποτένιες,


τι σχέση έχουν αυτές με κείνη;


Πώς την εξισώνει έτσι,


πώς την ταπεινώνει…



Πες μου πως μ' αγαπάς

 

Εγώ να ξέρεις


σε παλεύω


με τα πιο άγρια ένστικτά μου


και κάθε μέρα σε σκοτώνω


σκοτώνοντας τον εαυτό μου


με κοφτερά μαχαίρια,


κομμάτια γίνομαι


και σε ακυρώνω.


 

Την άλλη μέρα πληγωμένη


σε παρακαλώ:


 

Πες μου πως μ’ αγαπάς…



27/1/26

Έχουμε χάσει τον λογαριασμό

 

Έχουμε χάσει τον λογαριασμό,


ποιοι είναι οι ζωντανοί,


ποιοι οι πεθαμένοι.



Πρέπει να σβήσω τα τηλέφωνα 


των τελευταίων


από τα τεφτέρια μου


και όλο το αναβάλλω.



26/1/26

Το λάθος

 

Είναι αργά


και είμαι μόνη.


Κανείς δεν πρόκειται


να με παρηγορήσει


για το λάθος μου.


 

Πρέπει πάλι να επιστρατεύσω


τη λογική μου,


την ψυχραιμία μου,


ακόμα και τον κυνισμό μου,


μέχρι να γαληνέψω


τον ντροπιασμένο εαυτό μου.


 

Μάταια…


 

Αλύπητα


και η λογική


και η ψυχραιμία


και ο κυνισμός μου


αλύπητα


 με μαστιγώνουν.



Κλικ


 

Μην ακούς αυτά που λέω.


Αφού έγινε το Κλικ,


όλα τα άλλα είναι φλυαρίες.


 

Γύρισε ο διακόπτης,


αναποδογύρισε ο κόσμος όλος.


 

Και είναι τόσο σπάνιο


αυτό το αναθεματισμένο,


το καταραμένο Κλικ.



Ερώτιον

 




Από τα πιο συγκινητικά ποιήματα που έχω διαβάσει στη ζωή μου είναι αυτό που έγραψε ο σατιρικός (ναι, σατιρικός) Μαρτιάλης για τον θάνατο μιας μικρής δούλης του, της Ερώτιον, που πέθανε έξι χρονών.

 

Στο ποίημα ο Μαρτιάλης απευθύνεται στους πεθαμένους γονείς του και τους παρακαλεί να υποδεχτούν στον Άδη με στοργή και αγάπη την ψυχή της μικρούλας και να την προστατέψουν για να μην τρομάξει από την αγριότητα  του Κάτω Κόσμου.

 

Η βαθιά θλίψη του ποιητή για τον χαμό της μικρούλας Ερώτιον είναι διάχυτη σε όλο το ποίημα, αλλά παράλληλα είναι ευγενικά συγκρατημένη κι αυτή είναι η χάρη του και η ομορφιά του.

 

Διάβασα προ καιρού αυτό το ποίημα σε κάποιες φίλες μου και από ένα σημείο και μετά έσπασε η φωνή μου και δυσκολεύτηκα να το τελειώσω.

 

Σε σένα, Φρόντωνα πατέρα και μητέρα Φλάκιλλα,

ετούτο το κορίτσι παραδίδω,

το πολυαγαπημένο και γλυκό,

να μην τρομάξει η μικρούλα μου Ερώτιον

από τις μαύρες σκιές και τα τεράστια στόματα

του σκύλου των Ταρτάρων.

Σχεδόν θα είχε συμπληρώσει

έξι χειμώνες παγερούς,

 αν ζούσε ακόμα άλλες έξι μέρες.

Έτσι χαρούμενα ας παίζει

ανάμεσα στους γέροντες προστάτες της

και το όνομά μου ψελλίζοντας ας λέει.

Τα τρυφερά της κόκαλα

ας τα σκεπάζει χλόη μαλακή

και, γη, εσύ μην τη βαραίνεις.

Ούτε κι εκείνη βάραινε εσένα.

 

*

 

Hanc tibi, Fronto pater, genetrix Flacilla, puellam

oscula commendo deliciasque meas,

parvola ne nigras horrescat Erotion umbras

oraque Tartarei prodigiosa canis.

Inpletura fuit sextae modo frigora brumae,

vixisset totidem ni minus illa dies.

Inter tam veteres ludat lasciva patronos

et nomen blaeso garriat ore meum.

Mollia non rigidus caespes tegat ossa, nec illi,

terra, gravis fueris: non fuit illa tibi.

V.34


25/1/26

Ποιο είναι το πρόβλημα

 


Ξέρεις,


το πρόβλημα δεν είναι


πως θα πεθάνω


κάποτε από γηρατειά


και όχι σήμερα από σένα,


 

το πρόβλημα δεν είναι


πως θα σε ξεχάσω


και πάλι θα βαριέμαι τη ζωή μου,


 

το πρόβλημα δεν είναι


πως έχω αντισώματα


και η τρέλα μου κρατάει λίγο,


 

το πρόβλημα δεν είναι


πως τα δικά μου μάτια


είναι πιο παγερά από τα δικά σου,


αλλά αυτό δεν φαίνεται,


 

το πρόβλημα δεν είναι το


finito la musica pasato la fiesta.


 

Τώρα τι θα απογίνουμε


χωρίς τη γλύκα  του έρωτα.


 

Αυτό είναι το πρόβλημα.



 

23/1/26

Διψάνε...

 





Διψάνε


τα δηλητηριώδη μου λουλούδια.


 

Εκείνα πρώτα


σε κατάλαβαν


και φούντωσαν αμέσως


και άνθισαν.


 

Εγώ ιδέα δεν είχα.


 

Τώρα διψάνε,


διψάνε απελπισμένα.



22/1/26

Μαρτιάλης VIII.79

 




Όλες οι φίλες που έχεις ή είναι γριές ή άσχημες

κι από γριές πιο σιχαμένες.

Αυτές τραβολογάς και κουβαλάς μαζί σου για παρέα

στα θέατρα και στα συμπόσια και στις στοές.

Κι έτσι είσαι , Φάβουλλα, όμορφη εσύ,

 μια κοπελίτσα είσαι.

 

 

Omnes aut vetulas habes amicas

aut turpes vetulisque foediores.

Has ducis comites trahisque tecum

per convivia, porticus, theatra.

Sic formosa, Fabulla, sic puella es.

 

VIII.79