31/12/13

Τι απέχτησα και τι έχασα μέσα στο 2013





Μέσα στο 2013 απέχτησα:

Λίγα ακόμα κιλά.
Λίγη περισσότερη πείρα.
Λίγους ακόμα φίλους.
Κάμποση πίσσα στα πνευμόνια μου λόγω τσιγάρου.
Δυο νέα σφραγίσματα στα δόντια μου.
Ένα ζευγάρι παπούτσια και μια τσάντα.
Μερικές νέες κακές συνήθειες, όπως πχ να μην πηγαίνω για ύπνο πριν τις δύο το πρωί.
Αρκετές νέες γνώσεις που δεν πρόκειται να με ωφελήσουν σε τίποτα.
Κι άλλες ακόμα άσπρες τρίχες στα μαλλιά μου.
Ένα άχρηστο πράγμα στη μέση του σπιτιού που λέγεται διάδρομος.
Μια πόρτα ασφαλείας.
Μερικές φωτογραφίες που μου δείχνουν όσα δεν βλέπω στον καθρέφτη μου.
Πολλά νέα βιβλία που δεν πρόκειται να διαβάσω ποτέ.
Τρία ποτήρια που περιείχαν μουστάρδα, όταν τα αγόρασα.
80.000 (ευρώ; χαρτομάντιλα; σουβλάκια; Δεν το διευκρινίζει) που, όπως ακριβώς έλεγε το μέιλ που έλαβα:«donated to you by Chris and Collins weir. Name address».
Ένα μπιμπελό που μου έφερε ο ανιψιός μου από το Εδιμβούργο.
Έναν αλβανό ενοικιαστή στο δυαράκι.
Νέα πεντικιουρίστα.
Νέο κραγιόν.
Ένα ωραιότατο κασκόλ, δώρο μιας φίλης.
Ένα θαυμαστή του φβ που δεν με έχει δει πώς είμαι στην πραγματικότητα.
Έναν ακόμα διαδικτυακό φίλο με ψεύτικο προφίλ.
Δώδεκα ολόκληρους μήνες ζωής.


Μέσα στο 2013 έχασα:

Μερικά παντελόνια που τα χάρισα, γιατί δεν με χώραγαν.
Ένα πιάτο κι ένα μπολ που έσπασαν.
Κάποια παλιά μου χειρόγραφα που όσο κι αν έψαξα, δεν τα βρήκα πουθενά.
Ένα ολόκληρο κατεβατό με σκέψεις που μου εξαφάνισε το Word.
Κάποιες επαφές με συγγενείς.
Ένα μέρος των αποδοχών μου.
Την Ουκρανή ενοικιάστρια στο δυαράκι που χάθηκε αφήνοντας απλήρωτα κοινόχρηστα και λογαριασμούς.
Τον προηγούμενο από την Ουκρανή Έλληνα ενοικιαστή που χάθηκε κι αυτός αφήνοντας απλήρωτα ενοίκια μερικών μηνών.
Ένα δόντι.
Κάθε ενδιαφέρον για τις ερωτικούς καημούς των συνανθρώπων μου.
Μερικά επεισόδια από το «Two and a half men».
Τον ύπνο μου μερικά βράδια χωρίς αποχρώντα λόγο.
Την ισορροπία μου μια φορά που έβγαινα από τη μπανιέρα.
Ένα σεντόνι που το έλιωσε το πλυντήριο.
Το κινητό μου –αλλά μετά το ξαναβρήκα.
Τη γαλήνη μου, όταν πήρα το εκκαθαριστικό της εφορίας.
Όλες τις τηλεοπτικές εκπομπές του Λαζόπουλου.
Όλες τις πολιτικές συζητήσεις στην τηλεόραση.
Το χρώμα μου, όταν παρά λίγο να βάλω φωτιά στο σπίτι, επειδή ξέχασα αναμμένη την ηλεκτρική κουζίνα.
Τα λεφτά μου που αγόρασα εκείνο το άχρηστο πράγμα που λέγεται διάδρομος.
Την ώρα μου διαβάζοντας κάποια βαρετά βιβλία.
Μερικές ακόμα ελπίδες.
Δώδεκα ολόκληρους μήνες ζωής.




27/12/13

Το λυκόφως της βαρβαρότητας






Τι είναι ο πολιτισμός; Είναι η απομάκρυνση του ανθρώπου από τη φύση και η δημιουργία ενός τεχνητού (φτιαχτού) περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο ζει εδώ και χιλιάδες χρόνια;

Από μια άποψη, ναι, αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε πολιτισμό.

Επομένως εμείς σήμερα που ζούμε με τον τρόπο που ζούμε και έχουμε τις ιδέες που έχουμε, και τις αρχές και τις αξίες και την τέχνη μας και τις επιστήμες μας ανήκουμε στην ίδια κατηγορία με τους Σουμέριους, τους αρχαίους Αιγυπτίους, τους Ασσυρίους, τους Χετταίους, τους Βάνδαλους, τους Βίκινγκς, τους Γότθους, τους Αζτέκους και τους αρχαίους Κινέζους.

23/12/13

"Χριστούγεννα λοιπόν και φέτος..."




Χριστούγεννα λοιπόν και φέτος,
όπως πριν ένα χρόνο,
όπως πριν δυο,

όπως πριν μια γενιά,
πριν δυο,
πριν τρεις,
πριν δεκατρείς.

Και πού είναι τώρα όλοι αυτοί
οι προηγούμενοι,
πού τα στολίδια
και πού η χαρά τους.

Νεκροί κάτω απ’ το χώμα.

Κι Εκείνος
κάθε χρόνο
όλο γεννιέται.


21/12/13

Τα έργα των προγόνων στα μουσεία του κόσμου

Θεωρείται εκδήλωση φιλοπατρίας και εθνικής αξιοπρέπειας, αν όχι και εθνικού χρέους,  να απαιτούμε να επιστρέψουν στη χώρα μας τα έργα των αρχαίων προγόνων που είναι διασκορπισμένα στα μουσεία όλου του κόσμου στις τέσσερις γωνιές της γης.

Δεν θα αναφερθώ εδώ στα γλυπτά του Παρθενώνα, έχει ήδη γίνει πολύς λόγος γι’ αυτό το θέμα και δεν θα πάρω θέση. 

14/12/13

Τα δημόσια λουτρά στο Βυζάντιο και άλλες περίεργες ιστορίες






Η ατομική καθαριότητα σε παλαιότερες εποχές δεν ήταν τόσο απλή υπόθεση. Η ύδρευση και η αποχέτευση στα σπίτια ήταν ανύπαρκτη τις περισσότερες φορές και οι άνθρωποι είχαν άλλα σοβαρότερα βάσανα να αντιμετωπίσουν από το να προσέχουν σχολαστικά την ατομική υγιεινή τους. Παρ’ όλα αυτά όσοι μπορούσαν φρόντιζαν να είναι καθαροί  και αυτό εξαρτιόταν βασικά από την κοινωνική και την οικονομική τους θέση.

Στην αρχαιότητα το πρόβλημα είχε λυθεί με τα δημόσια λουτρά, ένα χώρο όπου μπορούσαν οι πολίτες να πλένονται με άνεση, εφόσον εκεί υπήρχαν όλες οι απαραίτητες εγκαταστάσεις που δεν υπήρχαν στα σπίτια τους. Οι πολύ πλούσιοι είχαν βέβαια τη δυνατότητα ενός ιδιωτικού λουτρού, αλλά οι υπόλοιποι έπρεπε να πάνε στα δημόσια λουτρά, αν ήθελαν να είναι καθαροί.

Δημόσια λουτρά υπήρχαν στην αρχαία Ελλάδα και μετά στη Ρώμη. Η συνήθεια πέρασε και στο Βυζάντιο κατόπιν.

11/12/13

Γυναικεία λογοτεχνία






Κάποτε η λογοτεχνία γραφόταν σχεδόν αποκλειστικά  από άνδρες και είχε αποδέκτες κυρίως τους άνδρες. Οι γυναίκες αποτελούσαν ένα παρατρεχάμενο αναγνωστικό κοινό και λίγες συγκριτικά ήταν εκείνες που αποτολμούσαν να μπουν στα χωράφια των ανδρών συγγραφέων και να δώσουν κι αυτές έργο. Όσο για την κριτική, αυτή ήταν προνόμιο μόνο των ανδρών.

Οι γυναίκες εξάλλου καλύπτονταν από τα περιοδικά της εποχής, διάβαζαν για μόδα, για συνταγές μαγειρικής, για οικιακά ζητήματα γενικώς και, άμα ήθελαν κάτι πιο λογοτεχνικό, διάβαζαν και κανένα ροζ μυθιστόρημα.

8/12/13

Φύση ωραία, σοφή και μοχθηρή






Δεν τρέφω κανένα ιερό θαυμασμό για τη Φύση και το μεγαλείο της, σε αντίθεση με τον περισσότερο κόσμο που τη λατρεύει. Αν είχα σπουδάσει φυσική, βιολογία, αστρονομία ή κάποια παρεμφερή επιστήμη, θα είχα μια πιο συγκροτημένη εικόνα γι’ αυτήν. Τώρα έχω την εικόνα που έχουμε οι περισσότεροι, δεν έχω όμως και τον ανάλογο σεβασμό των περισσότερων.

Κατά πρώτον η Φύση δεν νομίζω ότι είναι καμιά θεότητα που πρέπει να την προσκυνώ και να την προσβλέπω με δέος. Αν είναι δημιούργημα κάποιας θεότητας ή κάποιας οντότητας σοφότερης του ανθρώπου, τότε το δέος μου μπορεί να απευθυνθεί στο δημιουργό, όχι όμως και ο σεβασμός μου.

4/12/13

"Άγαλμα της θεάς Δήμητρας στο μουσείο της Κω"




Μετά από βαθύ ύπνο αιώνων  μες τη γη ξύπνησε και βρέθηκε σ’ έναν εφιάλτη.

Άγνωστη ήταν η τύχη της, καθώς την είχαν κλείσει στην αποθήκη πίσω από σάπια χαρτόκουτα και σκισμένες κουβέρτες. Όταν ξεκλείδωναν την πόρτα κι έμπαιναν, εκείνη ζάρωνε αλαφιασμένη στη γωνιά. Κυρίως ένιωθε φρίκη με τα χέρια τους, βάναυσα χέρια, ξεδιάντροπα - αυτή ήταν μαθημένη αλλιώς. Την έπιαναν και την πασπάτευαν, τη στριφογύριζαν απ’ όλες τις μεριές. Πολλές φορές φιλονικούσαν μεταξύ τους με φωνές τραχιές.

Όταν η αποθήκη άδειαζε, στεκόταν μουδιασμένη, με μια άγρια ανησυχία.

Το μέλλον αόρατο.

Τις νύχτες άκουγε τη γη να τρίζει και πονούσε ανεξήγητα.

Έκλαψε μερικές φορές, αν και δεν ήξερε ακριβώς γιατί.

Ύστερα ξαφνικά ένα πρωί άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες και κάποιοι άλλοι μπήκαν μέσα με μεγάλη ταραχή. Την πήραν και την έφεραν στην πόλη.

Από την αποθήκη καλύτερα είναι πάλι εδώ.
Μόνο που έχει φασαρία και κίνηση. Ο κόσμος μπαίνει, βγαίνει και χειρονομεί, τη δείχνουν, την κοιτάζουν, πολλοί απλώνουν και το χέρι.

Δεν της αρέσει αυτό.

Κυρίως η φασαρία την ενοχλεί και η αέναη βουή, πρόσωπα εναλλασσόμενα και πάντα ξένα, μάτια εξεταστικά και παγερά, λαίμαργα μάτια μερικές φορές.

Ωστόσο, όταν έρχονται οι γερόντισσες, την πιάνει μια αλλιώτικη συγκίνηση. Αυτές σταυροκοπιούνται, όταν έρχονται, και μουρμουρίζουν προσευχές και την προσβλέπουν με μια ανείπωτη λατρεία.

Την πιάνει τότε μια αλλιώτικη συγκίνηση, κάτι πάει να θυμηθεί, παλιές εικόνες και λησμονημένες που όλο ξεγλιστρούν από τη μνήμη της και όλο της ξεφεύγουν.

Αναρτήθηκε στη:

1/12/13

Σύγχρονη δουλεία




Μολονότι η δουλεία επισήμως έχει καταργηθεί και όλοι οι άνθρωποι υποτίθεται ότι είναι ελεύθεροι, ανεπισήμως ποτέ δεν καταργήθηκε. Εξακολουθεί να υπάρχει  είτε με τον παραδοσιακό τρόπο, όπως ήταν δηλαδή σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους, είτε με το σύγχρονο, όπως διαμορφώθηκε από τις  σημερινές κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες.

Πώς μπορούμε να ορίσουμε τη δουλεία;

Δουλεία είναι η κατάσταση, κατά την οποία κάποιος έχει χάσει την ελεύθερη βούλησή του και την ελευθερία των κινήσεών του, έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης άλλων που τον ελέγχουν με την απειλή της βίας ή και με τη βία καθεαυτή, δεν τον πληρώνουν για την εργασία του και του παρέχουν μόνο τροφή για να συντηρηθεί.