Σελίδες

30/1/24

Ανακρέων, απ. 358 Page

 



 

Ξανά ο χρυσομάλλης Έρωτας


μου ρίχνει  με την κατακόκκινή του σφαίρα


και με προκαλεί


σ’ ερωτικά παιχνίδια


με κείνο το κορίτσι


με τα κεντητά σανδάλια.


Όμως αυτή – επειδή είναι


από την ομορφοχτισμένη Λέσβο –


την κόμη τη λευκή μου την περιφρονεί


και λαίμαργα κοιτάζει


κάποιαν άλλη.




 

σφαρ δητ με πορφυρέῃ


βλλων χρυσοκμης ρως,


ννι ποικιλοσαμβλ


συμπαζειν προκαλεται.


  δ’ — στν γρ πεκττου


Λσβουτν μν μν κμην



λευκ γρκαταμμφεται,


πρς δλλην τιν χσκει.





Μεταφορά στα νέα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου.

 

Οι ποιητές

 




Μα τόσα χρόνια οι ποιητές


δεν έχουν καταλάβει


πως η αγάπη καταστρέφει


τις μεγάλες ηδονές;




***


Φωτογραφία: ‘The Seven Deadly Sins’ by Gail Potocki



29/1/24

Κάθε φορά που φεύγεις

 





Κάθε φορά που φεύγεις,


αδειάζουν όλα από νόημα.


 

Περιπλανιέμαι άσκοπα


σε έναν κόσμο αδιάφορο,


ύστερα έρχονται


μια μια οι σκέψεις,


οι θεωρίες,


οι υποχρεώσεις…


Επανέρχομαι λοιπόν.


 

Αλλά όταν θα έρθει


εκείνη η φορά η τελευταία


που θα φύγεις,


εκείνη η τελευταία φορά,


ξέρω,


ο κόσμος θα παλιώσει ξαφνικά,


θα έχει τα πολλά μου χρόνια,


θα έχει γίνει


ένας κόσμος γέροντας.




27/1/24

Είμαι καλά

 





Λοιπόν θα φύγεις


κι έτσι ξανά η ζωή


θα επιστρέψει στην κανονικότητά της,


αυτή η μελαγχολία θα ξεθωριάσει


κι όλα θα γίνουν όπως πριν.



Κάπου μακριά εσύ


αχόρταγα θα γεύεσαι τις ηδονές


κι εγώ εδώ


στα ίδια και τα ίδια καρφωμένη


θα σου χαμογελώ


μέσα από την οθόνη.


«Είμαι καλά» θα λέω στο είδωλό σου


που θα με ρωτά.



Δεν θα σου λέω ψέματα,


θα είμαι καλά,


θα σ’ έχω πια απ’ τη ζωή μου αφαιρέσει.



23/1/24

10. Η φόνισσα ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 



 

Η κυρία Χαρίκλεια είναι μια άλλη φίλη της μαμάς που μένει στο τέλος του χωματόδρομου, εκεί που είναι ο κεντρικός δρόμος που έχει άσφαλτο, η Ελευθερίου Βενιζέλου.

 

 Είναι κι αυτή χήρα, όπως ήταν και η κυρία Σοφία, πριν την παντρευτεί ο Φαρούκ, κι έχει μια κόρη, τη Λίτσα. Είχε κι ένα γιο, τον Πέτρο, αλλά της πέθανε. Αυτή η κυρία Χαρίκλεια είναι κάπως λαϊκή, έτσι λαϊκοί είναι όλοι όσοι ζουν στα Ταμπακαριά, μόνο εμείς διαφέρουμε, αλλά εμείς δεν είμαστε ταμπάκηδες.

 

Αυτή λοιπόν η κυρία Χαρίκλεια δεν φορά ταγιέρ και καπέλο με βέλο και δεν καπνίζει ούτε πάει επισκέψεις, όπως οι άλλες φίλες της μαμάς, η κυρία Ελπίδα, η κυρία Ευτέρπη και η κυρία Τούλα. Αυτή είναι σαν την κυρία Σοφία, λαϊκή. Και σαν την κυρία Βασιλική, τη νοσοκόμα. Είναι χοντρή και άσχημη. Στο σπίτι της βλέπω συχνά ένα γέρο κουλό που είναι ο φίλος της. Δείχνει κακός άνθρωπος, αλλά πάλι μπορεί να κάνω λάθος. Εμένα δεν μου δίνει καμιά σημασία, όταν είμαι εκεί.

 

Στο σπίτι της κυρίας Χαρίκλειας βρίσκω το Ρομάντσο, το περιοδικό που αγαπώ. Το αγοράζει η κόρη της η Λίτσα κάθε εβδομάδα. Η μαμά μου δεν αγοράζει περιοδικά, λυπάται τα λεφτά. Η Λίτσα μού δίνει καμιά φορά τα παλιά Ρομάντσα και τότε εγώ πέφτω με τα μούτρα και τα διαβάζω. Μου αρέσουν πολύ οι γελοιογραφίες αλλά και τα διηγήματα, ερωτικά δραματικά, κοινωνικά, ιστορικά, αστυνομικά, όλα μου αρέσουν. Στενοχωριέμαι όμως που δεν μπορώ να καταλάβω την υπόθεση στα μυθιστορήματα, επειδή αυτά είναι σε συνέχειες. Τα διαβάζω όμως κι αυτά και μου αρέσουν πολύ.

 

Τα μυθιστορήματα τα γράφει ο Νίκος Μαράκης που όλο για  ανηθικότητες μιλά και δείχνει πολλούς άντρες που θέλουν να παρασύρουν τις γυναίκες στην αμαρτία, αλλά  και γυναίκες ανήθικες που κάνουν άσχημα πράγματα. Μερικές φορές γράφει κάτι πονηρές ιστορίες που δεν τις καταλαβαίνω, αλλά δεν τολμώ να ρωτήσω τη μαμά. Όπως μια φορά που έλεγε για μια γυναίκα που δεν της άρεσαν οι άντρες και ήθελε μια άλλη γυναίκα. Το σκέφτηκα πολύ αυτό το πράγμα και μετά το κατάλαβα και τρόμαξα πολύ, γιατί δεν ήξερα πως υπάρχουν γυναίκες που ερωτεύονται άλλες γυναίκες.

 

Και πιο παλιά είχα διαβάσει σε ένα ερωτικό διήγημα πως ένας άντρας έκανε δική του μια γυναίκα. Τι σήμαινε πάλι αυτό; Το διάβασα πολλές φορές, αλλά δεν το καταλάβαινα. Ήμασταν ξαπλωμένες στο κρεβάτι η μαμά κι εγώ και διαβάζαμε τα Ρομάντσα που μας είχε δανείσει η Λίτσα και της λέω μια στιγμή «μαμά, τι σημαίνει ότι αυτός την έκανε δική του;». Η μαμά έμεινε για λίγο σκεφτική, μετά μου είπε «Για δείξε μου πού το διάβασες». Της έδειξα κι εκείνη το διάβασε κι έμεινε πάλι για λίγο βουβή και μετά μου είπε «Δεν ξέρω». Ψέματα μου είπε. Κάτι πονηρό έχει αυτή η φράση, γι’ αυτό δεν μου την εξήγησε.

 

Τέλος πάντων, η κυρία Χαρίκλεια είναι λοιπόν χήρα κι αυτή, αλλά είναι και κάτι άλλο που το έμαθα κι αυτό από τα ψιθυρίσματα της μαμάς και του μπαμπά ένα βράδυ. Δηλαδή αυτή είχε παλιά ένα φίλο, τότε που ήταν ακόμα παντρεμένη, όχι με αυτό τον κουλό, με έναν άλλο, και αποφάσισαν να σκοτώσουν τον άντρα της και να παντρευτούν μεταξύ τους. Και τον σκότωσαν με έναν μπαλτά. Αλλά η χωροφυλακή δεν μπορούσε να τους πιάσει, γιατί δεν είχε στοιχεία. Μετά η κυρία Χαρίκλεια χώρισε από τον φίλο της, επειδή τους υποψιαζόταν η χωροφυλακή και φοβήθηκαν να παντρευτούν. Μετά πέθανε ο γιος της, κάτι τον τσίμπησε και δεν έδωσαν σημασία και πρήστηκε και πέθανε. Και τώρα η κυρία Χαρίκλεια είναι με τον κουλό.

 

Ο κουλός φέρνει λεφτά στο σπίτι κι έτσι η Λίτσα αγοράζει το Ρομάντσο κάθε εβδομάδα και ντύνεται και όμορφα. Και η κυρία Χαρίκλεια έχει πετάξει τη γκαζιέρα της και τώρα έχει πετρογκάζ. Λέω στη μαμά να πάρουμε κι εμείς πετρογκάζ, αλλά αυτή μου λέει «αργότερα, τώρα έχουμε άλλα έξοδα». 


Έτσι λέει συνέχεια, αλλά εγώ ξέρω πως έχουμε λεφτά. Κι έχει τώρα πετρογκάζ  η κυρία Χαρίκλεια που είναι παρακατιανή και δεν έχουμε εμείς. Και ψυγείο πάγου έχει, όπως έχει και η κυρία Σοφία από δίπλα, άλλη παρακατιανή αυτή, ενώ εμείς δεν έχουμε. Η μαμά είναι τσιγκούνα, αυτή όμως λέει ότι είναι οικονόμα και ότι έτσι πρέπει να είναι κανείς και όχι σπάταλος και άσωτος. Και επίσης μου λέει ότι τα μεγαλεία και τα λούσα τα κάνουν ή οι πλούσιοι ή οι φτωχοί που θέλουν να δείχνουν πλούσιοι κι ότι εμείς που δεν είμαστε ούτε το ένα ούτε το άλλο πρέπει να ζούμε μετρημένα και ανάλογα με τη θέση μας.


****


Στη φωτογραφία: μαμά και κόρη στην ταράτσα του σπιτιού κοιτάζουν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες. Το φουστανάκι της κόρης είναι κόκκινο. Την πόζα τη διάλεξε η μαμά.


***

(Συνεχίζεται).

 


19/1/24

Μα όχι, θα είναι μια όμορφη βραδιά

 

 




Μα όχι,


θα είναι μια όμορφη βραδιά,


θα λέμε αστεία,


θα λέμε σοβαρά,


σκέψεις κρυφές


θα αναδεύονται μες στο μυαλό μας,


θα ανταλλάσσουμε ματιές,


όπου θα πλέει μέσα τους η επιθυμία,


όμως εμείς συγκρατημένοι


θα στρέφουμε το βλέμμα αλλού,


η τηλεόραση θα παίζει την ταινία


που διαλέξαμε,


θα σχολιάζουμε,


θα πίνουμε κρασί αργά


και ένας φόβος αστικός


θα καθηλώνει το κορμί μας,


«δεν πρέπει»,


«δεν είναι σωστό»,


«παράλογο είναι».


 

Έτσι ένας άντρας


και μια γυναίκα


στο τέλος θα αποχαιρετιστούν


αμήχανοι,


με την επιθυμία παραλυμένη.



Μια ευκαιρία ευτυχίας


που χάθηκε,


μια ευτυχία


που σκληρά περιφρονήθηκε.



17/1/24

9. Ο παιδόφιλος ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")





Εκτός από τον Λεωνίδα, τον γιο της κυρίας Τούλας, έχουμε κι άλλον ένα Λεωνίδα στη γειτονιά, λίγο πιο πάνω από το σπίτι μας. Αυτόν δεν τον βλέπω συχνά, αλλά τον ακούω, όταν καμιά φορά μιλά δυνατά για να τον ακούσει η μαμά του και αυτός είναι έξω στον κήπο. Έχει μια φωνή πολύ τσιριχτή και ένα απόγευμα που πάλι έπιναν καφέ η μαμά μου με την κυρία Σοφία από δίπλα και ο Λεωνίδας τσίριζε, γυρίζει αυτή και λέει της μαμάς μου: «Άκου τον Λεωνίδα...Θα γίνει αυτός ένας μουνιές...». Και η μαμά μου σοβάρεψε απότομα και της είπε «σου είπα, όχι τέτοια μπροστά της» και σώπασαν ξαφνικά και οι δύο, ενώ ο Λεωνίδας συνέχιζε να τσιρίζει λίγο πιο πέρα. Εμένα μου έκανε πολύ άσχημη εντύπωση αυτή η λέξη, δεν την είχα ξανακούσει και δεν ήξερα τι σήμαινε, αλλά μου έκανε εντύπωση και η μαμά μου. Αν κατάλαβα καλά, όταν είπε «όχι τέτοια μπροστά της», εννοούσε εμένα, δηλαδή δεν ήθελε να ακούω άσχημες λέξεις. Δηλαδή με προστατεύει κατά κάποιο τρόπο. Αυτό είναι καλό.

 

Το ίδιο έκανε και μια άλλη φορά που έγραφε η εφημερίδα για κάποιους που πάθαιναν κάτι παράξενα πράγματα, κουνιούνταν από μόνα τους τα αντικείμενα μέσα στο σπίτι και πήγαιναν αποδώ κι αποκεί, χωρίς να τα αγγίζει κανείς και η κυρία Σοφία το κουβέντιαζε αυτό με τη μαμά μου. Εμένα με παραξένεψε πολύ και άρχισα να τις ρωτώ, αλλά η μαμά μου ξαφνικά έκανε νόημα στην κυρία Σοφία και μ’ έδειξε με τα μάτια και σταμάτησαν να μιλάνε. Εγώ κατάλαβα, γιατί το έκανε αυτό, δεν ήθελε να τρομάξω. Και πάντα μου λέει ότι αυτά που λένε για πνεύματα και φαντάσματα και νεκρούς είναι σαχλαμάρες και τα λένε οι γυναικούλες και να μην τα πιστεύω ούτε να φοβάμαι το σκοτάδι. Με προστατεύει δηλαδή κι αυτό μου αρέσει.

 

Το ίδιο βουβή έμεινε τότε που μου έκανε αυτό που μου έκανε ο κύριος Θανάσης, ο αδελφός του Φαρούκ.

 

Ο κύριος Θανάσης δουλεύει εργάτης στο ταμπάκικο του Φαρούκ και πότε-πότε κάνουμε παρέα όλοι μαζί. Έχει και μια κόρη, την Κωνσταντίνα, λίγο μικρότερή μου, και κατεβαίνουμε στον κήπο και παίζουμε. Αλλά τη βαριέμαι λιγάκι, επειδή δεν παίζει καλά.

 

Ένα απόγευμα που κατεβήκαμε να παίξουμε, της λέω, «κοίτα, Κωνσταντίνα, τώρα θα παίξουμε τους πειρατές, θα σκάψουμε στο χώμα και θα βρούμε έναν θησαυρό». Και αρχίσαμε να σκάβουμε το χώμα. Η Κωνσταντίνα βαριόταν, αλλά εμένα μου άρεσε πολύ που σκάβαμε για να βρούμε τον θησαυρό και κάποια στιγμή έβαλα τις φωνές, «να τος, να τος ο θησαυρός!» κι έβγαλα από το χώμα μια πέτρα και φώναζα όλο χαρά. Αλλά αυτή καθόταν και με κοίταζε αδιάφορη κι εγώ παραξενεύτηκα. «Δεν χαίρεσαι που βρήκαμε τον θησαυρό;» της λέω. «Όχι», μου λέει, «γιατί να χαίρομαι που βρήκαμε ένα περιοδικό;». Τόσο χαζή είναι η Κωνσταντίνα που νόμιζε πως σκάβαμε για να βρούμε τον Θησαυρό, το περιοδικό. Απογοητεύτηκα πολύ μαζί της.

 

Τέλος πάντων, η μαμά μου με είχε στείλει μια μέρα να πάω να της πάρω κλωστές από το ψιλικατζίδικο που είναι λίγο πιο πέρα, εκεί που τελειώνει ο χωματόδρομος και μπαίνουμε στην Ελευθερίου Βενιζέλου, που είναι και τα όρια της γειτονιάς μας, εκεί τελειώνουν τα Ταμπακαριά.

 

Ήταν απόγευμα και ο χωματόδρομος ήταν έρημος, είχαν σχολάσει και οι ταμπάκηδες, και τότε βλέπω τον κύριο Θανάση έτοιμο να ανέβει στο ποδήλατό του και να φύγει κι αυτός. Εγώ τον χαιρέτησα κι αυτός μου έκανε παρέα, μέχρι να βγούμε στον κεντρικό δρόμο. Κι έσερνε το ποδήλατό του με το χέρι. Μετά του είπα αντίο και μπήκα στο ψιλικατζίδικο. Μετά που βγήκα όμως, ο κύριος Θανάσης με περίμενε. «Δεν φύγατε;» του είπα, «Όχι, σε περίμενα», μου είπε αυτός και πήραμε πάλι τον δρόμο πίσω. Έπιασε το χέρι μου και το κράτησε στο δικό του κι εκεί που πηγαίναμε, εγώ κατάλαβα ότι δεν κρατούσα το χέρι του αλλά κάτι άλλο που ήταν πιο μαλακό. Τον κοίταξα ξαφνιασμένη κι αυτός χαμογελούσε και μου είπε «κράτησέ τον λίγο», αλλά τότε φάνηκε κάποιος να έρχεται από απέναντι και ο κύριος Θανάσης ανέβηκε στο ποδήλατο, έκανε στροφή και εξαφανίστηκε.

 

Πήγα στο σπίτι και τα είπα όλα της μαμάς μου. Αυτή με άκουσε αμίλητη, τίποτα δεν είπε ούτε τότε ούτε καμιά άλλη φορά. Ούτε με μάλωσε ούτε τίποτα. Μόνο ήταν πολύ σοβαρή και βουβή. Εγώ έπλενα τα χέρια μου στον νεροχύτη μέχρι το βράδυ και ήμουν πολύ αηδιασμένη.

 

Αλλά από τότε δεν ξανακάναμε παρέα τον κύριο Θανάση ούτε και τον ξαναείδα ποτέ, εξαφανίστηκε. Μόνο η Κωνσταντίνα και η μαμά της έρχονται δίπλα στο σπίτι του Φαρούκ κι εγώ παίζω καμιά φορά μαζί της. Και μια μέρα δεν άντεξα και της είπα τι μου έκανε ο μπαμπάς της. Η Κωνσταντίνα με άκουγε σιωπηλή, ήταν πολύ σοβαρή, όσο της το έλεγα, και μετά μου είπε «και μένα μου κάνει το ίδιο ο μπαμπάς, όταν είμαστε μόνοι στο σπίτι».  


Καλά, φαίνεται πως δεν είναι και τίποτα σπουδαίο αυτό, πολλή σημασία του έδωσα.


 *****

Φωτογραφία: Οδός Βιβιλάκη. Δέρματα απλωμένα στον ήλιο. Πίσω η θάλασσα.

(Στην οδό Βιβιλάκη 4 μέναμε).



(Συνεχίζεται)

 


15/1/24

Σε λίγες ώρες

 





Θα είσαι εδώ σε λίγες ώρες,


θα είμαστε μαζί


(μέσα μου όλα έχουν παγώσει),


τα σώματά μας θα είναι δίπλα δίπλα


και στα ποτήρια το κρασί,


αυτό που θα μας λύσει,


που θα δικαιολογήσει


κάποιες τυχόν απρέπειες,


όπως το χέρι σου να πιάσω,


όπως εσύ να με φιλήσεις,


όπως να πούμε λόγια


που ξαφνικά θα μας δονήσουν


και κάθε κοσμιότητα


θα χαθεί,


όταν γυμνό στα χέρια μου θα σ’ έχω


σε παραλήρημα ερωτικό.


 

Μέσα μου όμως τώρα


όλα έχουν παγώσει,


επειδή ξέρω,


τίποτε άκοσμο δεν θα συμβεί,


δεν θα διαταραχτεί η πραγματικότητα.



Σε λίγες ώρες,


όταν θα έρθεις,


κανονικά όλα θα κυλήσουν.



 

11/1/24

Ίβυκος, απ.287 Page

 



 

Πάλι ο Έρωτας


κάτω από τα σκοτεινά του βλέφαρα


καρφώνει πάνω μου τα μάτια του


με βλέμμα που λιγώνει


και με μαγείες κάθε λογής


με ρίχνει στα άπειρα 


της Αφροδίτης δίχτυα.


 

Τρομάζω αλήθεια


που τον βλέπω να έρχεται,


όπως το άλογο που


πολλά βραβεία έχει κερδίσει


και τώρα  στα γεράματά του


ζεμένο στο ζυγό,


χωρίς να θέλει,


μπαίνει σε άμιλλα


με άρματα γοργά.




 ****



ρος ατέ με κυανέοισιν π


βλεφάροις τακέρ μμασι δερκόμενος


κηλήμασι παντοδαπος ς πει-


ρα δίκτυα Κύπριδος σβάλλει·


μν τρομέω νιν περχόμενον,


στε φερέζυγος ππος εθλοφόρος ποτ γήρ


έκων σν χεσφι θοος ς μιλλαν βα.




Μεταφορά στα νέα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου



*****



Στη φωτογραφία: Ψηφιδωτό 4ου αι. πΧ από την κοινότητα Ακακίου της επαρχίας Λευκωσίας.





 

10/1/24

Δαλιδά:"Je suis malade" (Είμαι άρρωστη). Σε δική μου παράφραση.

 

 



 

Δεν ονειρεύομαι πια,


δεν καπνίζω πια,


δεν έχω παρελθόν πια.



Χωρίς εσένα είμαι βρώμικη,


χωρίς εσένα είμαι άσχημη,


χωρίς εσένα είμαι ορφανή.


 

Δεν θέλω πια να ζήσω …


 

Όταν φεύγεις,


σταματά η ζωή μου


και μια απέραντη ερημιά


κυκλώνει το κρεβάτι μου.


Πεθαίνω,


όταν φεύγεις…


 

Είμαι άρρωστη,


είμαι πολύ άρρωστη,


είμαι βαριά άρρωστη…


 

Ποτέ δεν ξέρω,


πότε θα’ ρθεις


και όταν φεύγεις,


ποτέ δεν ξέρω πού θα πας.


 

Είναι δυο χρόνια τώρα


που δεν μου δίνεις σημασία,


κι εγώ,


εγώ έχω γαντζωθεί από πάνω σου,


όπως γαντζώνεται στο βράχο


ο απελπισμένος.


 

Όμως πια έχω κουραστεί,


έχω εξαντληθεί,


δεν το αντέχω άλλο


να παριστάνω την ευτυχισμένη


και να χαμογελώ στον κόσμο.


 

Πίνω, μεθώ τα βράδια,


μα ό,τι κι αν πιω


έχει την ίδια γεύση.


 

Παντού, όπου και να κοιτάξω,


βλέπω τη μορφή σου,


δεν ξέρω πια πού να κρυφτώ.


 

Είμαι άρρωστη,


βαριά άρρωστη,


ρίχνω το αίμα μου στο σώμα σου,


όταν εσύ κοιμάσαι.


Όταν εσύ κοιμάσαι,


εγώ είμαι δίπλα σου ένα  νεκρό πουλί.


 

Είμαι άρρωστη,


βαθιά, ολότελα άρρωστη…


 

Κι όμως πριν σε γνωρίσω,


ζούσα,


πριν από σένα


είχα ζωή.


Μα τώρα εσύ


έχεις αδειάσει τη ζωή μου,


με έχεις αδειάσει απ' όλα μου τα λόγια.


 

Με σκοτώνει αυτός ο έρωτας…


 

Κι έτσι όπως πάει,


μια μέρα θα πεθάνω ολομόναχη,


εγώ κι ο εαυτός μου,


θα πεθάνω σαν ένα ανόητο παιδί


δίπλα στο ραδιόφωνό μου


ακούγοντας την ίδια τη φωνή μου


να μου τραγουδά.


 

 

Είμαι άρρωστη,


αυτό είναι, είμαι άρρωστη…


 

Μου έχεις στερήσει όλα τα τραγούδια μου,


με έχεις αδειάσει απ' όλα μου τα λόγια


κι είναι η καρδιά μου βαριά άρρωστη,


παγιδευμένη μέσα σε οδοφράγματα.


 

Μ' ακούς;


 

Είμαι ΑΡΡΩΣΤΗ!



https://www.youtube.com/watch?v=EmvtmPaM-VQ



8/1/24

8. Γυναίκες χωρίς άντρες ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

1.    

 


 

Η υπηρέτρια που έχουν σπίτι τους οι Παπαδάκηδες είναι η Βαγγελιώ που έχει ένα νόθο παιδί, το Ελενάκι. Η Βαγγελιώ είχε αγαπήσει έναν πλούσιο του χωριού της κι αυτός την άφησε έγκυο και μετά δεν την παντρεύτηκε. Έφυγε τότε αυτή από το χωριό κι έγινε υπηρέτρια στην πόλη. Το Ελενάκι είναι δυο χρονών και πολύ όμορφο και το αγαπάμε όλοι μας. Κι αυτό, επειδή δεν καταλαβαίνει, λέει τον κύριο Στάθη μπαμπά. Και ο κύριος Στάθης είναι όλο καμάρι, όποτε ακούει να τον λέει μπαμπά το Ελενάκι. Η Βαγγελιώ μπορεί να είναι υπηρέτρια, αλλά οι Παπαδάκηδες την αγαπούν και κάθεται μαζί τους στο τραπέζι σαν να είναι της οικογένειας.

 

Ξέρω κι άλλη μία που έχει ένα νόθο παιδί. Αυτήν τη λένε Καλλιόπη και δεν είναι από τα Χανιά, είναι από το Ηράκλειο. Στην Κατοχή αγάπησε ένα Γερμανό κι έμεινε έγκυος. Αυτός ο Γερμανός, λέει η μαμά, την αγαπούσε την κυρία Καλλιόπη, αλλά μετά τον πόλεμο χάθηκε και τότε εκείνη έφυγε από το χωριό της, γιατί θα τη σκότωναν, ήρθε εδώ και γέννησε τον γιο της, τον Νίκο. Υπηρέτρια είναι κι αυτή σε ένα σπίτι. Η κυρία Καλλιόπη είναι μελαχρινή και ο Νίκος είναι κατάξανθος με πράσινα μάτια.

 

Και είναι και η κυρία Βασιλική που έχει έναν γιο, αλλά δεν έχει άντρα και δεν ξέρω γιατί δεν έχει. Αυτή είναι νοσοκόμα στο στρατιωτικό νοσοκομείο που είναι λίγο πιο πάνω από τα Ταμπακαριά και μάλιστα μένει μαζί με τον γιο της μέσα στο νοσοκομείο. Έρχεται σπίτι μας πότε πότε επίσκεψη και μια μέρα που η μαμά μου ήταν άρρωστη στο κρεβάτι, ήρθε να τη δει. «Άμα έρθει η κυρία Βασιλική», μου είχε πει η μαμά, «να την κεράσεις ένα κομμάτι από τον μπακλαβά που έχω φτιάξει. Και βάλε τον τώρα στο πιατάκι να είναι έτοιμος». Και όταν ήρθε η κυρία Βασιλική, πήρα αμέσως τον μπακλαβά και της τον πήγα και η μαμά μου έβαλε τα γέλια: «Δεν κερνάμε τον επισκέπτη μας, μόλις μπει στο σπίτι, παιδί μου! Περιμένουμε λίγο πρώτα!». Και γελούσαν και οι δύο, η μαμά μου και η κυρία Βασιλική. Κι εγώ ντράπηκα για την γκάφα μου.

 

Η μαμά μου κάνει παρέα με την κυρία Ελπίδα Παπαδάκη και με κάτι άλλες κυρίες που μένουν στον κεντρικό δρόμο, την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, δίπλα στα Ταμπακαριά. Δυο από αυτές είναι η κυρία Ευτέρπη και η κυρία Τούλα. Και οι δυο έχουν ελαττωματικούς άντρες και γι’ αυτό βγαίνουν μόνο με τις φίλες τους, φορούν μαύρα ταγιεράκια και καπελάκι με βέλο και πηγαίνουν επισκέψεις στα διάφορα σπίτια.

 

Της κυρίας Ευτέρπης ο άντρας είναι ένας γέρος που μας κοιτάζει όλους πολύ εχθρικά και δεν μιλά ποτέ. Η κόρη τους η Μάρθα, μοναχοπαίδι σαν κι εμένα, είναι κι αυτή αγέλαστη και όλο τα αγόρια σκέφτεται. Μια μέρα με πήρε παράμερα και μου είπε, «Ξέρεις τι πάει να πει γ@μώ την Παναγία;» «Δεν ξέρω», είπα, «αλλά είναι κάτι πολύ κακό». «Πάει να πει ότι βάζω το πράμα μου μέσα στο πράμα της Παναγίας». Κι εγώ τρόμαξα πολύ και όποτε ακούω αυτή τη βρισιά από τους ταμπάκηδες κάτω στο χωματόδρομο, βουλώνω τα αυτιά μου να μην την ακούω. Γιατί οι ταμπάκηδες λένε πολλά άσχημα λόγια και τα λένε σαν να μην τρέχει τίποτα. Και πιο πολύ απ’ όλα λένε τη λέξη «πούστης». Συνέχεια την ακούω. Δεν ξέρω τι σημαίνει, αλλά πρέπει να είναι πολύ άσχημη βρισιά.

 

Της άλλης κυρίας, της κυρίας Τούλας ο άντρας, δεν μιλά κι αυτός σχεδόν ποτέ και τρέμει το κεφάλι του, έχει μια αρρώστια που τη λένε Πάρκινσον. Αυτός είναι πολύ πλούσιος, έχει στα Ταμπακαριά ένα μεγάλο εργαστήριο με πολλούς εργάτες, αλλά το σπίτι τους είναι έξω από τα Ταμπακαριά,  και είναι ένα ωραίο μεγάλο σπίτι με δυο πατώματα και κήπο γύρω-γύρω κι έχει κι ένα σιντριβάνι. Έχουν κι εκείνοι υπηρέτρια, αλλά αυτή είναι κανονική υπηρέτρια, όχι σαν τη Βαγγελιώ. Έχω πάει μερικές φορές εκεί, όταν κάνει γιορτή ο γιος τους ο Λεωνίδας και μαζευόμαστε πολλά παιδιά και παίζουμε τόμπολα. Ο Λεωνίδας είναι υιοθετημένος, όλοι το ξέρουν αυτό.

 

Κάποιες φορές έρχονται αυτές οι κυρίες στο σπίτι μας και η μαμά φτιάχνει καφέ που τον πίνουν στην ταράτσα και μαζί με τον καφέ έχει και κουλουράκια και άλλα γλυκά. Μετά βγάζουν αυτές το πακέτο τα τσιγάρα από την τσάντα τους και καπνίζουν και οι γόπες βάφονται κόκκινες από το κραγιόν τους. Μια μέρα η μαμά τις φώναξε μέσα στο σπίτι για να τους δείξει πόσο ωραία είχε βάψει τον τοίχο του σαλονιού μας. Είχε βρει ένα μικρό σφουγγάρι και το πότιζε μέσα σε κίτρινη μπογιά και μετά έκανε στάμπες πάνω στον άσπρο τοίχο και όλο το σαλόνι έδειχνε πολύ χαρούμενο και πρωτότυπο με αυτή την ευρεσιτεχνία της μαμάς.

 

Πήγαν λοιπόν αυτές μέσα κι άφησαν στο τασάκι αναμμένα τα τσιγάρα τους κι εγώ πήρα ένα και προσπάθησα να το καπνίσω. Αλλά πάλι δεν μπόρεσα, το έβαζα στα χείλια μου και το φυσούσα, τίποτα δεν έγινε, δεν ξέρω πως το κάνουν οι μεγάλοι και δεν τολμώ να τους ρωτήσω, γιατί θα καταλάβουν πως θέλω να καπνίσω.

 

 

Στη φωτογραφία: MAURICE TABARD, 'MODE DE PARIS, 1950' FASHION POSTER


(Συνεχίζεται)